Η Εικόνα των Εισοδίων της Θεοτόκου του Davide Selenicasi

Η Πλήρης Εικόνα Για Τα Εισόδια Της Θεοτόκου Του Selenicasi Με Χρυσό Φόντο Και Αρχιτεκτονικά Βάθη.

Το αριστούργημα του Davide Selenicasi, Εισόδια της Θεοτόκου, από τον ναό του Αγίου Νικολάου στην Κορυτσά, δείγμα υψηλής μεταβυζαντινής τέχνης και θεολογίας.

Στεκόμαστε συχνά μπροστά σε μια εικόνα με την αμηχανία του σύγχρονου ανθρώπου που έχει χάσει τα κλειδιά της κατανόησης, ίσως και της ίδιας της αίσθησης. Κοιτάμε, αλλά βλέπουμε; Η συγκεκριμένη σύνθεση, έργο του Davide Selenicasi από τον 18ο αιώνα, δεν είναι απλώς ένα τεκμήριο που φυλάσσεται στο Μουσείο Τέχνης και Αρχιτεκτονικής στα Τίρανα, αποκομμένο από τη φυσική του μήτρα, τον ναό του Αγίου Νικολάου στην Κορυτσά. Είναι μια κραυγή σιωπής. Ή μάλλον, μια πρόσκληση σε έναν κόσμο που έχουμε λησμονήσει.

Η παράσταση των Εισοδίων δεν εξαντλείται στην ιστορική καταγραφή ενός γεγονότος. Ποιος νοιάζεται σήμερα για την ιστορία αν δεν αγγίζει το μεδούλι της ύπαρξης; Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια οριακή στιγμή μεταμόρφωσης. Το κοριτσάκι που εισέρχεται στα Άγια των Αγίων. Τι παράδοξο… Πώς μπορεί το πεπερασμένο να χωρέσει το άπειρο; Ο καλλιτέχνης, δουλεύοντας σε μια εποχή που η βυζαντινή τέχνη δεχόταν ήδη τις επιδράσεις της Δύσης, καταφέρνει να διασώσει το μυστήριο μέσα από τη φόρμα. Δεν είναι απλώς ζωγραφική. Είναι θεολογία με χρώματα. Και εμείς; Εμείς παραμένουμε θεατές μιας δράσης που απαιτεί συμμέτοχους, εγκλωβισμένοι συχνά σε μια στείρα αισθητική απόλαυση που αγνοεί τον παλμό της ει εικονιζόμενης αλήθειας.

Η Δυναμική της Κίνησης και η Στασιμότητα του Ιερού

Το βλέμμα πέφτει – σχεδόν αναγκαστικά, θα έλεγε κανείς – στο κέντρο της σύνθεσης. Αλλά είναι όντως το κέντρο; Ή μήπως η βαρύτητα μετατοπίζεται εκεί που η λογική σταματάει; Ο Ζαχαρίας υποδέχεται τη Θεοτόκο. Η φιγούρα του, επιβλητική, ιερατική, μοιάζει να λυγίζει κάτω από το βάρος της στιγμής. Δεν είναι μια απλή συνάντηση δυο προσώπων. Είναι η συνάντηση της Παλαιάς με την Καινή Διαθήκη. Ο Selenicasi, με εκείνη την ιδιότυπη τεχνοτροπία του 18ου αιώνα, δεν φοβάται να δώσει όγκο στα σώματα, να τα κάνει να “πατούν” στη γη, ενώ ταυτόχρονα τα προορίζει για τον ουρανό.

Παρατηρείστε τα αρχιτεκτονικά βάθη. Κτίρια, κίονες, ένα σκηνικό που θυμίζει θεατρική σκηνή – και γιατί όχι; Αφού η Θεία Λειτουργία είναι το θείο δράμα. Τα κτίρια αυτά δεν είναι διακοσμητικά. Ορίζουν τον χώρο του ιερού, τον χώρο του «άβατου». Και όμως, αυτό το άβατο παραβιάζεται; Όχι, ανοίγεται. Η μικρή Μαρία προχωρά. Πόσοι από εμάς τολμούν να προχωρήσουν έτσι; Χωρίς επιστροφή; Η κίνησή της είναι αποφασιστική, παρόλο που το σώμα της αποδίδεται με την τρυφερότητα της παιδικής ηλικίας. Υπάρχει εδώ μια αντίφαση που τσακίζει κόκαλα. Το παιδί που είναι ταυτόχρονα η Χώρα του Αχωρήτου.

Η εικονογραφική παράδοση, την οποία ο ζωγράφος σέβεται αλλά και ανανεώνει, θέλει τις λαμπηδηφόρες παρθένες να ακολουθούν. Κοιτάξτε τες. Είναι μια πομπή χαράς ή μια πένθιμη ακολουθία; Ίσως και τα δύο. Γιατί κάθε αφιέρωση είναι ένας θάνατος και μια ανάσταση. Οι λαμπάδες καίνε. Το φως τους δεν είναι φυσικό, δεν έρχεται από κάποιον ήλιο που δύει. Είναι το φως της προσδοκίας. Στις μέρες μας, έχουμε γεμίσει τους ναούς με ηλεκτρικά φώτα, χάσαμε το τρεμόπαιγμα της φλόγας, αυτό που δείχνει την αστάθεια και την ελπίδα της ανθρώπινης ψυχής. Ο καλλιτέχνης το ήξερε αυτό. Οι πτυχώσεις στα ενδύματα των παρθένων, με τα έντονα χρώματα – κόκκινα, πράσινα, ωχρές – δημιουργούν έναν ρυθμό. Μια μουσική των ματιών.

Λεπτομέρεια Με Τον Ιερέα Ζαχαρία Να Υποδέχεται Την Παναγία Στα Εισόδια Της Θεοτόκου Του Selenicasi.

Το Χρώμα ως Εμπειρία και όχι ως Στολίδι

Και φτάνουμε στο χρώμα. Στον 18ο αιώνα, η παλέτα αλλάζει, γίνεται πιο γήινη ίσως, πιο “μπαρόκ” θα έλεγαν οι ειδικοί της τέχνης, αλλά η ουσία παραμένει βυζαντινή. Το μαφόριο της Θεοτόκου. Σκούρο, σχεδόν μαύρο ή βαθύ πορφυρό; Ξεχωρίζει από το πλήθος. Είναι το σημάδι της εκλογής αλλά και του πόνου. Γιατί η χάρη πονάει. Δεν είναι ένα γλυκανάλατο συναίσθημα θρησκευτικής ευφορίας, όπως συχνά νομίζουμε εμείς οι “ευσεβείς” χριστιανοί της Κυριακής. Είναι φωτιά.

Ο Selenicasi χρησιμοποιεί το φως όχι για να φωτίσει τα πρόσωπα, αλλά για να τα αποκαλύψει. Τα πρόσωπα δεν έχουν εκείνη την αυστηρή ακινησία των παλαιότερων αιώνων· έχουν μια γλυκύτητα, μια ανθρώπινη ποιότητα. Είναι μια “ρωγμή” στην αυστηρότητα; Ίσως. Ή μήπως είναι η ανάγκη της εποχής να δει τον άνθρωπο μέσα στον άγιο; Ο Ζαχαρίας, με τα χρυσοποίκιλτα άμφια, δεν είναι απλώς ένας αξιωματούχος. Είναι ο εκπρόσωπος ενός νόμου που παραμερίζει για να περάσει η Χάρη. Το χρυσό φόντο, όπου υπάρχει, δεν είναι πλούτος. Είναι η απουσία του χώρου. Είναι το “παντού” και το “πουθενά” του Θεού.

Αναρωτιέμαι καμιά φορά, όταν βλέπουμε τέτοιες εικόνες στα μουσεία, απογυμνωμένες από το άρωμα του λιβανιού και τον ήχο των ψαλμών, τι καταλαβαίνουμε; Βλέπουμε την τεχνική αρτιότητα; Ναι, ο Selenicasi ήταν μάστορας. Ήξερε να χειρίζεται το πινέλο. Αλλά αν μείνουμε εκεί, έχουμε χάσει το παν. Η τέχνη αυτή δεν έγινε για να τέρψει την όραση, αλλά για να οδηγήσει σε μετάνοια. Για να μας δείξει ότι η είσοδος στο ναό δεν είναι μια τοπική μετακίνηση, αλλά μια υπαρξιακή αλλαγή.

Η Θεοτόκος ανεβαίνει τα σκαλοπάτια. Ένα, δύο, τρία… Κάθε σκαλοπάτι και μια απομάκρυνση από τη φθορά. Εμείς; Πού βρισκόμαστε εμείς; Συνήθως κοιτάμε από μακριά, σχολιάζοντας την “ωραία τέχνη”, ανίκανοι να κάνουμε έστω και ένα βήμα προς τα πάνω. Μας βολεύει η οριζόντια διάσταση. Η κάθετη μας ζαλίζει.

Η λεπτομέρεια του αγγέλου που τρέφει τη Παναγία, ψηλά, σε ένα δεύτερο επίπεδο της σύνθεσης, συχνά περνάει απαρατήρητη. Κι όμως, εκεί κρύβεται όλο το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Ο ουρανός τρέφει τη γη. Κυριολεκτικά. Στη σημερινή εποχή της υλικής αφθονίας και της πνευματικής λιμοκτονίας, αυτή η εικόνα του αγγέλου με τον “άρτο” μοιάζει σχεδόν προκλητική. Τι μας λείπει τελικά; Όχι το ψωμί. Το νόημα μας λείπει.

Ο ζωγράφος από την Κορυτσά, μέσα στην Τουρκοκρατία, ζωγραφίζει ελευθερία. Γιατί τι άλλο είναι η αφιέρωση στο Θεό παρά η απόλυτη ελευθερία από την αναγκαιότητα; Οι γραμμές του, άλλοτε αυστηρές και άλλοτε καμπύλες, ακολουθούν αυτή τη διαλεκτική. Τίποτα δεν είναι τυχαίο. Ακόμα και η θέση των ποδιών, η κλίση της κεφαλής, όλα υπηρετούν έναν σκοπό: τη φανέρωση του αθέατου.

Είναι τραγικό, πραγματικά. Να έχεις μπροστά σου μια τέτοια θεολογία και να την προσπερνάς ψάχνοντας την “τεχνοτροπία”. Σαν να διψάς και αντί να πιεις νερό, να αναλύεις τη χημική του σύσταση. Η εικόνα αυτή απαιτεί σιωπή για να μιλήσει. Απαιτεί να γίνουμε κι εμείς, έστω για λίγο, ναός. Μπορούμε; Δύσκολο. Πολύ δύσκολο. Αλλά ίσως, κοιτάζοντας ξανά και ξανά το έργο του Selenicasi, να δούμε εκείνη τη μικρή ρωγμή στο χρόνο, από όπου μπαίνει το φως.