Giuseppe Abbati, «Η Προσευχή»

Η Προσευχή Abbati, Πλήρης Σύνθεση Με Τη Γυναίκα Σε Προσευχή Μέσα Στη Σκιά
Η Πλήρης Σύνθεση Της Προσευχής Abbati, Με Τη Σκιώδη Ανδρική Φιγούρα Στο Βάθος Και Τα Σκόρπια Λουλούδια Στο Πάτωμα Του Ναού.

Ένα μικρό ελαιογραφικό έργο, πενήντα επτά επί σαράντα δύο εκατοστά, φιλοτεχνημένο το 1866 από τον Giuseppe Abbati, φυλάσσεται σήμερα στη Γκαλερί Νεότερης Τέχνης του Παλατιού Πίττι στη Φλωρεντία, γνωστό με τον τίτλο Η Προσευχή, ή στα ιταλικά L’Orazione. Μια γυναίκα, με σκυμμένο το κεφάλι πάνω από ένα μικρό βιβλίο, κάθεται ακίνητη μέσα σε έναν χώρο που μοιάζει περισσότερο με κρύπτη ναού παρά με καθημερινό δωμάτιο. Πίσω της, μισοχαμένος στη σκιά, ένας άνδρας στέκεται με γυρισμένη την πλάτη, σαν φύλακας μιας στιγμής που δεν του ανήκει καθόλου.

Η ταυτότητα του προσώπου δεν έμεινε εντελώς αναπάντητη μέσα στον χρόνο. Αρκετοί μελετητές αναγνωρίζουν στα χαρακτηριστικά της γυναίκας την Teresa Fabbrini, σύντροφο του κριτικού και συλλέκτη Diego Martelli, η οποία είχε ήδη ποζάρει σε άλλα έργα του Abbati εκείνα τα χρόνια. Ο πίνακας παρουσιάστηκε στην Προμοτρίτσε της Φλωρεντίας το 1866 και αγοράστηκε αμέσως από το τότε Υπουργείο Δημόσιας Παιδείας, κάτι που δεν συνέβαινε συχνά σε έναν καλλιτέχνη τόσο λιτό στα φαινομενικά του μέσα.

Η ίδια η στιγμή που αποτυπώνει το έργο, μια γυναίκα κλεισμένη μέσα σε έναν χώρο λατρείας με το βλέμμα καρφωμένο σε ένα βιβλίο, δεν απέχει και πολύ από όσα περιγράφει η ιταλικών ευχητηρίων παράδοση, μια παράδοση που ταξίδεψε αργότερα ακόμη και στην Αγγλία μέσα από κινήματα εμπνευσμένα από τον Άγιο Φίλιππο Νέρι.

Πρόκειται για μια ήσυχη σκηνή καθημερινότητας μέσα σε θρησκευτικό χώρο, ζωγραφισμένη με το βλέμμα ενός καλλιτέχνη που ανήκε στους Macchiaioli, το κίνημα που αναθεώρησε την ιταλική ζωγραφική του δεύτερου μισού του δέκατου ένατου αιώνα μέσα από τις αντιθέσεις φωτός και σκιάς.

Η Προσευχή Abbati: Φως, Σύνθεση και Λεπτομέρεια

Ό,τι κυριαρχεί στην πρώτη επαφή με το έργο είναι το σκοτάδι. Πυκνό, σχεδόν αδιαπέραστο, καταπίνει το μεγαλύτερο μέρος του βάθους και αφήνει τη γυναίκα να αναδύεται μέσα από αυτό, φωτισμένη σαν να έπεφτε πάνω της μια αχτίδα που κανείς δεν βλέπει από πού προέρχεται.

Η γυναίκα και ο χώρος λατρείας

Η γυναίκα κάθεται σχεδόν σε προφίλ, με το κεφάλι γερμένο προς τα κάτω, τα μαλλιά μαζεμένα κάτω από ένα σκούρο κάλυμμα που θυμίζει κουκούλα παρά καπέλο εποχής. Το βλέμμα της έχει καρφωθεί σε ένα μικρό βιβλίο με κοκκινωπό εξώφυλλο, που κρατά με τα δύο χέρια, φορώντας γάντια από τα οποία ξεπροβάλλει, στο άκρο του ενός, ένα κομμάτι γυμνού δέρματος. Δεν διαβάζει ούτε γρήγορα ούτε βιαστικά. Κάθεται όπως κάθεται κανείς όταν το κείμενο που έχει μπροστά του δεν χρειάζεται να τελειώσει σύντομα. Πίσω της διακρίνονται ένα πέτρινο περίγραμμα που μοιάζει με τζάκι ή με ταπεινό βωμό, μερικά βιβλία στοιβαγμένα πάνω σε ένα ράφι και έναν επιχρυσωμένο, οβάλ καθρέφτη ή πλαίσιο, του οποίου το εσωτερικό παραμένει σκοτεινό.

Ο μανδύας και το χάλκινο φόρεμα

Πάνω από έναν φαρδύ χιτώνα σε χρώμα χαλκού, σχεδόν καραμελένιο εκεί όπου πιάνει περισσότερο φως και σκουρότερο μέσα στις πτυχές, η γυναίκα φορά έναν βαρύ μαύρο μανδύα που την τυλίγει ολόκληρη, από τους ώμους ως το πάτωμα.

Δεν πρόκειται για απλό ρούχο. Λειτουργεί σαν κέλυφος, σαν όριο ανάμεσα στο σώμα και στον κόσμο γύρω του, κλείνοντας τη μορφή μέσα σε μια σκοτεινή, στιλπνή επιφάνεια που αντανακλά φως μόνο στα σημεία που το ύφασμα διπλώνεται απότομα. Στη λεπτομέρεια που αποκαλύπτει το πάνω μέρος του σώματος φαίνεται καθαρά πόσο βαρύ πρέπει να ήταν αυτό το ύφασμα, σχεδόν σαν πανοπλία υφασμάτινη. Ο πατέρας του Abbati, ο Vincenzo, ζωγράφιζε αρχιτεκτονικά εσωτερικά, και ο γιος έμαθε κοντά του πρώτα να αποδίδει όγκους και επιφάνειες, πριν καν αγγίξει το ανθρώπινο πρόσωπο ως θέμα. Αυτή η πρώτη μαθητεία φαίνεται εδώ, στον τρόπο που το ύφασμα πέφτει, διπλώνεται, σκιάζεται, σχεδόν σαν να επρόκειτο για τοίχο και όχι για ρούχο πάνω σε σώμα.

Λεπτομέρεια Του Βαρύ Μαύρου Μανδύα Και Του Χάλκινου Φορέματος Στην Προσευχή Abbati
Ο Βαρύς Μαύρος Μανδύας Πέφτει Πάνω Στο Χάλκινο Φόρεμα, Τα Γάντια Κρατούν Σφιχτά Το Βιβλίο, Λεπτομέρεια Της Προσευχής Abbati Στο Palazzo Pitti.

Η σιωπηλή παρουσία του άνδρα

Στο βάθος, προς τα αριστερά, ένας άνδρας στέκεται με την πλάτη γυρισμένη, ντυμένος στα σκούρα, με κάτι που μοιάζει καπέλο στο κεφάλι και τα χέρια πίσω από τη μέση. Δεν βλέπουμε το πρόσωπό του. Δεν γνωρίζουμε αν προσεύχεται κι αυτός, αν περιμένει, ή αν απλώς στέκεται σιωπηλός επειδή κάποιος του ζήτησε να περιμένει.

Η φιγούρα αυτή δεν εξηγείται, ούτε χρειάζεται εξήγηση. Λειτουργεί ως αντίβαρο στην απόλυτη ακινησία της γυναίκας, ένα σχήμα σκιάς που θυμίζει πως δεν βρισκόμαστε σε άδειο δωμάτιο, αλλά σε έναν χώρο όπου κάποιος άλλος παρακολουθεί, ή περιμένει, χωρίς να συμμετέχει.

Το πάτωμα, τα λουλούδια και το φως

Στο κάτω αριστερό άκρο της σύνθεσης, σχεδόν κρυμμένα, διακρίνονται λίγα λουλούδια σκορπισμένα πάνω στις άσπρες και γκρίζες πλάκες του πατώματος. Δεν γνωρίζουμε αν έπεσαν από κάποιο μάτσο, αν τα άφησε κάποιος προσκυνητής περνώντας, ή αν αποτελούν απλώς μια νότα χρώματος που ο Abbati ήθελε να τοποθετήσει σε ένα σημείο διαφορετικά ουδέτερο.

Το πλακόστρωτο, με το τετράγωνο σχέδιό του, δίνει στη σύνθεση μια γεωμετρική σταθερότητα που αντιτίθεται στις μαλακές, ακανόνιστες πτυχές του φορέματος. Η γεωμετρία του δαπέδου αγκυρώνει τη σκηνή, ενώ το ύφασμα την απελευθερώνει.

Η τεχνική των Macchiaioli και η θέση του Abbati

Ο Abbati δεν ήταν περιθωριακή φιγούρα μέσα στο κίνημα. Στο Caffè Michelangiolo της Φλωρεντίας, όπου συχνά συναντιόνταν καλλιτέχνες όπως ο Giovanni Fattori, ο Silvestro Lega, ο Telemaco Signorini και ο ίδιος ο Diego Martelli, έγινε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα πρόσωπα. Είχε ήδη πολεμήσει με τον Garibaldi το 1860, χάνοντας την όρασή του από το ένα μάτι στη μάχη της Καπύης, κάτι που δεν τον εμπόδισε ποτέ να συνεχίσει να ζωγραφίζει με την ίδια, αν όχι μεγαλύτερη, ακρίβεια στο φως.

Τα καλοκαίρια περνούσε συχνά στο Castiglioncello, στο σπίτι του ίδιου του Martelli, όπου μάλλον γνώρισε από κοντά και την Teresa Fabbrini, το πρόσωπο που πολλοί αναγνωρίζουν στην Προσευχή. Το κίνημα το ίδιο δεν πίστευε στη γραμμή ως όριο της φόρμας. Πίστευε στην κηλίδα χρώματος, τη macchia, που τοποθετημένη σωστά δίπλα σε μια άλλη μπορούσε να χτίσει όγκο χωρίς περίγραμμα. Στην Προσευχή αυτό φαίνεται καθαρά στον τρόπο που ξεχωρίζει το πρόσωπο της γυναίκας από το σκοτάδι γύρω του, όχι μέσα από γραμμή, αλλά μέσα από την απότομη διαφορά ανάμεσα στο φωτισμένο δέρμα και το σκούρο φόντο.

Ο Abbati δεν πρόλαβε να δει το έργο του να αποκτά τη φήμη που έχει σήμερα. Πέθανε το 1868, μόλις τριάντα δύο ετών, από λύσσα, ύστερα από δάγκωμα του ίδιου του σκύλου του, ένα τέλος τόσο απότομο και τόσο άσχετο με την τέχνη του που μοιάζει σχεδόν παράταιρο δίπλα στη γαλήνη που ζωγράφιζε.

Στο Palazzo Pitti, η Προσευχή μοιράζεται σήμερα αίθουσα με άλλα έργα της ίδιας γενιάς, δίπλα σε τοπία και εσωτερικά που τεκμηριώνουν πώς μια ολόκληρη γενιά Φλωρεντινών ζωγράφων αποφάσισε να κοιτάξει το φως όχι ως διακόσμηση, αλλά ως το ίδιο το υλικό της εικόνας. Είναι ένα τεκμήριο μιας εποχής, ενός τρόπου να βλέπει κανείς τη σιωπή, και ενός προσώπου, της Teresa Fabbrini ή όποιας άλλης γυναίκας κρύβεται πίσω από αυτό το όνομα, που έμεινε σκυμμένο πάνω σε ένα βιβλίο για πάντα, σε καμβά πενήντα επτά επί σαράντα δύο εκατοστών, χωρίς να μάθει ποτέ πόσοι θα σταθούν μπροστά του.