Niccolò dell’Abate: Ο Κάρολος Ε’ στην Τύνιδα

Κάρολος Ε' Και Μπέης Τύνιδας: Πολύχρωμες Σκηνές Συμποσίου Και Στρατιώτες Στην Ακτή
Ο Κάρολος Ε’ Συναντά Τον Μπέη Της Τύνιδας: Ροζ Σκηνή Συμποσίου, Στρατιώτες Με Λόγχες, Άλογα Και Κόλπος Γεμάτος Πλοία Στο Έργο Του Niccolò Dell’Abate

Ένας καμβάς διαστάσεων 175,5 επί 211 εκατοστών, που φυλάσσεται σήμερα στην Courtauld Gallery του Λονδίνου, δωρεά του Sir Alec και της Lady Martin το 1951, συγκεντρώνει γύρω στο 1546 έως το 1550 μια σκηνή που ξεπερνά κατά πολύ τα όρια μιας απλής ιστορικής καταγραφής. Ζωγράφος του έργου είναι ο Niccolò dell’Abate, γεννημένος στη Μόντενα γύρω στο 1509, μαθητευμένος δίπλα στον Κορρέτζιο και τον Παρμιτζανίνο προτού εγκατασταθεί στη Μπολόνια το 1547. Το θέμα του πίνακα είναι η συνάντηση του Καρόλου Ε’, αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, με τον Μπέη της Τύνιδας, λίγα χρόνια μετά την εκστρατεία κατάκτησης της πόλης το 1535. Παρότι το ιστορικό γεγονός θα μπορούσε να αποδοθεί με τη λιτότητα ενός χρονικού, ο dell’Abate επιλέγει το ακριβώς αντίθετο. Σκηνές σε ροζ και γαλάζιο ύφασμα υψώνονται σαν προσωρινή πόλη πάνω στην αμμουδιά, στρατιώτες παρελαύνουν σε στοίχους, άλογα καλπάζουν ανάμεσα σε ομάδες αξιωματικών, ενώ στο βάθος ένας κόλπος γεμάτος πλοία χάνεται μέσα σε μια αχλή φωτός. Το πλήθος, όχι οι δύο ηγεμόνες, καταλαμβάνει το κέντρο της σύνθεσης. Έρευνες πάνω στην εικονογραφία πολέμου της Μεσογείου του δεκάτου έκτου αιώνα εντάσσουν έργα όπως αυτό σε μια ευρύτερη παράδοση όπου η στρατιωτική νίκη μεταφράζεται σε θέαμα, σε γιορτή σχεδόν καρναβαλική. Ο ζωγράφος, μέλος αργότερα της ομάδας του Φοντενεμπλό, φαίνεται να διασκεδάζει με την πυκνότητα των μορφών περισσότερο απ’ όσο ενδιαφέρεται για την πιστότητα του πρωτοκόλλου. Αυτή η ένταση, ανάμεσα στην ιστορική αφορμή και τη ζωγραφική της υπερβολής, είναι που κάνει το έργο τόσο ζωντανό ακόμα και σήμερα.

Το πανόραμα ενός θριάμβου: πλήθος, σκηνές και τοπίο

Ο Κάρολος Ε’ στην Τύνιδα: το συμπόσιο κάτω από τη ροζ σκηνή

Στο πρώτο πλάνο, μια σκηνή ντυμένη σε βαθύ ροζ υφαντό, με χρυσά κρόσσια και κεντημένα διακοσμητικά μοτίβα στο πανωφόρι της εισόδου, αποκαλύπτει το εσωτερικό ενός συμποσίου. Γύρω από ένα τραπέζι σκεπασμένο με λευκό λινό κάθονται μορφές ντυμένες με βαριά, πτυχωτά ενδύματα, ενώ υπηρέτες σε πράσινους, πορτοκαλί και ρόδινους χιτώνες μεταφέρουν πιατέλες γεμάτες φαγητό. Ένας από αυτούς, στα αριστερά, φαίνεται σχεδόν να χορεύει καθώς προσφέρει κάτι σε κάποιον καθισμένο, κίνηση που δίνει στη σκηνή μια ανάλαφρη, σχεδόν θεατρική ποιότητα. Η βαριά κουρτίνα, τραβηγμένη στο πλάι με κορδόνια και φούντες, αφήνει τον θεατή να κοιτάξει απευθείας στο εσωτερικό, ως θεατή ενός παρασκηνίου ξαφνικά ανοιχτού. Ανάμεσα σε αυτές τις μορφές διακρίνονται, χωρίς ιδιαίτερη οπτική έμφαση, ο Κάρολος Ε’ και ο Μπέης της Τύνιδας, οι δύο πρωταγωνιστές μιας συνάντησης που θα περίμενε κανείς να κατέχει το κέντρο της σύνθεσης. Ο dell’Abate αρνείται αυτή την ιεραρχία. Κανένα φωτοστέφανο, καμία χειρονομία εξουσίας δεν ξεχωρίζει τον αυτοκράτορα από τους γύρω του, και αυτή η άρνηση της οπτικής προτεραιότητας λέει περισσότερα για την πρόθεση του ζωγράφου απ’ όσο θα έλεγε μια συμβατική σύνθεση δεσποτικής προβολής. Πιο πέρα, μια δεύτερη σκηνή σε γαλάζιο και λευκό ύφασμα, με θολωτή κορυφή, στεγάζει ένα ακόμη τραπέζι, ως αντίστιξη στην πρώτη, υπενθυμίζοντας ότι το συμπόσιο δεν είναι μοναδικό γεγονός αλλά επαναλαμβανόμενο τελετουργικό σε όλο το στρατόπεδο.

Στρατιώτες, άλογα και η τάξη μέσα στο πλήθος

Δεξιά της σκηνής, μακριές γραμμές στρατιωτών με κοντάρια προχωρούν σε σχηματισμό, τα κράνη τους αστράφτουν σε γκρίζους και ασημί τόνους κάτω από έναν ουρανό βαμμένο σε αχνά πορτοκαλί και ροζ. Ανάμεσά τους διακρίνεται σημαία με σκουρόχρωμο έμβλημα, ίσως δικέφαλο πτηνό, στοιχείο σύνηθες στα αυτοκρατορικά λάβαρα της εποχής. Ένα λευκό άλογο, στο αριστερό άκρο του καμβά, στέκεται σχεδόν ακίνητο ανάμεσα σε πεζούς οπλισμένους με ξίφη, ενώ πιο κοντά στο κέντρο καβαλάρηδες πάνω σε κόκκινα και καστανά άλογα κρατούν σημαίες που ανεμίζουν χωρίς να ανοίγονται πλήρως. Οι μορφές στο προσκήνιο, με κράνη, θώρακες και κόκκινους μανδύες, κοιτάζουν προς διαφορετικές κατευθύνσεις, δημιουργώντας μια αίσθηση αναταραχής που δεν προδίδει, ωστόσο, καμία πραγματική σύγκρουση. Πρόκειται για επίδειξη, όχι για μάχη. Οι λόγχες υψώνονται όπως θα υψώνονταν σε παρέλαση, και τα σώματα διατάσσονται με μια τάξη που θυμίζει σχεδόν χορογραφία.

Ερείπια, κόλπος και το φως στο βάθος

Στο βάθος, αριστερά, ένας λόφος φέρει τα ερείπια παλιού φρουρίου, με τόξα μισογκρεμισμένα, ενώ γύρω τους απλώνονται μικρές σκηνές σε σειρά, θυμίζοντας χωριό στρατοπέδου κατηφορικά χαραγμένο πάνω στο ύψωμα. Δεξιά, σειρές βουνών σκιάζονται σε βαθύ γαλάζιο, και ανάμεσά τους διακρίνεται ένας τειχισμένος οικισμός στην άκρη του νερού. Ο κόλπος στο κέντρο του πίνακα γεμίζει με αμέτρητα μικρά σκάφη, τα πανιά τους πυκνά σημεία λευκού πάνω στο γαλάζιο, δίνοντας την εντύπωση στόλου που απλώνεται ως τα όρια της όρασης. Ο ουρανός, θαμπός και νεφελώδης, με αποχρώσεις που κυμαίνονται από το ώχρα ως το βαθύ γκρι, δανείζει στο σύνολο μια ατμοσφαιρική προοπτική που απομακρύνει σταδιακά το βλέμμα από την ένταση του προσκηνίου προς μια σιωπηλή, σχεδόν ονειρική απόσταση. Η υψηλή οπτική γωνία, σχεδόν πουλιού πάνω από τη σκηνή, επιτρέπει αυτή την ταυτόχρονη ανάγνωση τόσο της λεπτομέρειας όσο και του συνόλου, τεχνική αγαπημένη στη μανιεριστική ζωγραφική τοπίου της βόρειας Ιταλίας.

Η σύνθεση αυτή τοποθετείται ακριβώς στη στιγμή που ο dell’Abate μεταπηδά από τη μαθητεία δίπλα στον Κορρέτζιο προς μια ώριμη, προσωπική γλώσσα τοπίου και αφήγησης, λίγο πριν αναλάβει τις μεγάλες τοιχογραφίες της Μπολόνια και προτού ταξιδέψει, το 1552, προς το Φοντενεμπλό, όπου θα συνέβαλε στη διαμόρφωση μιας ολόκληρης γαλλικής σχολής ζωγραφικής. Η πυκνότητα των μορφών, η αγάπη για το κοστούμι, η προσοχή στο ύφασμα και στη σκηνογραφία της εξουσίας δεν είναι τυχαία επιλογή θέματος. Προαναγγέλλουν το ύφος που θα κυριαρχήσει αργότερα στα γαλλικά ανάκτορα, όπου η τέχνη του δείπνου, της γιορτής και της παρέλασης θα γίνει σχεδόν αυτόνομο είδος ζωγραφικής.

Η τυνησιακή εκστρατεία του 1535 δεν ενέπνευσε μόνο τον dell’Abate. Την ίδια σχεδόν περίοδο, μεταξύ 1546 και 1550, ο Jan Cornelisz Vermeyen δούλευε στα χαρτονένια πρότυπα για τη μεγάλη σειρά ταπετσαριών της Κατάκτησης της Τύνιδας, παραγγελία που ο ίδιος ο Κάρολος Ε’ θεωρούσε από τα σημαντικότερα εγχειρήματα προβολής της δυναστείας των Αψβούργων. Δίχως να υπάρχει τεκμηριωμένη σχέση ανάμεσα στα δύο έργα, η συγκυρία δείχνει πόσο ζωντανή παρέμενε η ανάμνηση εκείνης της εκστρατείας μέσα στη ζωγραφική και την υφαντουργία της εποχής, πόσο πολύτιμο υλικό αποδείχθηκε για καλλιτέχνες με πολύ διαφορετικές αφετηρίες.

Τι μένει, τελικά, από μια διπλωματική συνάντηση του 1535, όταν περάσουν δεκαπέντε χρόνια και ένας ζωγράφος την ξαναφτιάχνει με το δικό του μάτι; Μένει το πλήθος. Μένουν τα χρώματα των σκηνών, τα άλογα, οι σημαίες, ο κόλπος γεμάτος πλοία. Ο Κάρολος Ε’ και ο Μπέης της Τύνιδας γίνονται σχεδόν αφορμή, δύο ονόματα ανάμεσα σε εκατοντάδες ανώνυμες φιγούρες που ο καμβάς αρνείται να ξεχωρίσει. Ίσως αυτό να είναι το πιο ενδιαφέρον σημείο του έργου, η άρνηση της ζωγραφικής να λειτουργήσει ως πιστό χρονικό και η προτίμησή της στο θέαμα, στην αναταραχή, στην ανθρώπινη μάζα που κινείται γύρω από δύο άνδρες που η ιστορία θυμάται με τα ονόματά τους, ενώ ο πίνακας προτιμά να θυμάται το πλήθος.