
Η Σύγκρουση Βυζαντινής Παράδοσης και Αναγέννησης στο Ξύλο
Ως ιστορικό τεκμήριο μιας εποχής βαθιών, αν και συχνά αθέατων, ζυμώσεων, η εικονιζόμενη σύνθεση ανοίγει τον οπτικό της χώρο σε πολλαπλές, συχνά συγκρουόμενες αναγνώσεις. Το τέλος του δεκάτου εβδόμου αιώνα βρήκε την καλλιτεχνική παραγωγή των Επτανήσων να απορροφά τις βίαιες δονήσεις από τις γεωπολιτικές ανακατατάξεις της ανατολικής Μεσογείου και τη συνακόλουθη πτώση του Χάνδακα. Μέσα σε αυτό το ρευστό, μετεωριζόμενο περιβάλλον, ο Θεόδωρος Πουλάκης (περ. 1622-1692), δημιουργός που μετακινήθηκε από την Κρήτη στη Βενετία, αρθρώνει τη δική του διακριτή πλαστική πρόταση. Η φόρμα, στα χέρια του, δεν παραμένει αδρανής. Αξιοποιώντας την παραδοσιακή εξιστόρηση του ιερού κειμένου, η παράδοση της Μαρίας στον ναό απομακρύνεται σταδιακά από τη στενή, αποκλειστικά λειτουργική της χρήση.
Βέβαια, η πρόθεση ενός ζωγράφου εκείνης της ταραγμένης περιόδου ίσως να μην ήταν εξαρχής τόσο ξεκάθαρα… εν πάση περιπτώσει, η διάρρηξη της παραδοσιακής, απόλυτης επιπεδότητας δεν κρύβεται. Αντιλαμβάνεται το ιερό γεγονός όχι ως μια άχρονη, αδιατάρακτη θεοφάνεια, αλλά ως ενσώματη δράση εγκλωβισμένη μέσα σε τρισδιάστατα όρια. Αυτός ο χώρος —ιδιαίτερα φορτισμένος με βενετσιάνικες και φλαμανδικές εγγραφές— αρνείται παρά ταύτα να εγκαταλείψει την ανατολική του ρίζα. Την ανασκευάζει, την επαναπροσδιορίζει. Της παλαιολόγειας αναγέννησης ο απόηχος, βαρύς ακόμα, τέμνεται από μια μεταβυζαντινή τέχνη που, αμφιταλαντευόμενη, αναζητά νέους κώδικες περιγραφής.
Σε αντίθεση με την υπέρλαμπρη τέχνη των παλαιότερων αιώνων, εδώ το μέσο απαιτεί ταχύτητα, καλλιτεχνική δεξιότητα και σταθερότητα, καθώς τα γαιώδη χρώματα επιχειρούν να αποτυπώσουν την ανθρώπινη εμπειρία. Το έργο, αν και μικρότερων διαστάσεων σε σχέση με τις μνημειακές τοιχογραφίες, διατηρεί την αίσθηση του μεγέθους μέσω της συμπύκνωσης.

Η Αρχιτεκτονική του Χώρου: Απόπειρες Προοπτικής
Διαλύοντας την ασφυξία του παραδοσιακού συμπαγούς χρυσού, το βάθος οπισθοχωρεί ορμητικά προς τα μέσα. Οπισθοχωρεί, δημιουργώντας με τρόπο σχεδόν επιθετικό θέσεις για τοξωτές στοές και ογκοπλαστικά κιονόκρανα που αντλούν έμπνευση από κλασικά υποδείγματα. Μια παχιά, κόκκινη κουρτίνα δεσπόζει στο δεξιό άκρο. Εγκατεστημένη εκεί ωσάν να αποκαλύπτει μια εν εξελίξει θεατρική πράξη σε κάποιο ломβαρδικό παλάτι, μεταφέρει αυτούσιο το λεξιλόγιο της δυτικής σκηνογραφίας πάνω στο ξύλο. Προς τα αριστερά, η αρχιτεκτονική οργάνωση του βωμού, όπου στέκεται όρθια η μικρή Θεοτόκος, ορίζει ένα δευτερεύον αφηγηματικό κέντρο, καταργώντας τη στατική μετωπικότητα.
Πώς ακριβώς μεταφράζεται το δυτικό, κοσμικό πρότυπο σε ένα αυστηρά ορθόδοξο, δογματικό περιβάλλον; Η μέθοδος εντοπίζεται στην προσεκτική, ίσως και υπολογισμένη, ρήξη των παλαιών συμβάσεων. Άλλωστε, τα ξένα χαρακτικά που κυκλοφορούσαν ευρέως στα εργαστήρια εκείνα τα χρόνια… αλλά ίσως πρέπει να εστιάσουμε πρωτίστως στην ίδια τη διαχείριση της πινελιάς και του φωτός. Στη Δύση η γεωμετρική, αυστηρή προοπτική, στην Ανατολή ο άχρονος, ιδεαλιστικός νοηματικός χώρος. Ο Πουλάκης επιχειρεί μια επικίνδυνη σύζευξη —παλαιά ιδεολογήματα εγκιβωτισμένα σε νεωτερικά, αναγεννησιακά σώματα— στήνοντας πρακτικά ένα αρχιτεκτονικό παραβάν.
Το Φως, τα Μεγέθη και η Εγκόσμια Κλίμακα
Στη βάση της μεγάλης κλίμακας, δυο ογκώδη λιοντάρια παρατηρούν σιωπηλά τη σκηνή. Καθισμένα παθητικά, εγγράφουν τη δική τους, σχεδόν γλυπτική, μνημειακότητα πάνω στο μαρμάρινο δάπεδο του ναού. Και το φως χτυπά σκληρά στις πέτρινες επιφάνειες, και οι σκιές βαθαίνουν στις πτυχώσεις των ρούχων, και οι παλαιές ιεραρχίες των μεγεθών καταργούνται οριστικά.
Η σχεδιαστική απόδοση των κτιρίων γύρω, αν και ενίοτε αμήχανη στην αυστηρή προοπτική της συνέπεια, υποχρεώνει το μάτι να περιπλανηθεί. Περιπλανιέται σε διακοσμητικές λεπτομέρειες, σε καμάρες και υπερώα, τα οποία δεν εξυπηρετούν καμία θεολογική αναγκαιότητα. Διεκδικούν, απλώς, την αυτονομία της ζωγραφικής πράξης, αποδεσμευμένα από την ανάγκη να υπηρετούν τυφλά το ιερό δόγμα.

Το Κεντρικό Επεισόδιο: Ιωακείμ, Άννα και Ζαχαρίας
Μετατοπίζοντας την οπτική προσοχή στον αφηγηματικό πυρήνα, η βαρύτητα της σύνθεσης εντοπίζεται εξολοκλήρου στις χειρονομίες. Ο αρχιερέας Ζαχαρίας, —αδιαμφισβήτητος φορέας του ιουδαϊκού, παλαιού νόμου, αυστηρός και άτεγκτος στην όψη— προτείνει τις παλάμες του. Προτείνει τις παλάμες του για να παραλάβει, ίσως και να ευλογήσει, το αφιερωμένο νήπιο. Η μικρή Μαρία ανακόπτει με την παρουσία της την ορμητική κίνηση. Σκούρα ντυμένη, συρρικνωμένη σχεδόν ανάμεσα στα επιβλητικά σώματα των ενηλίκων, λειτουργεί ως το μοναδικό σημείο επαφής των δύο κόσμων. Το ότι η μεταβίβασή της πραγματοποιείται με εμφανή, ανθρώπινη διστακτικότητα, απομακρύνει τη σκηνή από την ψυχρή ιεροπρέπεια της πρώιμης βυζαντινής περιόδου.
Αναζητώντας τον Φυσικό Όγκο
Γενειάδα σκληρή, μάτια προσηλωμένα, βαθιές πτυχές που πασχίζουν, σχεδόν αγωνιωδώς, να δημιουργήσουν την αίσθηση ενός πραγματικού, βαρύ φυσικού σώματος κάτω από το ύφασμα. Αντιστρόφως, οι γονείς της Μαρίας απεικονίζονται με μια γήινη, ήρεμη συγκράτηση. Ο χρωστήρας —άλλοτε επίμονος στην περιγραφική λεπτομέρεια και άλλοτε ελαφρώς βιαστικός— διαμορφώνει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους με συνεχείς εναλλαγές θερμών και ψυχρών τόνων. Των ηλικιωμένων, κουρασμένων μορφών η παρουσία στερείται της άκαμπτης εξιδανίκευσης που απαιτούσαν απαρέγκλιτα οι παλαιότεροι, μεσοβυζαντινοί κανόνες.
Όχι μόνο τα βαριά ενδύματα, αλλά και η ίδια η στάση των σωμάτων αποκαλύπτει περίτρανα τη μετάβαση της τέχνης. Της Άννας τα δάχτυλα, ισχνά, οριακά αγγίζουν το σώμα του παιδιού της. Εντοπίζεται μια ανεπαίσθητη, σχεδόν κρυφή, αντίσταση σε αυτή την ύστατη χειρονομία. Το έντονο πορτοκαλί του ιματίου της αναπτύσσει μια παλλόμενη χρωματική επιφάνεια, ενώ η ίδια της η κίνηση υποχωρεί, σιωπηλά, προς τα πίσω.
Η Γυναικεία Συνοδεία: Αστικά Δάνεια
Αναρωτιέται συχνά ο μελετητής πώς ακριβώς διεισδύει η καθημερινότητα στα αυστηρά, σχεδόν απροσπέλαστα όρια της θρησκευτικής αφήγησης. Στο δεξιό τμήμα της σύνθεσης, η απάντηση παρατίθεται ρητά, χωρίς ίχνος ενοχής ή αναστολής. Η πυκνή ομάδα των νεαρών κοριτσιών απορρίπτει πλήρως την αφαιρετική, ισοπεδωτική ομοιομορφία του παρελθόντος. Κρατούν στα χέρια τους ψηλές λαμπάδες, όμως η ανθρώπινη υπόστασή τους εγγράφεται πλέον σε ένα καθαρά εγκοσμιοποιημένο πλαίσιο, απαλλαγμένο από αγγελικές ιδιότητες.
Το Ένδυμα ως Κοινωνικό Σύμβολο της Εποχής
Φλαμανδικές, περίπλοκες κομμώσεις, εξεζητημένα δεσίματα, βαριά υφάσματα που διαγράφουν τους ώμους — τα νεαρά αυτά πρόσωπα φέρουν ανεξίτηλα ίχνη ενετικής αστικής ζωής. Συχνά σκέφτομαι, παρατηρώντας τα λαμπερά περιδέραιά τους… ενδεχομένως αυτού του είδους η υπερβολική διακοσμητικότητα να αφαιρεί κάτι από την ουσία. Αλλά ίσως είναι προτιμότερο να παραμείνουμε στην καθαρά τεχνική, οπτική απόδοση των μορφών. Τα ανοιχτά ντεκολτέ και τα πολύτιμα, αστραφτερά πετράδια μαρτυρούν μια κοινωνία βαθιά εξοικειωμένη με την ευρωπαϊκή υλικότητα, απόλυτα ικανή να την εντάξει στη λατρευτική της πρακτική.
Άλλοτε η ζωγραφική υποτασσόταν τυφλά στο θεολογικό κείμενο, άλλοτε το κείμενο χρησιμοποιούνταν απλώς ως ένα εύσχημο πρόσχημα για ελεύθερη ζωγραφική. Εδώ βλέπουμε ξεκάθαρα δέσποινες της ανερχόμενης αστικής τάξης του δεκάτου εβδόμου αιώνα. Συμμετέχουν στη δράση όχι ως υπερβατικές, άυλες οντότητες, αλλά ως ζωντανοί μάρτυρες μιας ρευστής εποχής. Μιας εποχής, ακριβώς, που απαιτούσε πιεστικά από την εικόνα να αντικατοπτρίζει, έστω και αποσπασματικά, τη δική της ιστορική πραγματικότητα.
Το Υλικό Ίχνος και το Μετέωρο Βήμα
Του ξύλου οι εγγενείς περιορισμοί εγκλωβίζουν, και συχνά ματαιώνουν, τις ευρύτερες χωρικές προθέσεις των δημιουργών. Παρατηρούμε τον παλαιό, παραδοσιακό χρυσό κάμπο να υποχωρεί απελπισμένα. Να υποχωρεί, σχεδόν ασφυκτιώντας κάτω από τα ογκώδη αρχιτεκτονικά μέλη και τα βαριά, πολυτελή σκηνικά παραπετάσματα του μπαρόκ. Το συγκεκριμένο υλικό τεκμήριο, ενσωματώνοντας με μαεστρία τις βαθιές αντιφάσεις της εποχής του, καταγράφει με ανατριχιαστική ακρίβεια την υπαρξιακή ανησυχία της τέχνης εκείνων των δεκαετιών.
Και ενώ η γενική διάταξη των κεντρικών προσώπων φαίνεται να δηλώνει μια ακλόνητη ευστάθεια, η ίδια η υφή των απλωμένων χρωμάτων προδίδει εσωτερική ρευστότητα. Το πινέλο του Κρητικού καλλιτέχνη αναζητά διαρκώς αδύνατες ισορροπίες ανάμεσα στη βυζαντινή μνήμη και τη σύγχρονη, αναγεννησιακή εμπειρία. Διατηρεί ωστόσο, άθελά του, τη φθορά που επιβάλλει αδυσώπητα ο ιστορικός χρόνος στις ιδέες.
Οι πρωταγωνιστές αποφεύγουν συστηματικά την άμεση βλεμματική επαφή. Στρέφονται προς σημεία, συχνά ακαθόριστα, εκτός του κέντρου, πλήρως παραδομένοι σε μια σιωπηλή εσωτερική διεργασία. Ένα χέρι μένει να αιωρείται ελαφρά δίπλα στο ύφασμα, ρίχνοντας μια αμυδρή σκιά στο μαρμάρινο δάπεδο.

