Η Είσοδος της Θεοτόκου στον Ναό στο Μηνολόγιο του Βασιλείου Β΄: Σπουδή στο Φως και την Αρχιτεκτονική

Μικρογραφία Εισοδίων Της Θεοτόκου Από Το Μηνολόγιο Βασιλείου Β Με Χρυσό Βάθος Και Αρχιτεκτονική.

Η Είσοδος της Θεοτόκου στον Ναό, αριστουργηματική μικρογραφία από το Μηνολόγιο του Βασιλείου Β΄ (985 μ.Χ.), που φυλάσσεται στη Βατικανή Βιβλιοθήκη.

Στέκεσαι μπροστά σε αυτό το μικρό τετράγωνο της ιστορίας. Μια μικρογραφία είναι. Τίποτα περισσότερο από χρώμα πάνω σε περγαμηνή, κι όμως… πόσο βάρος μπορεί να σηκώσει η ύλη; Το βλέμμα πέφτει κατευθείαν στο χρυσό. Όχι στο πρόσωπο. Στο χρυσό βάθος. Είναι τρομακτικό σχεδόν. Σε αφήνει μετέωρο. Δεν υπάρχει ορίζοντας εδώ, δεν υπάρχει διαφυγή για το μάτι του θεατή που έχει συνηθίσει στην προοπτική της Δύσης, στην ψευδαίσθηση του τρισδιάστατου χώρου. Εδώ ο χώρος καταργείται. Ή μάλλον… μεταμορφώνεται σε χρόνο.

Βρισκόμαστε στο έτος 985 περίπου. Στην Κωνσταντινούπολη. Το Μηνολόγιο του Βασιλείου Β΄, αυτός ο κολοσσός της Μακεδονικής Αναγέννησης που φυλάσσεται σήμερα στη Βατικανή Βιβλιοθήκη (Vat. gr. 1613), δεν είναι ένα απλό βιβλίο. Είναι ένα μνημείο. Και η συγκεκριμένη παράσταση, η Είσοδος της Θεοτόκου στον Ναό, φέρει πάνω της όλα τα σημάδια μιας εποχής που έψαχνε απεγνωσμένα την ισορροπία ανάμεσα στο κλασικό και το πνευματικό. Ανάμεσα στο σώμα που πονάει και στο πνεύμα που σώζεται.

Κοιτάς τη σύνθεση. Υπάρχει μια αταξία στην τάξη της. Θα περίμενε κανείς μια αυστηρή συμμετρία, αλλά όχι… Ο ζωγράφος –ποιος ξέρει ποιο χέρι από τα οκτώ που εργάστηκαν στο χειρόγραφο– σπάει τη μονοτονία. Το κτίριο δεσπόζει. Βαραίνει. Είναι η θεσμική εκκλησία; Είναι ο Νόμος της Παλαιάς Διαθήκης; Τα ντουβάρια μοιάζουν αδιαπέραστα. Και μπροστά; Μια πομπή. Γυναίκες. Πολλές γυναίκες. Αν το σκεφτείς, το Μηνολόγιο αυτό είναι γεμάτο από αυτές. Περίπου το 60% των απεικονίσεων αφορά γυναικείες μορφές μαρτύρων που στέκονται εκεί, συχνά με μια ανδρική γενναιότητα, αινιγματικές. Εδώ όμως δεν έχουμε μάρτυρες με την έννοια του αίματος. Έχουμε μάρτυρες του φωτός. Κρατούν λαμπάδες. Η φλόγα τρεμοπαίζει; Όχι. Είναι σταθερή. Σαν τη πίστη που δεν ζητά αποδείξεις αλλά εμπειρία.

Αναρωτιέσαι βλέποντας το έργο: Πού τελειώνει η τέχνη και πού αρχίζει η θεολογία; Ή μήπως αυτός ο διαχωρισμός είναι δική μας εφεύρεση, μια σύγχρονη παθογένεια που κατακερματίζει την ενότητα της ζωής; Ο βυζαντινός τεχνίτης δεν είχε τέτοια διλήμματα. Ζωγράφιζε προσευχόμενος. Ή ίσως, ζωγράφιζε για να μην τρελαθεί από το δέος. Η εικόνα αυτή είναι μια πρόταση ζωής. Μια πρόταση κοινωνίας προσώπων που κινούνται προς το κέντρο, προς το ιερό.

Η αρχιτεκτονική του θείου και η ανθρώπινη κίνηση

Η σκηνή οργανώνεται με έναν τρόπο που θυμίζει θεατρική σκηνή, αλλά χωρίς θεατές. Εμείς είμαστε οι παρείσακτοι. Κοιτάμε από μια κλειδαρότρυπα του χρόνου. Αριστερά, το κτιριακό συγκρότημα. Δεν είναι ρεαλιστικό, ας μην γελιόμαστε. Κανένας ναός δεν ήταν ακριβώς έτσι. Είναι ένα ιδεόγραμμα ναού. Ένας τρούλος –ή μήπως κιβώριο;– που στηρίζεται σε κίονες. Η κλασική παιδεία του καλλιτέχνη φωνάζει εδώ. Βλέπεις την αίσθηση του μέτρου, την προσπάθεια να αποδοθεί η τρίτη διάσταση στο βήμα, στο σκαλοπάτι που οδηγεί στα Άγια των Αγίων. Αλλά μετά… το βάθος χάνεται.

Η μικρή Μαρία και ο Ζαχαρίας

Και στο κέντρο της προσοχής, αν και όχι γεωμετρικά στο κέντρο, η Παναγία. Παιδίσκη τριετίζουσα. Είναι μικρή. Πολύ μικρή σε σχέση με την επιβλητική φιγούρα του αρχιερέα Ζαχαρία που την υποδέχεται. Κι όμως, κοιτάξτε τη στάση της. Δεν υπάρχει φόβος. Δεν υπάρχει η συστολή που θα περίμενε κανείς από ένα νήπιο που αποχωρίζεται τους γονείς. Υπάρχει μια ωριμότητα που τρομάζει. Φοράει το μαφόριο, το χρώμα της γης και του αίματος, σε αντίθεση με τα φωτεινά ενδύματα των άλλων παρθένων. Είναι σαν να κουβαλάει ήδη το πένθος και τη δόξα μαζί.

Ο Ζαχαρίας σκύβει. Αυτή η κλίση του σώματος… Είναι μια κίνηση ταπείνωσης; Ή μήπως μια κίνηση στοργής; Το χέρι του εκτείνεται για να την παραλάβει. Είναι η στιγμή που η Παλαιά Διαθήκη παραδίδει τη σκυτάλη στην Καινή. Αλλά ας μην μείνουμε στους συμβολισμούς. Ας δούμε τη γραμμή. Το πλάσιμο της μορφής του ιερέα είναι στιβαρό. Οι πτυχώσεις στο ρούχο του ακολουθούν μια λογική, μια φυσιοκρατική ροή που θυμίζει ελληνιστικά πρότυπα. Υπάρχει σώμα κάτω από το ρούχο. Δεν είναι άυλο φάντασμα. Είναι άνθρωπος με σάρκα και οστά που βιώνει το θαύμα.

Κι εδώ ακριβώς εντοπίζεται μια “ρωγμή” στη λογική μας. Πώς γίνεται μια τέχνη που θέλει να μιλήσει για τα ουράνια, να επιμένει τόσο πολύ στην υλική υπόσταση των πραγμάτων; Ίσως γιατί η σωτηρία δεν είναι φυγή από την ύλη, αλλά μεταμόρφωσή της. Ο καλλιτέχνης του Βασιλείου Β΄ το ξέρει αυτό. Δεν περιφρονεί το σώμα. Το δοξάζει.

Λεπτομέρεια Της Μικρής Μαρίας Στα Εισόδια Της Θεοτόκου Ενώ Πλησιάζει Τον Ιερέα Ζαχαρία Στο Ναό.

Η τριετίζουσα Μαρία στέκεται με ωριμότητα μπροστά στον Ζαχαρία, σε μια σκηνή των Εισοδίων της Θεοτόκου που συνδυάζει το θείο με το ανθρώπινο στοιχείο.

Η πομπή των λαμπαδηφόρων

Πίσω από τη Μαρία, οι νεανίδες. Μια ομάδα, ένα σώμα. Κοινωνία προσώπων και πάλι. Δεν είναι άτομα απομονωμένα, χαμένα στον εγωισμό τους ή στην ιδιωτική τους θρησκευτικότητα. Είναι κοινότητα. Κρατούν τις λαμπάδες αναμμένες. Το φως αυτό δεν φωτίζει τον χώρο –ο χώρος είναι ήδη φως λόγω του χρυσού κάμπου– αλλά φωτίζει τα πρόσωπά τους.

Παρατηρήστε την ποικιλία στις στάσεις τους. Δεν είναι στρατιωτάκια ακούνητα. Κάποιες στρέφουν το κεφάλι, συνομιλούν; Ίσως. Υπάρχει μια αμεσότητα, μια ζωηρότητα που σπάει την ιερατική ακινησία. Τα ρούχα τους έχουν χρώματα έντονα –μπλε, κόκκινα, πράσινα– που δημιουργούν έναν ρυθμό, μια μουσικότητα στο μάτι. Σαν νότες σε πεντάγραμμο. Αυτός ο ρυθμός είναι που οδηγεί το βλέμμα μας προς τα δεξιά, προς την είσοδο, σπρώχνοντας απαλά τη μικρή Μαρία προς το πεπρωμένο της.

Η τεχνική εδώ είναι απαράμιλλη. Ο “ζωγραφικός τρόπος” της εποχής, με τις μαλακές μεταβάσεις των τόνων, δίνει όγκο και πνοή. Δεν έχουμε τη σκληρή γραμμικότητα μεταγενέστερων εποχών. Εδώ υπάρχει ακόμα η ανάμνηση της αρχαίας ζωγραφικής. Τα πρόσωπα έχουν ροδαλές παρειές. Είναι ζωντανά. Αναπνέουν. Κι αναρωτιέσαι… γιατί χάσαμε αυτή την αίσθηση της ζωντάνιας σήμερα; Γιατί η θρησκευτικότητά μας έγινε συχνά τόσο κατηφής, τόσο γκρίζα, ενώ εδώ, στον 10ο αιώνα, ξεχειλίζει από χρώμα και φως; Μήπως φταίει η δική μας εσωτερική μιζέρια που δεν μας αφήνει να δούμε την ομορφιά;

Η αρχιτεκτονική στο βάθος, πίσω από τις κοπέλες, ένας τοίχος με ανοίγματα, μοιάζει να τις προστατεύει αλλά και να τις περιορίζει. Είναι ο χώρος της ιστορίας. Μέσα εκεί κινούνται. Αλλά το χρυσό φόντο από πάνω… α, αυτό το χρυσό. Είναι η αιωνιότητα που εισβάλλει στην ιστορία. Δεν υπάρχει ταβάνι. Ο ναός είναι ανοιχτός προς τα πάνω. Η επικοινωνία είναι κάθετη.

Τελικά, τι βλέπουμε; Ένα ιστορικό γεγονός; Μια εικαστική άσκηση υψηλής τεχνικής; Ή μήπως την αγωνία του ανθρώπου να βρει τη θέση του μέσα σε ένα σχέδιο που τον ξεπερνά; Η μικρογραφία αυτή δεν δίνει απαντήσεις. Θέτει ερωτήματα. Σε καλεί να μπεις κι εσύ στην πομπή. Να κρατήσεις τη δική σου λαμπάδα. Όχι ως θεατής σε μουσείο, αλλά ως συμμέτοχος σε ένα μυστήριο που συμβαίνει τώρα, καθώς κοιτάς την εικόνα. Η τέχνη του Μηνολογίου δεν είναι για να τέρπει την όραση μόνο. Είναι για να αφυπνίζει. Και ίσως, λέω ίσως, αυτή η αφύπνιση να είναι πιο αναγκαία σήμερα από ποτέ, σε έναν κόσμο που έχει ξεχάσει πώς να στέκεται με δέος μπροστά στο ιερό, είτε αυτό είναι Θεός, είτε είναι άνθρωπος, είτε είναι απλώς λίγο χρώμα πάνω σε παλιά περγαμηνή.