Τα Εισόδια της Θεοτόκου 14ος αιώνας: Μια Εικαστική Μαρτυρία της Σχολής του Βορρά

Η Πλήρης Εικόνα Εισόδια Της Θεοτόκου 14Ος Αιώνας Από Τη Σχολή Του Βορρά Στο Ρωσικό Μουσείο.
Η Εικόνα Εισόδια Της Θεοτόκου 14Ος Αιώνας Αποτελεί Χαρακτηριστικό Δείγμα Της Σχολής Του Βορρά, Με Έντονα Χρώματα Και Πνευματικό Βάθος Στη Σύνθεση.

Στέκεται κανείς μπροστά σε αυτό το ξύλο και αναρωτιέται. Τι είναι αυτό που βλέπουμε τελικά. Είναι απλώς χρώματα; Είναι η ιστορία μιας τεχνικής που χάθηκε ή μήπως μια προσπάθεια του ανθρώπου να πιάσει το άπιαστο. Η εικόνα Εισόδια της Θεοτόκου του 14ου αιώνα που φυλάσσεται στο Ρωσικό Μουσείο δεν είναι ένα τυχαίο αντικείμενο. Κουβαλάει πάνω της το κρύο του Βορρά και τη φλόγα μιας πίστης που δεν ήξερε από συμβιβασμούς. Κοιτάζοντας την, η πρώτη αίσθηση είναι μια παράξενη ηρεμία, μια τάξη που μοιάζει να έρχεται από αλλού. Δεν είναι η φυσιοκρατική αναπαράσταση που έχουμε συνηθίσει στη Δύση. Εδώ τα πράγματα είναι αλλιώς. Πιο αυστηρά. Πιο εσωτερικά.

Ίσως γιατί ο καλλιτέχνης, άγνωστος σε εμάς, δεν ήθελε να ζωγραφίσει ένα κορίτσι που ανεβαίνει τα σκαλιά. Ήθελε να ζωγραφίσει το πέρασμα. Τη μετάβαση από τον κόσμο της φθοράς στον χώρο του ιερού. Και το κάνει με έναν τρόπο που σε αιφνιδιάζει. Με χρώματα που φωνάζουν και σχήματα που σωπαίνουν. Η Σχολή του Βορρά, αυτή η ιδιαίτερη καλλιτεχνική έκφραση που άνθισε μακριά από τα μεγάλα κέντρα, έχει μια δική της λογική. Μια λογική που αφαιρεί τα περιττά. Που κρατάει την ουσία. Όπως ακριβώς και η θεολογική σκέψη της εποχής, που προσπαθούσε να βρει τον Θεό όχι στα πολλά λόγια αλλά στην εμπειρία της κοινωνίας.

Κι εδώ ακριβώς εντοπίζεται το ενδιαφέρον. Στο πώς δηλαδή η τέχνη γίνεται φορέας νοήματος χωρίς να φλυαρεί. Βλέπουμε τη σύνθεση και νιώθουμε ότι κάτι λείπει. Ίσως η προοπτική; Ίσως ο ρεαλισμός; Όχι. Αυτό που λείπει είναι ο θόρυβος. Όλα είναι τοποθετημένα με μια σοφία που τρομάζει. Οι μορφές δεν πατάνε απλώς στη γη, μοιάζουν να αιωρούνται σε έναν χώρο πνευματικό, όπου οι νόμοι της βαρύτητας έχουν καταργηθεί ή μάλλον έχουν αντικατασταθεί από άλλους νόμους, πνευματικούς.

Κι ενώ το μάτι προσπαθεί να καταλάβει τις λεπτομέρειες, το μυαλό ταξιδεύει στην εποχή. Σε εκείνον τον 14ο αιώνα που ήταν γεμάτος αναταραχές αλλά και γεμάτος φως. Υπάρχει ένα έντονο ακαδημαϊκό ενδιαφέρον για το πώς αυτές οι φόρμες ταξίδεψαν, πώς οι ιδέες μετακινήθηκαν από το Βυζάντιο στον παγωμένο Βορρά και πώς εκεί, μέσα στην απομόνωση και την σκληρότητα του κλίματος, μεταμορφώθηκαν σε κάτι νέο. Κάτι που δεν είναι πια αντίγραφο, αλλά πρωτότυπη δημιουργία. Μια κραυγή σιωπής.

Η Ζωγραφική Γλώσσα του Βορρά και η Λειτουργία του Χώρου

Δεν ξέρω αν έχουμε ποτέ σταθεί με την πρέπουσα προσοχή απέναντι στην τόλμη αυτών των ζωγράφων. Συνηθίζουμε να τους κρίνουμε με τα μέτρα της Αναγέννησης και εκεί χάνουμε το παιχνίδι. Χάνουμε την ουσία. Η συγκεκριμένη εικόνα είναι ένα μάθημα ελευθερίας. Παρατηρήστε τα κτίρια στο βάθος. Δεν είναι σπίτια. Δεν είναι ναοί με την έννοια της αρχιτεκτονικής στατικής. Είναι παραπετάσματα. Είναι σκηνικά μιας θείας λειτουργίας που τελείται αιώνια. Ο ζωγράφος δεν ενδιαφέρεται να μας δείξει πώς χτίζονταν οι ναοί στην Ιερουσαλήμ. Αδιαφορεί πλήρως για την ιστορική ακρίβεια του κτίσματος. Τον καίει η θεολογική αλήθεια. Ότι ο ναός είναι ο χώρος όπου ο άνθρωπος συναντά το θείο.

Η γεωμετρία της συνάντησης και τα χρώματα της σιωπής

Και πώς το αποδίδει αυτό. Με χρώματα. Κυρίως με αυτό το κόκκινο και το γήινο της ώχρας που κυριαρχούν. Δεν είναι διακοσμητικά στοιχεία. Είναι δηλώσεις ταυτότητας. Το κόκκινο του υφάσματος που ενώνει τα κτίρια, το λεγόμενο velum, δεν είναι απλώς ένα πανί. Είναι η ένδειξη ότι όσα βλέπουμε συμβαίνουν σε εσωτερικό χώρο, αλλά ταυτόχρονα και σε έναν χώρο που μας ξεπερνά. Η γεωμετρία της σύνθεσης είναι αυστηρή. Σχεδόν μουσική.

Ας κοιτάξουμε προσεκτικά την κίνηση. Υπάρχει μια ροή από τα αριστερά προς τα δεξιά. Μια πομπή. Οι γονείς, ο Ιωακείμ και η Άννα, ακολουθούν αλλά δεν πιέζουν. Στέκονται με μια συστολή. Πόσο ανθρώπινο και πόσο θεϊκό μαζί. Να παραδίδεις το παιδί σου και να ξέρεις ότι πια δεν σου ανήκει. Η φιγούρα της Παναγίας, μικρή σε μέγεθος αλλά ενήλικη στη στάση, είναι το κέντρο του κόσμου σε αυτή τη στιγμή. Δεν είναι ένα νήπιο που παραπατάει. Είναι μια ύπαρξη αποφασισμένη. Φοράει το μαφόριο με έναν τρόπο που προμηνύει το μέλλον της. Το βλέμμα της δεν κοιτάζει πίσω. Κοιτάζει μόνο μπροστά, προς τον Ζαχαρία, προς το πεπρωμένο της.

Κι εδώ έρχεται η μεγάλη “ρωγμή” στην λογική μας. Πώς γίνεται ένα παιδί τριών ετών να έχει τέτοια ωριμότητα. Ο ζωγράφος μας κλείνει το μάτι. Μας λέει, μην κοιτάτε την ηλικία του σώματος. Κοιτάξτε την ηλικία της ψυχής. Η εικόνα Εισόδια της Θεοτόκου 14ος αιώνας της Σχολής του Βορρά δεν κάνει ψυχολογική ανάλυση με τη σύγχρονη έννοια. Κάνει οντολογική τομή. Μας δείχνει το πρόσωπο όχι όπως φαίνεται, αλλά όπως είναι στην προοπτική της αιωνιότητας.

Το αρχιτεκτονικό βάθος, με τους ψηλούς πύργους και τα ανοίγματα, μοιάζει να σφίγγει τις μορφές αλλά και να τις προστατεύει. Είναι σαν ο χώρος να συμμετέχει στο μυστήριο. Δεν είναι νεκρό φόντο. Αναπνέει. Τα κτίρια γέρνουν ελαφρά, υπακούοντας σε μια εσωτερική ρυθμολογία, μια αντίστροφη προοπτική που φέρνει το θέμα προς τον θεατή αντί να το απομακρύνει. Μας καλεί να μπούμε μέσα. Να γίνουμε μέρος της πομπής.

Λεπτομέρεια Με Τους Γονείς Ιωακείμ Και Άννα Στην Εικόνα Εισόδια Της Θεοτόκου 14Ος Αιώνας.

Ο χορός των παρθένων και η κοινωνία των προσώπων

Πίσω από την κεντρική σκηνή, υπάρχει εκείνη η ομάδα των κοριτσιών. Οι λαμπαδηφόρες. Αν προσέξει κανείς, θα δει ότι δεν είναι ξεχωριστές μονάδες. Είναι ένα σώμα. Μια κοινότητα. Τα πρόσωπά τους μοιάζουν, οι κινήσεις τους είναι σχεδόν πανομοιότυπες. Κι όμως, δεν είναι μάζα. Είναι κοινωνία. Κρατούν τις λαμπάδες όχι για να φέξουν – το φως στην εικόνα δεν έρχεται από τις λαμπάδες, έρχεται από παντού – αλλά για να τιμήσουν.

Η λεπτομέρεια αυτή είναι συγκλονιστική αν το καλοσκεφτείς. Στην εποχή μας, που η ατομικότητα έχει γίνει σημαία και ο καθένας μας ζει κλεισμένος στο καβούκι του εγώ του, αυτή η εικόνα προβάλλει μια άλλη πρόταση ζωής. Την κοινή πορεία. Κανείς δεν σώζεται μόνος του. Ούτε καν η Θεοτόκος δεν πηγαίνει μόνη στο ναό. Συνοδεύεται. Η χαρά της γιορτής είναι συλλογική υπόθεση.

Τα ενδύματα των κοριτσιών, με τις πτυχώσεις που πέφτουν κάθετα, δημιουργούν έναν ρυθμό που θυμίζει κιονοστοιχία. Στηρίζουν οπτικά τη σύνθεση. Αν τις αφαιρούσες, η εικόνα θα κατέρρεε. Θα έχανε την ισορροπία της. Αυτή η αίσθηση του μέτρου, της αρμονίας που δεν φωνάζει, είναι χαρακτηριστικό της σπουδαίας τέχνης. Ο ζωγράφος δεν προσπαθεί να εντυπωσιάσει με περίτεχνα μοτίβα στα ρούχα. Χρησιμοποιεί απλές γραμμές, καθαρά χρώματα. Λες και θέλει να πει ότι η ομορφιά βρίσκεται στην απλότητα. Στην αφαίρεση.

Και ο Ζαχαρίας. Σκυφτός, με σεβασμό, υποδέχεται το μικρό κορίτσι. Η σχέση των χεριών τους είναι όλη η ιστορία. Ένα άγγιγμα που δεν είναι κράτημα, αλλά αποδοχή. Ο ιερέας, εκπρόσωπος του παλιού νόμου, υποδέχεται την Κιβωτό της νέας διαθήκης. Υπάρχει μια ένταση εδώ. Μια σιωπηλή συνομιλία γενεών. Το παλιό που γερνάει και το νέο που έρχεται να ανακαινίσει τον κόσμο.

Συχνά αναρωτιέμαι, βλέποντας τέτοια έργα, πόσο έχουμε απομακρυνθεί από αυτή την άμεση γλώσσα. Ψάχνουμε νοήματα σε περίπλοκες αναλύσεις και χάνουμε το προφανές που είναι μπροστά στα μάτια μας. Η τέχνη αυτή δεν φτιάχτηκε για να στολίζει τοίχους μουσείων. Φτιάχτηκε για να λειτουργεί. Για να μιλάει σε ανθρώπους που πονούσαν, που ελπίζανε, που πίστευαν. Η φθορά του χρόνου πάνω στην επιφάνεια του ξύλου, τα ραγίσματα, το ξεθώριασμα σε ορισμένα σημεία, όλα αυτά δεν μειώνουν την αξία της. Αντίθετα, προσθέτουν. Είναι τα σημάδια της ανθρώπινης ιστορίας που ακουμπάει πάνω στο ιερό.

Η χρήση του χώρου στην εικόνα του Ρωσικού Μουσείου, με την τολμηρή σχηματοποίηση, μας δείχνει ότι η Σχολή του Βορρά δεν ήταν μια επαρχιακή προσπάθεια μίμησης. Ήταν μια δυναμική ερμηνεία. Οι καλλιτέχνες αυτοί είχαν το θάρρος να δουν τον κόσμο με τα δικά τους μάτια. Να δουν το φως μέσα από το πρίσμα της δικής τους πνευματικότητας. Και αυτό το φως, ακόμη και σήμερα, αιώνες μετά, έχει τη δύναμη να μας συγκινεί. Να μας σταματάει για λίγο από τον τρελό ρυθμό της καθημερινότητας και να μας ψιθυρίζει κάτι για μια χαμένη αλήθεια. Για μια κοινωνία προσώπων που ίσως, λέω ίσως, να είναι ακόμα εφικτή.

Γιατί τελικά, τι είναι αυτή η εικόνα; Ένα παράθυρο. Και εξαρτάται από εμάς αν θα το κρατήσουμε κλειστό ή αν θα το ανοίξουμε για να μπει λίγος καθαρός αέρας στο δωμάτιο της ύπαρξής μας.