Οι Κεκοιμημένοι Φιλανθρωπηνοί

Χαρακτηριστικά Προσώπου Και Φωτοσκιάσεις Στους Κεκοιμημένους Κτήτορες Φιλανθρωπηνούς.

Οι Κεκοιμημένοι Φιλανθρωπηνοί αποδίδονται με ρεαλιστικά χαρακτηριστικά, ξεφεύγοντας από την αυστηρή τυποποίηση της βυζαντινής αγιογραφίας.

Τοιχογραφία – Μονή Φιλανθρωπινών, Ιωάννινα, Ελλάδα.

Κοιτάς αυτές τις μορφές και αναρωτιέσαι αν κοιμούνται ή αν απλώς έχουν κλείσει τα μάτια για να δουν κάτι που εμείς, οι ζωντανοί, αγνοούμε. Δεν είναι άγιοι με την αυστηρή έννοια, δεν φέρουν φωτοστέφανα που θαμπώνουν, είναι άνθρωποι, οι Φιλανθρωπηνοί. Στέκονται εκεί, στον τοίχο, αιώνιοι κτήτορες, έχοντας μετατρέψει τον θάνατο σε μια διαρκή παρουσία, μια στάση ζωής που μοιάζει να αψηφά τον χρόνο. Η αποτύπωσή τους δεν είναι μια απλή ιστορική καταγραφή, είναι μια εικαστική μαρτυρία που ακροβατεί ανάμεσα στον ρεαλισμό της προσωπογραφίας και την πνευματικότητα της βυζαντινής παράδοσης. Είναι παράξενο το πώς η τέχνη καταφέρνει να κάνει την απουσία τόσο χειροπιαστή, σχεδόν σωματική.

Η χροιά της θνητότητας και η υπέρβαση του όγκου

Το βλέμμα πέφτει αμέσως στα πρόσωπα. Εδώ ο ζωγράφος δεν ακολουθεί την πεπατημένη της εξιδανίκευσης. Βλέπουμε χαρακτηριστικά συγκεκριμένα, ατομικά. Μια μύτη ίσως λίγο πιο κυρτή, ένα πηγούνι που δηλώνει αποφασιστικότητα, μάτια που, ακόμη και κλειστά ή χαμηλωμένα, φέρουν το βάρος μιας βιωμένης ζωής. Υπάρχει μια “ανθρωπιά” στην τεχνοτροπία, μια προσπάθεια να διασωθεί η μοναδικότητα του προσώπου μέσα στην αιωνιότητα της εκκλησίας. Δεν είναι απρόσωπες φιγούρες· είναι αυτοί που περπάτησαν σε αυτά τα χώματα, που πόνεσαν, που ήλπισαν.

Το ένδυμα ως ιστορία και ως χρώμα

Προσέξτε τα ρούχα τους. Ο καλλιτέχνης δίνει μεγάλη έμφαση στην ενδυμασία, η οποία λειτουργεί ως ταυτότητα της κοινωνικής τους θέσης αλλά και ως πεδίο χρωματικού πειραματισμού. Οι πτυχώσεις δεν πέφτουν τυχαία. Έχουν βάρος. Ακολουθούν την κίνηση του σώματος που υποκλίνεται ή αναπαύεται, δημιουργώντας μια αίσθηση όγκου που είναι γήινος, υλικός.

Σε αντίθεση με τις εξαϋλωμένες μορφές των ασκητών που βλέπουμε συχνά σε άλλους ναούς, εδώ οι Φιλανθρωπηνοί διατηρούν τη σωματικότητά τους. Το χρώμα είναι πλούσιο, με τόνους που θυμίζουν βελούδο και μετάξι, υλικά της εποχής τους, που όμως τώρα έχουν αποκτήσει μια πατίνα πνευματικότητας. Ο ζωγράφος παίζει με το φως και τη σκιά όχι για να δραματοποιήσει, αλλά για να δώσει υπόσταση.

Υπάρχει μια λεπτή ισορροπία εδώ. Μια ρωγμή στην τυπική βυζαντινή αυστηρότητα. Από τη μια βλέπεις την επισημότητα του άρχοντα και ξαφνικά, σε μια λεπτομέρεια, σε ένα σφίξιμο των χειλιών ή στην κλίση του κεφαλιού, διακρίνεις την αγωνία του θνητού. Την αγωνία να μην ξεχαστεί. Είναι σαν να μας λένε: “Υπήρξαμε. Και επειδή υπήρξαμε, είμαστε ακόμα εδώ”. Αυτή η ανάγκη για μνήμη, για κοινωνία με τους επερχόμενους, είναι που καθιστά το έργο συγκλονιστικά ανθρώπινο.

Η τεχνική θυμίζει έντονα τις αναζητήσεις της Κρητικής Σχολής, ίσως με μια πιο λαϊκή, πιο άμεση πινελιά που χαρακτηρίζει την Ηπειρωτική τέχνη. Δεν υπάρχει η ψυχρότητα του μαρμάρου. Υπάρχει ζεστασιά. Τα πρόσωπα των κεκοιμημένων φωτίζονται από ένα φως εσωτερικό, λες και η ψυχή τους φεγγίζει μέσα από το δέρμα, ακυρώνοντας τη χλωμάδα του θανάτου.

Λεπτομέρεια Προσώπων Από Τους Κεκοιμημένους Φιλανθρωπηνούς Στην Τοιχογραφία Της Μονής.

Η σιωπή των χεριών

Και τα χέρια. Πάντα τα χέρια λένε την αλήθεια στη ζωγραφική. Συνήθως σε στάση δέησης ή προσφοράς, τα χέρια των Φιλανθρωπηνών δεν είναι αδρανή. Έχουν ένταση. Τα δάχτυλα είναι σχεδιασμένα με επιμέλεια, μακριά και εκφραστικά, δείχνοντας ανθρώπους που έπραξαν, που δημιούργησαν. Δεν είναι χέρια που απλώς αναπαύονται· είναι χέρια που συνεχίζουν να προσφέρουν, ακόμη και τώρα που το σώμα έχει παραδοθεί στη φθορά.

Ο ρυθμός της σύνθεσης, ο τρόπος που οι μορφές παρατάσσονται η μία δίπλα στην άλλη, δημιουργεί μια αίσθηση συνέχειας. Μια αλυσίδα γενεών. Δεν στέκεται ο καθένας μόνος του στο κενό. Ακουμπούν ο ένας στην παρουσία του άλλου, φτιάχνοντας μια κοινότητα μνήμης. Αυτό ίσως είναι και το βαθύτερο νόημα της εικόνας: κανείς δεν σώζεται μόνος, κανείς δεν θυμάται μόνος. Η ύπαρξη επιβεβαιώνεται μέσα από τη σχέση, μέσα από τη συνύπαρξη στον ίδιο τοίχο, στην ίδια ιστορία.

Ο καλλιτέχνης, όποιος κι αν ήταν, σεβάστηκε τον θάνατο αλλά αγάπησε τη ζωή. Γι’ αυτό και δεν τους ζωγράφισε σαν πτώματα, αλλά σαν κοιμώμενους που ονειρεύονται την ανάσταση. Οι ατέλειες στην εκτέλεση, κάποιες ίσως άτεχνες αναλογίες ή η σκληρότητα σε ορισμένες γραμμές, δεν μειώνουν την αξία του έργου. Αντίθετα, το κάνουν πιο προσιτό. Μας θυμίζουν ότι η τέχνη είναι αγώνας. Αγώνας να νικήσεις τη φθορά με λίγο χρώμα και ασβέστη.

Και τελικά, τι μένει; Μένει αυτό το βλέμμα που σε ακολουθεί. Μια σιωπηλή υπενθύμιση της ματαιότητας της δόξας, αλλά και της μεγαλοσύνης της ψυχής. Οι Φιλανθρωπηνοί στο Νησί των Ιωαννίνων δεν είναι απλώς εκθέματα. Είναι οικοδεσπότες σε μια συνάντηση που υπερβαίνει τον χρόνο, καλώντας μας να σταθούμε κι εμείς σιωπηλοί μπροστά στο μυστήριο της ανθρώπινης παρουσίας που επιμένει.