Η Αναβάθμιση των Τειχών της Κορίνθου από τον Ιουστινιανό (552 μ.Χ.)

Ερείπια Από Τα Αρχαία Τείχη Της Κορίνθου Που Ανοικοδομήθηκαν Από Τον Ιουστινιανό Τον 6Ο Αιώνα.
Τα Τείχη Της Κορίνθου Υπέστησαν Ριζική Ανακατασκευή Από Τον Αυτοκράτορα Ιουστινιανό, Αποτελώντας Το Ύστατο Προπύργιο Της Αυτοκρατορίας Έναντι Των Εισβολέων.

Η πρώτη προσπάθεια ανασυγκροτήσεως του ελλαδικού χώρου κατά την περίοδο της ύστερης αρχαιότητος συνδέεται άρρηκτα με το μεγαλόπνοο όραμα του Ιουστινιανού και την αγωνιώδη προσπάθεια του βυζαντινού κράτους να διασφαλίσει την εδαφική του ακεραιότητα. Η στρατηγική σημασία της Κορίνθου, φαίνεται, ότι αποτέλεσε τον κύριο λόγο για τον οποίο η αυτοκρατορική διοίκηση αποφάσισε την κολοσσιαία αυτή επένδυση εν μέσω γενικότερης οικονομικής κρίσεως. Γεγονός που επιβεβαιώνεται από το μέγεθος και την ποιότητα των σωζόμενων ερειπίων, τα οποία προκαλούν μέχρι και σήμερα τον θαυμασμό. Υπό το πρίσμα των αλλεπάλληλων βαρβαρικών επιδρομών που συγκλόνιζαν τη χερσόνησο των Βαλκανίων, το αμυντικό δόγμα της Κωνσταντινουπόλεως όφειλε να αναπροσαρμοστεί άμεσα και δραστικά. Πρόσθεσε δε ο Ιεράρχης, σε μια παλαιότερη ανάλυσή του, πως η προστασία του ποιμνίου ταυτιζόταν ανέκαθεν με τη διαφύλαξη της ίδιας της κοινότητος από τη διάλυση.

Τα απανωτά κύματα των Γότθων, η διαρκής ανασφάλεια των επαρχιωτών, η σταδιακή κατάρρευση των εμπορικών οδών, όλα αυτά δημιούργησαν ένα κλίμα πρωτοφανούς τρόμου και υπαρξιακής αγωνίας στον τοπικό πληθυσμό. Είναι απολύτως κατανοητή η σπουδή με την οποία οι μηχανικοί του αυτοκράτορος ξεκίνησαν τις εργασίες οχυρώσεως, όταν η απειλή βρέθηκε προ των πυλών της Πελοποννήσου. Το αυτοκρατορικό ταμείο διέθεσε τεράστιους πόρους για τη στρατιωτική θωράκιση, οι αρχιτέκτονες δε σχεδίασαν ένα δίκτυο οχυρώσεων ικανό να αντέξει μακροχρόνιες πολιορκίες. Η απόφαση της άμεσης ανακατασκευής των τειχών διακόπηκε, αναμφίβολα, από τις καταστροφικές σεισμικές δονήσεις που έπληξαν την περιοχή το 521 μ.Χ., προκαλώντας την ολική κατάρρευση παλαιότερων οικοδομημάτων. Όπως σημειώνεται χαρακτηριστικά από τους ειδικούς, η φυσική αυτή καταστροφή λειτούργησε παραδόξως ως καταλύτης για τη ριζική ανανέωση των έργων, δίνοντας την ευκαιρία για μια εκ βάθρων ανοικοδόμηση.

Με αφορμή την αυξανόμενη ανασφάλεια των αστικών κέντρων, το μεγαλεπήβολο πρόγραμμα δεν περιορίστηκε σε απλές επιδιορθώσεις, αλλά προχώρησε σε έναν πλήρη επανασχεδιασμό του αμυντικού δόγματος, θέτοντας ως απόλυτη προτεραιότητα τη βιωσιμότητα της πόλεως. Η παλαιά περίμετρος συμπτύχθηκε δραστικά, αφήνοντας εκτός τειχών εκτεταμένες συνοικίες – γεγονός που φανερώνει την υποταγή της δημογραφικής εξαπλώσεως στην αδήριτη ανάγκη της στρατιωτικής ασφαλείας. Άκρως εντυπωσιακή υπήρξε η κλίμακα των έργων στο περίφημο Εξαμίλιον τείχος, το οποίο εκτεινόταν από τον Σαρωνικό έως τον Κορινθιακό κόλπο, αποκόπτοντας ουσιαστικά την Πελοπόννησο από τον κορμό της ηπειρωτικής Ελλάδος. Στο πλαίσιο σύγχρονων ακαδημαϊκών μελετών, αναδεικνύεται η τεράστια προσπάθεια επεμβάσεως στο φυσικό τοπίο, μια προσπάθεια που απαίτησε ανυπολόγιστο ανθρώπινο μόχθο.

Σε αυτό ακριβώς το στενό πέρασμα του Ισθμού, με τα συντρίμμια των προγενέστερων καταρρεύσεων να χρησιμοποιούνται πλέον ως το βασικό οικοδομικό υλικό, υψώθηκε το νέο οχυρωματικό τείχος που έμελλε να καθορίσει τη μοίρα της περιοχής. Η στρατιωτική απειλή επαναπροσδιόρισε πλήρως την καθημερινότητα των πολιτών, μετατρέποντας τον ανοιχτό δημόσιο χώρο σε ένα αυστηρά ελεγχόμενο φρούριο, όπου η κάθε κίνηση τελούσε υπό το βλέμμα της φρουράς. Πράγμα που επιβεβαιώνει ο ιστορικός Προκόπιος, περιγράφοντας το έργο ως ένα αδιαπέραστο και επιβλητικό φράγμα ενάντια στη βαρβαρική λαίλαπα. Κατά τα πρώιμα χρόνια της αυτοκρατορικής του θητείας, αλλά ειδικώς κατά τη δύση της βασιλείας του, ο Ιουστινιανός αντιμετώπισε την Κόρινθο ως το ύστατο προπύργιο του ελληνορωμαϊκού κόσμου. Το συγκεκριμένο κατασκευαστικό εγχείρημα, αν και βασίστηκε σε προγενέστερες ελληνιστικές και ρωμαϊκές χαράξεις, απέκτησε δε μια εντελώς νέα, χριστιανική νοηματοδότηση, καθώς ενσωμάτωσε ιερά σύμβολα στους πύργους και τις πύλες του, μετατρέποντας την άμυνα σε ζήτημα πίστεως. Και τούτο αποκαλύπτει μια βαθύτερη θεολογική διάσταση της πολιτικής εξουσίας, η οποία αντιλαμβανόταν την προστασία της πόλεως όχι απλώς ως συμβατικό στρατιωτικό χρέος, αλλά ως ιερή αποστολή δοσμένη άνωθεν.

Πύργοι μνημειακοί, επάλξεις υψηλές, φρουρές σε διαρκή εγρήγορση: όλα συντελούσαν στη δημιουργία μιας ατμόσφαιρας ανυπέρβλητης ισχύος, μιας ισχύος που στόχευε κυρίως στον ψυχολογικό εκφοβισμό του εχθρού. Πέτρες λαξευμένες αδρά, κονίαμα παχύ, τάφροι βαθιές. Αυτά μαρτυρούν την αγωνία μιας εποχής που έβλεπε τον παλαιό κόσμο να χάνεται ανεπιστρεπτί και παλιές βεβαιότητες να καταρρέουν. Μολονότι ογκώδης και πολυέξοδη υπήρξε, κατασκευάστηκε με ταχύτατους ρυθμούς η νέα γραμμή αμύνης, υπερβαίνοντας κάθε προσδοκία των τοπικών αρχόντων. Προσέθεσε δε ο ερευνητής κατά τη διάρκεια του συνεδρίου, ότι η υποχρεωτική επιστράτευση τοπικών εργατών και αγροτών επιτάχυνε σημαντικά τις διαδικασίες, εις βάρος όμως της τοπικής αγροτικής παραγωγής. Υλικά σε απόλυτη ανακύκλωση, κίονες αρχαίων ναών ενσωματωμένοι σε χριστιανικά τείχη, θραύσματα πολυτελών μαρμάρων ανάκατα με ψημένα τούβλα και κοινούς λίθους.

Εκείνο το τιτάνιο έργο αναχαιτίσεως των εισβολέων δεν κατάφερε τελικώς να αποτρέψει την περαιτέρω παρακμή του αστικού ιστού κατά τους επόμενους, εξαιρετικά σκοτεινούς, αιώνες. Η ερήμωση της υπαίθρου, η συρρίκνωση του εμπορίου, η επιδημία της πανούκλας και η διαρκής στρατιωτική κινητοποίηση, όλα υπονόμευσαν τα θεμέλια της κλασικής πόλεως, στερώντας της την ικανότητα να παράγει νέο πλούτο. Η βαθμιαία παρακμή της παλαιάς αγοράς και η οριστική εγκατάλειψη των μεγάλων δημοσίων κτιρίων σηματοδότησαν το τέλος μιας ολόκληρης κοσμοαντιλήψεως, η οποία βασιζόταν στην εξωστρέφεια και την κοινωνική συναναστροφή. Αυτά οδήγησαν σταδιακά στη μετεξέλιξη της αρχαίας Κορίνθου σε ένα μεσαιωνικό, αγροτικό κυρίως, κέντρο το οποίο επεβίωνε αποκλειστικώς υπό τη βαριά σκιά του Ακροκορίνθου. Σιωπηλό και απόρθητο έστεκε πλέον το κάστρο, κυρίαρχο πάνω από τα ερείπια του παρελθόντος.

Την προστασία του Ισθμού την είχαν αναλάβει ειδικά στρατιωτικά σώματα, τα οποία στρατοπέδευαν μονίμως στην ευρύτερη περιοχή, απαιτώντας διαρκή ανεφοδιασμό. Όπως αναφέρεται στις γραπτές πηγές της εποχής, η συνεχής παρουσία τους άλλαξε ριζικά την τοπική οικονομία, δημιουργώντας νέες, πιεστικές ανάγκες. Επρόκειτο για μια δυναμική εξέλιξη η οποία διαμόρφωσε νέες κοινωνικές ιεραρχίες, μετατοπίζοντας την πραγματική εξουσία από τους συγκλητικούς γαιοκτήμονες στους στρατιωτικούς διοικητές, που πλέον έλεγχαν απόλυτα την περιοχή. Ένα τείχος, γκρίζο, διχοτομούσε τη γη, υπενθυμίζοντας διαρκώς τον κίνδυνο και τον διαχωρισμό του κόσμου σε εχθρούς και συμμάχους. Η περίφημη Ιουστινιάνεια οχύρωση είναι όχι ένα απλό δημόσιο έργο υποδομής, αλλά μια ξεκάθαρη δήλωση αυτοκρατορικής βουλήσεως και πείσματος έναντι της ιστορικής φθοράς. Η κεντρική εξουσία όμως, εξαντλημένη από τα πολλαπλά μέτωπα, δεν μπορούσε να διασφαλίσει την αέναη χρηματοδότηση των πολυπληθών φρουρών. Στο τέλος του έκτου αιώνα είδαν οι καταπονημένοι υπερασπιστές των τειχών την αμυντική τους γραμμή να διασπάται βίαια από νέες, περισσότερο ευέλικτες ομάδες εισβολέων.

Ο χρόνος διέβρωσε σταδιακά, παρά την αρχική τους στιβαρότητα, τις συμπαγείς τοιχοποιίες, αποκαλύπτοντας τα όρια της ανθρώπινης μηχανικής. Επιχείρησε ο Ιουστινιανός να παγιώσει τη ρωμαϊκή κυριαρχία μέσω της αρχιτεκτονικής, μετατρέποντας την ύλη σε ιδεολογικό όπλο. Γεγονός που αποδεικνύει την αλληλένδετη σχέση θεολογίας, ιδεολογίας και πολιτικής κατά την κρίσιμη εκείνη περίοδο της ύστερης αρχαιότητος. Μόνη η πίστη στις αυτοκρατορικές εξαγγελίες, όταν η κρίση κορυφωνόταν και ο εχθρός βρισκόταν προ των πυλών, δεν επαρκούσε πια για να συγκρατήσει τον πανικό του αμάχου πληθυσμού. Λίθοι ξεροί, πλίνθοι φθαρμένοι, πύργοι ρημαγμένοι.

Πότε ακριβώς κατέρρευσε οριστικά η εμπιστοσύνη των κατοίκων προς την κεντρική εξουσία της Κωνσταντινουπόλεως; Το ερώτημα αυτό, παραμένει ανοιχτό στη σύγχρονη ιστοριογραφία, προσκαλώντας σε περαιτέρω αναλύσεις. Να την, λοιπόν, η τραγική ειρωνεία της ιστορίας: τα τείχη που χτίστηκαν με τόσο κόπο για να ενώσουν τους πολίτες και να τους προστατεύσουν, κατέληξαν εν τέλει να απομονώσουν τον πληθυσμό, στερώντας του την επαφή με τον έξω κόσμο. Η βίαιη αναδιάρθρωση του χώρου, όπως ήταν αναμενόμενο, επέφερε και βαθύτατες ψυχολογικές μεταπτώσεις στους πολίτες, αλλάζοντας ριζικά το ήθος της κοινότητος. Τον αρχιτεκτονικό μετασχηματισμό της πόλεως – μια διαδικασία εξαιρετικά βίαιη και οδυνηρή για τους ντόπιους κατοίκους – σφράγισε τελικώς βαθύτατα ο φόβος του επικείμενου θανάτου. Και η ιστορία της πόλεως συνεχίστηκε, μακριά πια από τα λαμπρά φώτα της κλασικής αρχαιότητος, εισερχόμενη σε μια περίοδο ενδοσκοπήσεως.

Αυτό συνεπάγεται μια εσωτερική στροφή της τοπικής κοινωνίας προς την πνευματικότητα και την αγωνιώδη αναζήτηση της σωτηρίας πέραν των επίγειων, φθαρτών οχυρώσεων. Όπως τόνισε χαρακτηριστικά ο Σεβασμιώτατος σε ανάλογη ποιμαντική του αναφορά, η πραγματική και αδιασάλευτη ασφάλεια δεν βρίσκεται ποτέ στα ανθρώπινα, λίθινα τείχη. Πιο ισχυρή κι από το τείχος η πίστη του λαού, η οποία σφυρηλατήθηκε μέσα στο καμίνι των αλλεπάλληλων στερήσεων. Η άμυνα υπακοή στο θείο θέλημα, ο πόλεμος αναπόδραστη συνέπεια της ανθρώπινης πτώσεως και της αμαρτίας. Ολόκληρος ο έκτος αιώνας καταγράφηκε στην ιστοριογραφία ως κατεξοχήν εποχή μεταβάσεως και έντονων, επίπονων πνευματικών αναζητήσεων. Μάλλον: ως εποχή όπου η βιολογική και πνευματική επιβίωση έγινε η απόλυτη και μοναδική προτεραιότητα του ανθρώπου.

Οι αυτοκρατορικές δαπάνες, άλλωστε, δεν στόχευαν πλέον στη δημιουργία έργων αισθητικής πολυτελείας, αλλά αποκλειστικώς στη στρατιωτική θωράκιση και τη διασφάλιση της κρατικής υποστάσεως. Και στους προμαχώνες, σιωπή, μια σιωπή που μαρτυρούσε την απουσία της παλαιάς ειρηνικής καθημερινότητος. Η επιβολή μιας κλειστής, σχεδόν μοναστηριακής δομής στην οργάνωση του χώρου, αναδιάταξε τις προτεραιότητες του πληθυσμού. Δύο πράγματα καθόρισαν την πορεία της νέας αυτής κοινωνίας: η διαρκής στρατιωτική εγρήγορση και η λειτουργική ζωή – η φρουρά και ο ναός. Μόνο που η συνύπαρξη αυτών των δύο στοιχείων δοκιμαζόταν καθημερινά από τη φθορά των υλικών πόρων. Το να εγκαταλείπει κανείς τις πατρογονικές του εστίες έξω από τα τείχη και να αναζητά καταφύγιο στον περιορισμένο χώρο του φρουρίου σημαίνει πλήρη αποδοχή της νέας σκληρής πραγματικότητος.

Τον υλικό τούτο περιορισμό τον εξισορρόπησε, ευτυχώς, μια άνευ προηγουμένου πνευματική διεύρυνση της εκκλησιαστικής κοινότητος. Όταν η επιβίωση δοκιμάζεται στα όρια της ανθρώπινης αντοχής σημαίνει ότι ο άνθρωπος στρέφεται αναπόφευκτα προς τα έσχατα. Σε αυτούς που έχασαν τα πάντα κατά τις επιδρομές, που είδαν τις περιουσίες τους να λεηλατούνται, που στερήθηκαν την ειρήνη, το κράτος προσέφερε τα τείχη ως παρηγορία. Μόνο που έμειναν και παρατήρησαν και βίωσαν την ανεπάρκεια της ανθρώπινης δυνάμεως. Στην ιστορική αναδρομή αυτών των γεγονότων, που την προσεγγίζουμε σήμερα με δέος, διαπιστώνουμε το μέγεθος της τραγωδίας. Έχουμε, σαφώς, μπροστά μας τα ερείπια μιας τιτάνιας προσπάθειας. Τον τοίχο τον ύψωσαν με ιδρώτα, τον προστάτευσαν με αίμα, η φύση όμως και ο χρόνος τον κατέβαλαν.

Άλλο η πολιτική σκοπιμότητα της οχυρώσεως, που προσέβλεπε στη διατήρηση της εξουσίας, και άλλο η βαθύτερη, υπαρξιακή ανάγκη των ανθρώπων για προστασία από τη φθορά. Η καθημερινότητα των πολιτών, εγκλωβισμένη ανάμεσα στις στρατιωτικές επιταγές και στον διαρκή φόβο, άλλαξε άρδην. Την ανάγκη για ασφάλεια την εκμεταλλεύτηκε η κεντρική διοίκηση, η οποία συγκέντρωσε όλη την εξουσία στα χέρια των στρατηγών, την επέβαλε στους επαρχιώτες, και άφησε τους τοπικούς θεσμούς να ατονήσουν. Να διασφαλιστεί η σωτηρία της αυτοκρατορίας, οι πολίτες έστω και εξαθλιωμένοι, με τις παλαιές ελευθερίες τους ακυρωμένες. Οπότε να αντιληφθούμε ότι η οχύρωση του Ισθμού δεν ήταν μια ανώδυνη διαδικασία. Η τεράστια αυτή κατασκευή – ένα μνημείο ανθρώπινης απελπισίας, θα λέγαμε – μαρτυρεί τη διάψευση της ρωμαϊκής οικουμενικότητος. Την απόφαση της ανεγέρσεως, η οποία λήφθηκε υπό καθεστώς εκτάκτου ανάγκης, την επικύρωσε μεν η αυτοκρατορική βούληση, το κόστος όμως το πλήρωσε βαρύτατα ο απλός λαός.

Που σημαίνει, ότι πίσω από το μεγαλείο των ερειπίων κρύβεται ο πόνος γενεών που αναλώθηκαν στο χτίσιμο και την υπεράσπισή τους. Για τον Ιουστινιανό που οραματίστηκε την παλινόρθωση της αυτοκρατορίας, για αυτόν η οχύρωση της Κορίνθου αποτελούσε κομμάτι ενός ευρύτερου σχεδίου ανακτήσεως. Να ποια είναι η πραγματική διάσταση του έργου: μια προσπάθεια επιβολής της τάξεως απέναντι στο επερχόμενο χάος. Τον κίνδυνο, αν και ορατό, τον αντιμετώπισαν με αλαζονεία σε πρώτη φάση, υποτιμώντας τη δυναμική των νέων βαρβαρικών πληθυσμών. Την κατασκευή του Εξαμιλίου τείχους τη συνόδευσε, παραλλήλως, και η συστηματική οχύρωση του Ακροκορίνθου, ώστε να υπάρχει ένα απόρθητο, δεύτερο επίπεδο αμύνης. Είναι η ιστορία της ανθρώπινης ανασφάλειας αποτυπωμένη στην πέτρα. Την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο την εναπόθεσαν σε αυτά τα χοντρά τείχη, την πρόδωσε όμως γρήγορα η ανεπάρκεια της ανθρώπινης φύσεως, και ο λαός αφέθηκε μόνος ενώπιον του Θεού.

Τα δήθεν ανυπέρβλητα αμυντικά έργα αποδείχθηκαν, τελικώς, ευάλωτα στις σαρωτικές αλλαγές του ιστορικού χρόνου. Συνεχίζει το έργο να εντυπωσιάζει, να θυμίζει έντονα την εποχή της ακμής, να αντιστέκεται στη λήθη. Η νέα αυτοκρατορική πολιτική, ενώ αρχικώς φάνηκε να εξασφαλίζει την ειρήνη, επιστρέφοντας αργότερα στις γνωστές παθογένειες της γραφειοκρατίας, η ίδια ακύρωσε τα πλεονεκτήματα του αμυντικού σχεδιασμού. Το να επιχειρεί κανείς να δαμάσει τη ροή της ιστορίας με λίθους και κονιάματα, αυτό αποδεικνύεται ιστορικώς ένα μάταιο εγχείρημα. Αντιθέτως, η αληθινή θωράκιση της κοινωνίας, δεν ξέρω πώς ακριβώς το λησμονήσαμε αυτό, εδράζεται πάντοτε στη συνοχή των προσώπων και στο βάθος της πίστεως. Στο στενό πέρασμα της Κορίνθου, πώς κατάφεραν άραγε να επιβιώσουν οι άνθρωποι ανάμεσα σε τόσες αντιξοότητες;

Τον στρατηγικό σχεδιασμό της αυτοκρατορίας τον ανέλυσαν πολλοί ιστορικοί, τον επέκριναν δε για την υπερβολική του δαπάνη. Όταν οι επενδύσεις στρέφονται αποκλειστικώς σε έργα πολέμου, όπως λέμε, τότε η κοινωνία στερείται τους πόρους για έργα ειρήνης. Η συρρίκνωση της πνευματικής και καλλιτεχνικής παραγωγής κατά τους χρόνους εκείνους – ομολογείται άλλωστε από όλους τους ερευνητές – οφείλεται ακριβώς στην απορρόφηση κάθε ικμάδος από την πολεμική προσπάθεια. Η Ιουστινιάνεια οχύρωση παραμένει στην αρχή της μεσαιωνικής περιόδου το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας εποχής που αγωνιζόταν απεγνωσμένα να επιβιώσει. Σε αυτούς τους ταραγμένους καιρούς, πού να βρεθεί χρόνος για την καλλιέργεια των τεχνών και των γραμμάτων; Τον απλό πολίτη τον ενδιέφερε πρωτίστως η φυσική του ακεραιότητα, τον ελάχιστο δε χρόνο της αναπαύσεώς του τον αφιέρωνε στην προσευχή. Το φως που το είδαμε να ανατέλλει αργότερα, κατά τη μεσοβυζαντινή περίοδο, χρειάστηκε αιώνες για να διαπεράσει το σκοτάδι εκείνων των ταραγμένων δεκαετιών.

Βλέπουμε σήμερα τα ερείπια και αντιλαμβανόμαστε το μέγεθος του εγχειρήματος, χωρίς όμως να χρειάζεται να εξωραΐζουμε τις συνθήκες εργασίας των ανθρώπων που τα έκτισαν. Η οχυρωματική γραμμή του Εξαμιλίου, αν τεθεί στο μικροσκόπιο της κοινωνικής κριτικής, φανερώνει τον απόλυτο έλεγχο της κρατικής μηχανής επί των υπηκόων της. Ό,τι κι αν γράφτηκε αργότερα από τους επίσημους χρονογράφους του παλατιού, το διέψευσε η σκληρή πραγματικότητα των αρχαιολογικών ευρημάτων. Σπουδαίο μεν το έργο μηχανικά, ολέθριο δε για την τοπική ευημερία. Την τεράστια ψυχολογική πίεση που άσκησε η διαρκής στρατιωτικοποίηση την ανιχνεύουμε στην πλήρη μεταστροφή της τέχνης και των ταφικών εθίμων της εποχής. Το περίφημο εκείνο «τείχος», το σύμβολο της ισχύος, κατέστη τελικώς μνημείο της βυζαντινής αγωνίας, σπάζοντας την ψευδαίσθηση της απόλυτης ασφαλείας. Μνημείο, στο οποίο ο επισκέπτης, ακόμη και σήμερα, ψηλαφεί τη ματαιότητα των ανθρώπινων έργων, την οποία την επικυρώνει η αδυσώπητη νομοτέλεια της φθοράς. Η πέτρα, όπως είναι το φυσικό της τέλος, υποχωρεί, ενώ το πνεύμα και η συλλογική μνήμη της Εκκλησίας διασώζουν την αλήθεια των πραγμάτων, γεγονός που αποδεικνύει περιτράνως πως μόνον η θεολογική θεώρηση της ιστορίας νοηματοδοτεί πλήρως τα γεγονότα. Το έργο ολοκληρώθηκε, επιτέλεσε τον πρόσκαιρο σκοπό του, εγκαταλείφθηκε και ερειπώθηκε. Και, παρατηρώντας αυτή την πορεία, επιβεβαιώνουμε για πολλοστή φορά ότι η ιστορία των ανθρώπων είναι μια διαρκής προσπάθεια υπερβάσεως του θανάτου – μια προσπάθεια που ολοκληρώνεται αληθινά μόνον εντός του μυστηρίου της θείας Οικονομίας, μακριά από τα φθαρτά, επίγεια κάστρα.

Βιβλιογραφία

  • Carpenter, R., and Scranton, R. L., Corinth, Vol. III, Part II: The Defenses of Acrocorinth and the Lower Town (Princeton: American School of Classical Studies at Athens, 1936).

  • Gregory, T. E., Corinth, Vol. V: The Hexamilion and the Fortress (Princeton: American School of Classical Studies at Athens, 1993).