
Η τριμερής διάταξη της αψίδας συνδυάζει την ουράνια δόξα, την ιστορική θεία κοινωνία και τη λειτουργική τάξη στις τοιχογραφίες Μονής Φιλανθρωπηνών.
Στο Νησί, η υγρασία μοιάζει να ποτίζει όχι μόνο την πέτρα αλλά και τον χρόνο. Είναι μια παράξενη αίσθηση βάρους και ανάτασης μαζί, καθώς περνάς το κατώφλι. Δεν είναι απλώς ένας χώρος λατρείας αλλά ένα κέλυφος μνήμης. Στη βυζαντινή τέχνη, τα πράγματα σπάνια είναι αυτά που φαίνονται με την πρώτη ματιά. Χρειάζεται να σταθείς. Να περιμένεις το φως να πέσει σωστά ή ίσως το μάτι να συνηθίσει το ημίφως.
Εδώ, στον εσωτερικό διάκοσμο, η ιστορία δεν γράφεται με μελάνι αλλά με χρώματα που άντεξαν –ποιος ξέρει πώς;– τη φθορά και την ανθρώπινη αμέλεια. Το βλέμμα τραβιέται ψηλά, σχεδόν ενστικτωδώς. Σαν να υπάρχει μια γραμμή, αόρατη, που σε οδηγεί στην αψίδα. Εκεί συμβαίνει κάτι σπουδαίο. Όχι θορυβώδες. Σπουδαίο με τον τρόπο της σιωπής. Η τέχνη σε αυτό το μνημείο λειτουργεί ως καταγραφή μιας κοινωνίας που έμαθε να μιλάει μέσα από τα σύμβολα, ίσως επειδή τα λόγια ήταν φτωχά ή επικίνδυνα.
Βλέπεις τις μορφές και αναρωτιέσαι για τον τεχνίτη. Πώς ένιωθε όταν άπλωνε τον ασβέστη; Είχε άραγε συναίσθηση ότι έφτιαχνε ιστορία ή απλώς έκανε τη δουλειά του; Μάλλον το δεύτερο. Αλλά βγήκε το πρώτο. Μια τέχνη που δεν φωνάζει, αλλά ψιθυρίζει έντονα. Είναι δύσκολο να το εξηγήσεις σε κάποιον που δεν έχει σταθεί μπροστά σε έναν τέτοιο τοίχο, να νιώσει την υφή της εικόνας να τον κοιτάζει πίσω.

Η εικαστική αφήγηση και η δυναμική των μορφών στο Ιερό
Το βλέμμα καρφώνεται στην αψίδα. Είναι το σημείο φυγής και το σημείο επιστροφής. Εκεί δεσπόζει η Πλατυτέρα. Μια μορφή που καταλαμβάνει τον χώρο όχι τόσο με τον όγκο της, όσο με την παρουσία της. Είναι η Βλαχερνήτισσα. Έχει τα χέρια υψωμένα. Μια κίνηση δέησης, λένε οι ειδικοί. Εγώ βλέπω μια κίνηση ανοίγματος. Μια αγκαλιά που μένει μετέωρη, έτοιμη να κλείσει μέσα της τον κόσμο ή να τον αφήσει ελεύθερο. Στο στήθος της, ο Χριστός σε δόξα. Δεν είναι βρέφος εδώ· είναι η ενσάρκωση του λόγου, μια θεολογική δήλωση ζωγραφισμένη με ώχρα και χρυσό.
Πλαισιώνεται από τους Αρχαγγέλους, τον Μιχαήλ και τον Γαβριήλ. Στέκονται σεβαστικά. Όχι ακίνητοι, όμως. Υπάρχει μια ελαφριά κλίση στα σώματά τους, μια υποταγή στον ρυθμό της κεντρικής μορφής. Η Παναγία λειτουργεί εδώ ως σκέπη. Καταφύγιο. Είναι, ίσως, η πιο ανθρώπινη ανάγκη που αποτυπώθηκε στον τοίχο: η ανάγκη για προστασία. Και η ζωγραφική ανταποκρίνεται. Οι καμπύλες είναι μαλακές, αποφεύγουν την σκληρότητα, δημιουργώντας μια αίσθηση ασφάλειας.

Η ρυθμική κίνηση της Κοινωνίας των Αποστόλων
Κατεβάζοντας το βλέμμα, η ηρεμία της κορυφής δίνει τη θέση της στην κίνηση. Στη ζώνη ακριβώς από κάτω, ξετυλίγεται η Κοινωνία των Αποστόλων. Εδώ ο ζωγράφος αποφάσισε να παίξει με τον ρυθμό. Το θέμα είναι γνωστό: η Μετάδοση και η Μετάληψη. Αλλά προσέξτε τα πόδια τους. Ο βηματισμός.
Η σκηνή μοιράζεται στα δύο. Δύο ημιχόρια. Είναι σαν θεατρική σκηνή όπου οι ηθοποιοί ξέρουν ακριβώς πού να πατήσουν. Ο Χριστός εμφανίζεται διπλά, κάτω από ένα κιβώριο, μια αρχιτεκτονική κατασκευή που ορίζει τον χώρο, δίνοντας βάθος σε μια επιφάνεια που είναι, εξ ορισμού, επίπεδη. Φοράει λευκά, αρχιερατικά άμφια. Το λευκό εδώ δεν είναι απλώς χρώμα· είναι φως. Ξεχωρίζει μέσα από τους γήινους τόνους των υπολοίπων.
Οι μαθητές πλησιάζουν ανά έξι. Υπάρχει μια προσμονή στα σώματά τους. Χέρια απλωμένα, σώματα που γέρνουν ελαφρά μπροστά. Ο Πέτρος και ο Ιωάννης, οι κορυφαίοι, είναι αυτοί που φτάνουν πρώτοι να λάβουν τον άρτο και τον οίνο. Το ενδιαφέρον είναι ο τρόπος που ο καλλιτέχνης χειρίστηκε την ομαδικότητα. Δεν είναι μια μάζα ανθρώπων. Ο καθένας έχει τη δική του υπόσταση, τη δική του “ανάσα” μέσα στη σύνθεση, παρόλο που ακολουθούν την ίδια πορεία.
Και μετά, υπάρχει εκείνη η λεπτομέρεια που ταράζει την ισορροπία. Στην άκρη αριστερά. Ο Ιούδας. Φεύγει. Το σώμα του στρέφεται προς την έξοδο, το κεφάλι σκυμμένο. Βάζει τον άρτο στο στόμα του, αλλά η σκέψη του είναι αλλού. Στην προδοσία; Στη φυγή; Η πλάτη του γυρίζει στον θεατή, μια εικαστική αποστροφή που δημιουργεί ένταση. Είναι η «ρωγμή» στην αρμονία της σκηνής. Ο ζωγράφος δεν φοβήθηκε να δείξει αυτή την ασχήμια, την ανθρώπινη αποτυχία, δίπλα στην ιερότητα. Είναι συγκλονιστικό, αν το σκεφτείς. Η τέχνη δεν ωραιοποιεί πάντα· καμιά φορά αποκαλύπτει.

Ο Μελισμός και η στατικότητα των Ιεραρχών
Χαμηλότερα, στη βάση της αψίδας, ο χρόνος μοιάζει να παγώνει ξανά. Εδώ έχουμε τον Μελισμό. Τέσσερις μεγάλες μορφές, οι Ιεράρχες, πλαισιώνουν την Αγία Τράπεζα. Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο Μέγας Βασίλειος και ο Κύριλλος Αλεξανδρείας. Στέκονται, ή μάλλον ιερουργούν, με μια βαρύτητα που ταιριάζει στα άμφιά τους.
Φορούν τους πολυσταύριους σάκκους, βαριά υφάσματα με γεωμετρικά μοτίβα που ο καλλιτέχνης απέδωσε με σχολαστικότητα. Κρατούν τα ειλητά, αυτά τα μακρόστενα ειλητάρια με τα κείμενα της λειτουργίας. Εδώ η γραφή γίνεται μέρος της εικόνας. Τα γράμματα δεν διαβάζονται εύκολα από μακριά, αλλά η παρουσία τους δηλώνει την εγκυρότητα του μυστηρίου.
Δύο άγγελοι, ντυμένοι διάκονοι, κρατούν τα ριπίδια με τα εξαπτέρυγα πάνω από την Τράπεζα. Η συμμετρία είναι απόλυτη. Σε αντίθεση με την κινητικότητα των Αποστόλων πιο πάνω, εδώ κυριαρχεί η τάξη. Μια τάξη σχεδόν υπερκόσμια. Τα πρόσωπα των Ιεραρχών είναι αυστηρά, ασκητικά, με εκείνα τα μεγάλα μάτια της βυζαντινής τεχνοτροπίας που μοιάζουν να κοιτούν πέρα από τον θεατή, σε έναν χρόνο που δεν τελειώνει.
Το χρώμα εδώ παίζει καθοριστικό ρόλο. Οι αποχρώσεις των αμφίων, το χρυσό στα φωτοστέφανα, το λευκό της Αγίας Τράπεζας, όλα συνθέτουν ένα σύνολο που λάμπει ακόμα και στο ημίφως. Είναι έργα τέχνης, ναι. Αλλά είναι και τεκμήρια μιας εποχής που η ομορφιά ήταν ο μόνος τρόπος να πλησιάσεις το άγνωστο.
Η μελέτη αυτών των έργων, όπως και άλλες εικονογραφικές παραστάσεις στην περιοχή, μας δείχνει πως η τέχνη στα Γιάννενα εκείνη την περίοδο δεν ήταν επαρχιώτικη ή αποκομμένη. Είχε γνώση, είχε τεχνική και κυρίως, είχε άποψη.
Κοιτάζοντας συνολικά την αψίδα, αντιλαμβάνεσαι τη σοφία της σύνθεσης. Από την ουράνια ηρεμία της Πλατυτέρας, στην ιστορική κίνηση των Αποστόλων και τέλος στη λειτουργική σταθερότητα των Ιεραρχών. Τρία επίπεδα, τρεις κόσμοι που συνυπάρχουν στον ίδιο τοίχο. Και εσύ, ο θεατής, στέκεσαι μικρός μπροστά σε αυτή την κλίμακα, προσπαθώντας να αποκρυπτογραφήσεις τα βλέμματα που σε κοιτούν εδώ και αιώνες. Είναι, τελικά, μια συνάντηση. Σιωπηλή, αλλά καθοριστική.


