Η Ιστορία της Μονής των Βλαχερνών: Αρχιτεκτονική, Τέχνη και το Πνεύμα του 555 μ.Χ.

Εσωτερική Άποψη Από Τη Μονή Βλαχερνών Με Το Άγιο Λούσμα Και Την Εικόνα Της Θεοτόκου

Στη Μονή Βλαχερνών στην Κωνσταντινούπολη, το Άγιο Λούσμα, πράγμα το οποίο αποτελεί ανακατασκευή του 19ου αι., μαρτυρεί την αίγλη του 5ου αι. Φωτο: Dosseman, Wikimedia (CC BY-SA 4.0).

Η ιστορία της Μονής των Βλαχερνών, τοποθετημένη στις εσχατιές του Κεράτιου Κόλπου, αποτελεί σημείο αναφοράς για τη ρωμαϊκή και βυζαντινή τέχνη. Οι πρώτες πέτρες του συγκροτήματος τέθηκαν τον 5ο αιώνα από την αυτοκράτειρα Πουλχερία, ωστόσο η μεγάλη επέκταση και ο επανασχεδιασμός του χώρου, που σφράγισε τη φυσιογνωμία του, συντελέστηκε το 555 μ.Χ. Επρόκειτο για μια εποχή κατά την οποία η Ρωμαϊκή & Βυζαντινή περίοδος διήνυε μια εξαιρετικά λαμπρή φάση υπό τη διοίκηση του Ιουστινιανού. Μέσα σε αυτό το οικοδόμημα φυλασσόταν το ιερό μαφόριο, το ένδυμα της Θεοτόκου, προσελκύοντας πλήθη προσκυνητών που αναζητούσαν ελπίδα και προστασία. Σήμερα, εξετάζοντας το κτίσμα και τις καλλιτεχνικές του μαρτυρίες, καλούμαστε να το αντιληφθούμε τόσο ως ένα κομβικό λειτουργικό κέντρο όσο και ως ένα ιστορικό τεκμήριο ανεκτίμητης πολιτισμικής αξίας.

Η Αρχιτεκτονική Σύλληψη και ο Ουράνιος Θόλος

Το να κατανοήσουμε το μέγεθος του εγχειρήματος, ασφαλώς, απαιτεί να ανατρέξουμε στα θεμέλια που έθεσαν οι πρώτοι μηχανικοί. Με αφορμή τις περιγραφές των χρονογράφων της εποχής, διαπιστώνει κανείς πως οι συμπαγείς τοίχοι της επέκτασης του 555 μ.Χ. δεν ανυψώθηκαν απλώς για να προστατεύσουν ένα ιερό λείψανο. Τρίτος κατά σειρά στην αυτοκρατορική μέριμνα για την περιοχή, υψώθηκε ο κυρίως ναός. Τον εσωτερικό διάκοσμο προσδιόριζαν μαρμάρινες πλάκες, πλάκες οι οποίες αντανακλούσαν το λαμπρό φως του ήλιου που εισέβαλλε από τον Κεράτιο.

Δύο υλικά κυριάρχησαν στον χώρο: ο προκοννήσιος λίθος και το καθαρό χρυσάφι. Ογκόλιθοι μαρμάρου, χρυσές ψηφίδες, σιωπή βαθιά. Ξεπερνούν τη φθορά, αναγεννούν την ύλη μέσα από την απαλή λάμψη των πολυελαίων και αφήνουν την απόλυτη αρχιτεκτονική λύση για το τέλος της οπτικής αναζήτησης.

Χθες μελετούσα μια παλιά καταγραφή για το πώς οι τεχνίτες μετέφεραν την ξυλεία από τις πυκνές δασικές εκτάσεις της Μαύρης Θάλασσας. Το θυμάμαι τώρα γιατί η σχέση του ανθρώπου με τα πρωτογενή υλικά της γης κρύβει μέσα της τη συνέχεια της ίδιας της δημιουργίας. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από τη στιγμή που ολοκληρώθηκε ο μεγαλοπρεπής τρούλος του ναού. Η οροφή αγκάλιαζε τον τεράστιο όγκο του χώρου δίνοντας την ψευδαίσθηση ότι ο ουρανός έχει κατέβει στη γη. Βλέπουμε εδώ την επιθυμία του ανθρώπου να κατακυριεύσει το κενό, να του δώσει μορφή και να το μετατρέψει σε κατοικητήριο του άκτιστου Θεού.

Στο βάθος του ιερού βήματος δέσποζε το ψηφιδωτό, κυανό, αντανακλώντας τη χάρη της αδιαλείπτου προσευχής. Ένιωθε κανείς την έντονη παρουσία του αόρατου, το βάρος της αιωνιότητας, το ανεπαίσθητο τρέμουλο της φλόγας στα καντήλια της αγίας τράπεζας. Εκείνο το μοναδικό αρχιτεκτονικό σύνολο αποτέλεσε αντικείμενο θαυμασμού αιώνων. Αντίθετα, μάλιστα, αν και τολμηρή, η αρχιτεκτονική πρόταση σεβάστηκε απόλυτα τις παλαιότερες χωροταξικές χαράξεις.

Είναι προφανές. Γιατί η ιστορική εξέλιξη της ευρύτερης περιοχής απέδειξε τη στρατηγική σημασία της τοποθεσίας. Και όχι μόνο αυτό.

Τα Εικονίσματα ως Ιστορικά Τεκμήρια

Τα ιερά αντικείμενα που κοσμούσαν τις στοές και τα παρεκκλήσια των Βλαχερνών διασώζουν μιαν ολόκληρη βυζαντινή κοσμοθεωρία. Προτείνω να προσεγγίσουμε αυτά τα έργα καταρχάς ως ιστορικά αντικείμενα (“historical artifacts”) και όχι αποκλειστικά ως θρησκευτικά λάβαρα, διότι μέσα από αυτή την οπτική αποκαλύπτεται η βαθιά κοινωνιολογική τους διάσταση. Η βυζαντινή τέχνη σε όλες τις εκφάνσεις της προσανατολίστηκε σταθερά στη ζωγραφική αντίληψη της μορφής ικανής να περιγράψει με χρώμα το απερίγραπτο. Τον αυστηρό εικονογραφικό κύκλο, τον προσδιόριζε η ακρίβεια του δόγματος, αφήνοντας την τελική πνευματική ερμηνεία στον προσευχόμενο πιστό.

Μόνο που δεν πρέπει να ξεχνάμε τον ανθρώπινο παράγοντα πίσω από τη λάμψη. Την κόπωση των ζωγράφων, τα λερωμένα από τα χώματα και τις μπογιές χέρια τους, τη σπουδή τους να προλάβουν να τελειώσουν την τοιχογραφία πριν το σούρουπο. Σκαλωσιές στήνονται, πινέλα βυθίζονται βιαστικά στις χρωστικές, ο επικεφαλής τεχνίτης ελέγχει τη συμμετρία με σχοινιά. Κατάσταση δύσκολη, διότι το παλάτι ανέμενε γρήγορα και άρτια αποτελέσματα. Για τον Χριστό που θα απεικονιζόταν στον κεντρικό νάρθηκα, σε αυτόν έπεφτε όλο το βάρος της οπτικής υποδοχής του κουρασμένου επισκέπτη.

Όπως συμβαίνει σχεδόν πάντα όταν μελετάμε εις βάθος το παρελθόν, αναρωτιόμαστε για τα αληθινά κίνητρα των ανθρώπων. Ή μήπως όχι; Ίσως τελικά η τέχνη να υπερβαίνει τις συνειδητές προθέσεις των δημιουργών της και να αποκτά δική της, αυτόνομη ζωή μέσα στους ταραγμένους αιώνες. Δεν είμαι απόλυτα σίγουρος αν οι Βυζαντινοί καλλιτέχνες του 6ου αιώνα αντιλαμβάνονταν πλήρως το τεράστιο μέγεθος της πνευματικής τους παρακαταθήκης.

Στον ψηλό τοίχο της νότιας κόγχης το πρόσωπο του αποστόλου παρακολουθούσε σιωπηλά τη λειτουργική σύναξη. Σε εκείνον που αναζητούσε εναγωνίως απαντήσεις, ο οποίος έστρεφε το βουρκωμένο βλέμμα του ψηλά, η παλαιά εικόνα προσέφερε μια εικαστική και ψυχολογική λύση. Τον φόβο της απώλειας και του αγνώστου, τον νιώσαμε όλοι μας μελετώντας αυτές τις σκοτεινές ιστορικές περιόδους.

Η Θεολογία του Χώρου και η Ζωή της Πόλης

Η επιβλητική παρουσία του ναού στον πολεοδομικό ιστό της βασιλεύουσας δεν ήταν ένα απλό χωροταξικό γεγονός, πράγμα το οποίο φανερώνει τον οργανικό και άρρηκτο δεσμό της Εκκλησίας με την καθημερινότητα των πολιτών της αυτοκρατορίας. Ο ιερός χώρος λειτούργησε στην πράξη ως προέκταση της δημιουργίας του Θεού στα έργα των θνητών ανθρώπων. Εδώ συναντιόνταν ο πλούσιος πατρίκιος και ο φτωχός εργάτης, ο σοφός γέροντας και το ανίδεο παιδί. Ο απλός άνθρωπος εισερχόμενος στον τεράστιο ναό, παρενέβαλλε, όπως είναι φυσικό, τη δική του μικρή προσωπική ιστορία μέσα στη μεγάλη, ορμητική ροή του παγκόσμιου χρόνου.

Ο Κύριος της ιστορίας είχε φανερωθεί μέσα στον υλικό κόσμο, «Ἐγώ εἰμι τὸ φῶς τοῦ κόσμου» (Ἰω. 8, 12). Το καθαρό φως της ανατολής διαπερνούσε τα στενά, ψηλά παράθυρα του ιερού – φως ανέσπερο. Έπεφτε κάθετα πάνω στα περίτεχνα ψηφιδωτά δάπεδα που τα χάιδευαν για ώρες τα γυμνά πόδια των προσκυνητών, φωτίζοντας τα φθαρμένα από τον χρόνο και τη χρήση πολύχρωμα μάρμαρα. Πού να φανταστούν οι παλαιοί κτίστες ότι το κοπιώδες έργο τους θα άντεχε τόσες πολιορκίες και τόσες αλώσεις.

Το μέγα μυστήριο της ζωής ξεδιπλωνόταν καθημερινά στις σκιερές αυλές των Βλαχερνών. Δεν επρόκειτο απλώς για έναν ήσυχο τόπο προσευχής, επρόκειτο για το κατεξοχήν σημείο όπου ο Μεσσίας γινόταν ψηλαφητός μέσα από τα συγκλονιστικά δρώμενα της θείας λειτουργίας. Τα νέα ζευγάρια προσέρχονταν με ευλάβεια για να ζητήσουν ευλογία για τον γάμο τους, ο οποίος αντιμετωπιζόταν όχι απλώς ως βιολογική ένωση, αλλά ως ιερή διακονία για τη διαδοχή του ανθρώπινου γένους στην υψηλή αποστολή της δημιουργίας. Τόσο πολύ, που το κάθε τελετουργικό αποκτούσε αμέσως βαθιές υπαρξιακές διαστάσεις.

Κάθε σιωπηλή προσευχή που ανέβαινε σαν θυμίαμα, κάθε πικρό δάκρυ που κυλούσε στο κρύο δάπεδο, όλα αυτά μαρτυρούσαν μια αστείρευτη εσωτερική δίψα για αλήθεια και παρηγοριά. Η καθημερινότητα δεν ήταν ποτέ ξέχωρη από τη θεολογία, η συνέχεια ήταν απόλυτα ενιαία.

Στα σκαλιά του εξωτερικού νάρθηκα κάθονταν συχνά κατάκοποι άνθρωποι του καθημερινού μόχθου.

Αναμφίβολα, η αγωνιώδης προσπάθεια του ανθρώπινου γένους να υποτάξει τη σκληρή ύλη και να της δώσει ανώτερο νόημα, βρήκε στην περίπλοκη αρχιτεκτονική των Βλαχερνών μια κορυφαία, ανεπανάληπτη έκφραση. Με τι αγωνία λαξεύτηκαν από τους λιθοξόους εκείνοι οι πανύψηλοι κίονες ούτε που μπορούμε να φανταστούμε εμείς σήμερα οι σύγχρονοι, αποστασιοποιημένοι μελετητές. Τα αξεπέραστα επιτεύγματα του βυζαντινού πολιτισμού, έργα τα οποία προκαλούν ρίγος και δέος ακόμη και στη δική μας εποχή, συνιστούν μια διαρκή, εξελικτική ανίχνευση του σύμπαντος.

Τότε που οι μελωδικές ψαλμωδίες κάλυπταν πλήρως τον βουερό θόρυβο της αγοράς.

Η Ανάμειξη του Υλικού με το Πνευματικό στο Πέρασμα του Χρόνου

Μπαίνοντας από τη βαριά βόρεια πύλη, σε κυρίευε αμέσως μια έντονη αίσθηση παλαιότητας. Μάρμαρο δροσερό, οσμή λιβανιού, προσμονή σιωπηρή. Χωρίς τα σημερινά τεχνολογικά μέσα συντήρησης, το το κτίριο έπρεπε να αντέξει τους καταστροφικούς σεισμούς και την αρμυρή υγρασία της θάλασσας που χτυπούσε ανελέητα τα πέτρινα θεμέλια δημιουργώντας μια διαρκή, αόρατη απειλή για τις ευαίσθητες τοιχογραφίες που κάλυπταν την επιφάνεια του βορεινού κλίτους. Η συντήρηση των ψηφιδωτών απαιτούσε συνεχή, εξαντλητική φροντίδα. Που την αναλάμβαναν ευλαβικά τα ειδικά συνεργεία της αυτοκρατορικής αυλής.

Εδώ μέσα, το φθαρτό, πεπερασμένο υλικό του κόσμου μεταμορφωνόταν ριζικά. Το βαρύ χρυσάφι, δανεισμένο από τα σκοτεινά έγκατα της γης, έγινε το λαμπερό φόντο για την απεικόνιση της αιωνιότητας, ενώ η μνημειακή τέχνη ανέλαβε να προσφέρει ισχυρό ηθικό και πνευματικό οπλισμό στους δοκιμαζόμενους πιστούς. Στη μεγάλη, κεντρική σύνθεση της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος, η οποία δέσποζε σε απολύτως περίοπτη θέση, τα πτυχωτά ενδύματα του Χριστού άστραφταν κατάλευκα, λευκά τα οποία υποδήλωναν ευθέως την άκτιστη, θεϊκή ενέργεια του δημιουργού. Η δυναμική ορμή της εικαστικής αφήγησης στα σκοτεινά πλευρικά κλίτη έδινε στους συγκεντρωμένους πιστούς την ισχυρή εντύπωση ότι συμμετείχαν και οι ίδιοι, μυστικά, στα απεικονιζόμενα ιερά γεγονότα.

Ό,τι σώθηκε τελικά από τη φυσική φθορά του χρόνου, το βλέπουμε εμείς σήμερα με τα ψυχρά, αναλυτικά μάτια του ιστορικού. Δεν ξέρω πώς, αλλά φαίνεται πως η ακατάβλητη δύναμη της ανθρώπινης θέλησης καταφέρνει συχνά να διατηρεί ζωντανό το άυλο πνεύμα ενός τόπου, παρά τις αλλεπάλληλες ιστορικές καταστροφές. Ίσως η βαθιά εμπειρία του ιερού χώρου να μην εξαρτάται τελικά μόνο από την καλοδουλεμένη ύλη, αλλά πρωτίστως από την άδολη προσευχή που έχει ποτίσει τους αιώνιους τοίχους. Σαν δροσερή πνοή ανέμου, όμως χωρίς κανέναν απολύτως ήχο.

Είναι πραγματικά εντυπωσιακό το γεγονός ότι οι σύγχρονοι μελετητές συχνά διαφωνούν έντονα για την ακριβή χρονολόγηση συγκεκριμένων ψηφιδωτών παραστάσεων. Η ιστορική συνέχεια θα δείξει αν οι νέες, εξελιγμένες ανασκαφικές μέθοδοι θα ρίξουν επιτέλους φως στα σκοτεινά και ανεξερεύνητα σημεία της μακραίωνης ιστορίας των Βλαχερνών, επεσήμανε χαρακτηριστικά σε πρόσφατο συνέδριο ο επικεφαλής ιστορικός τέχνης. Γεγονός που αποδεικνύει περίτρανα πως το αφήγημα για το παρελθόν παραμένει πάντα ανοιχτό και ρευστό.

Ο Θεός δρα αθόρυβα μέσα στην ανθρώπινη ιστορία, και ο ίδιος ο άνθρωπος αφήνει με τη σειρά του το δικό του, γήινο αποτύπωμα, ένα αποτύπωμα γεμάτο αναπόφευκτες ρωγμές, πόνο και ατέλειες. Τα αυστηρά πρόσωπα των απεικονιζόμενων αγίων, φθαρμένα από τον καιρό, απολεπισμένα, κοιτούν τον θεατή ευθεία. Κάποια μάτια, μάλιστα, έχουν σβηστεί εντελώς από τη συσσωρευμένη υγρασία των αιώνων. Η λυτρωτική χάρις που την αναζητούμε όλοι εναγωνίως στα αρχαία ερείπια, βρίσκεται συνήθως κρυμμένη στις πιο μικρές, ταπεινές λεπτομέρειες.

Ας δούμε, για ένα σύντομο παράδειγμα, την αριστοτεχνική απόδοση του φωτός. Οι εμπειρότατοι τεχνίτες του 6ου αιώνα χρησιμοποίησαν χρυσές ψηφίδες διαφορετικής κλίσης στον τοίχο, πράγμα που τους επέτρεψε να δώσουν εκπληκτικό οπτικό όγκο και μοναδική ζωντάνια στα επίπεδα πρόσωπα. Αυτό το ιδιοφυές αρχιτεκτονικό παιχνίδι με το φυσικό φως καθιστά την απλή περιήγηση στον χώρο του ναού μια βαθιά, σχεδόν συγκλονιστική βιωματική διαδικασία, αποκάλυψε ο υπεύθυνος αρχιτέκτονας των πρόσφατων αναστηλώσεων. Έτσι, ομαλά και οργανικά, το μάτι του επισκέπτη περιπλανάται από τον ψηλό τρούλο μέχρι το λείο μαρμάρινο δάπεδο, ακολουθώντας πιστά την αέναη πορεία του ήλιου από τη δροσερή αυγή μέχρι τη μελαγχολική δύση.

Και τούτο συμβαίνει, διότι η υψηλή τέχνη στην υπηρεσία της ορθόδοξης θεολογίας δεν αποσκοπούσε ποτέ στην απλή, επιφανειακή αισθητική τέρψη, αλλά στην πλήρη οντολογική αφύπνιση της ανθρώπινης ύπαρξης.

Κλείνοντας νοερά το βαρύ βιβλίο της ιστορίας, μένει ανεξίτηλα χαραγμένη στο μυαλό η επιβλητική εικόνα της ευσεβούς αυτοκράτειρας. Με το χρυσοποίκιλτο πορφυρό της ένδυμα, να στέκεται όρθια στο κέντρο της μαρμάρινης αψίδας, λειτουργώντας ως ακοίμητος παραστάτης του ιερού χώρου. Τόσο στενά, τόσο οργανικά συνυφασμένη ήταν τότε η εγκόσμια βασιλεία με την ουράνια πίστη, που τα δυσδιάκριτα όριά τους συχνά χάνονταν μέσα στον καπνό του λιβανιού. Η πολυτάραχη ιστορία της Μονής των Βλαχερνών δεν είναι, συνεπώς, μόνο η ξηρή καταγραφή μιας μεγάλης οικοδομικής δραστηριότητας τον 6ο μ.Χ. αιώνα. Αποτελεί, κυρίως, τον αδιάψευστο καθρέφτη μιας ολόκληρης βυζαντινής κοινωνίας, η οποία βίωνε την καθημερινή παρουσία του Χριστού ως το μοναδικό, ακλόνητο θεμέλιο της ύπαρξής της και ως τον απόλυτο τελικό σκοπό ολόκληρης της επίγειας δημιουργίας. Μια κοινωνία βαθιά ανθρώπινη, η οποία προσπαθούσε αδιάκοπα, μέσα από το σκληρό μάρμαρο και το φθαρτό χρώμα, να προσεγγίσει εμπειρικά το μέγα μυστήριο της θείας ενσάρκωσης, διατηρώντας την ελπίδα της ζεστή και ολοζώντανη απέναντι στο αμείλικτο, σαρωτικό πέρασμα του ιστορικού χρόνου.

Στιγμές που ο ανθρώπινος νους αδυνατεί πραγματικά να χωρέσει το σιωπηλό μεγαλείο του παρελθόντος.

Βιβλιογραφία

  • PATRICIOS, Nicholas Napoleon, The Dome in Byzantine Church Architecture, Αθήνα: Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης (EKT), 2020.

  • Twardowska, Kamilla, The Church Foundations of Empress Pulcheria in Constantinople According to Theodore Lector’s Church History, Kraków: Wydawnictwo Uniwersytetu Komisji Edukacji Narodowej w Krakowie, 2017.

  • Η Παναγία και η Κωνσταντινούπολη, Αθήνα: Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών (ΕΙΕ), 2004.

  • Church History and Byzantine Studies, Ann Arbor: ProQuest Dissertations Publishing, 2018.