Ο Άγιος Γεώργιος Θεσσαλονίκης στο Βατοπέδι

Ο Άγιος Γεώργιος Θεσσαλονίκης Σε Βυζαντινή Τοιχογραφία Της Μονής Βατοπεδίου, 1312
Ο Επίσκοπος Άγιος Γεώργιος Θεσσαλονίκης Απεικονίζεται Αγένειος, Με Πολυσταύριο Φαιλόνιο Και Ωμοφόριο, Σε Τοιχογραφία Του 1312 Στην Πρόθεση Του Καθολικού Της Ιεράς Μονής Βατοπεδίου.

Ένας ηλικιωμένος ιεράρχης με λευκά μαλλιά χωρισμένα στη μέση, χωρίς γένια, κοιτάζει κατάματα τον θεατή μέσα από χρυσό φωτοστέφανο πάνω σε βαθύ κυανό φόντο. Πρόκειται για τον Άγιο Γεώργιο, επίσκοπο Θεσσαλονίκης, μορφή που η βυζαντινή παράδοση τοποθετεί στον 11ο αιώνα, ανάμεσα σε δύο γνωστούς προκατόχους της μητροπολιτικής έδρας. Η ταυτότητά του διασώζεται σε τοιχογραφία που κοσμεί το βόρειο τοίχο της πρόθεσης στο Καθολικό της Ιεράς Μονής Βατοπεδίου, έργο του 1312, χρονιά κατά την οποία Θεσσαλονικείς αγιογράφοι ζωγράφισαν το σύνολο του ναού με τεχνοτροπία που πλησιάζει εκείνη του Πανσέληνου στο Πρωτάτο των Καρυών. Ονομάζεται σπάνια στη βιβλιογραφία και ακόμη σπανιότερα στους συναξαριστές, γεγονός που καθιστά τη μορφή αυτή ιδιαίτερα πολύτιμο τεκμήριο για την τοπική εκκλησιαστική ιστορία της Θεσσαλονίκης όσο και για την ιστορία της τέχνης της Παλαιολόγειας περιόδου. Το βλέμμα του, έντονο και διεισδυτικό, δείχνει να αντέχει στον χρόνο περισσότερο από το χρώμα γύρω του. Η Ιερά Μονή Βατοπεδίου διατηρεί τη σύνθεση αυτή ως μέρος ενός ευρύτερου εικονογραφικού προγράμματος αφιερωμένου στους αγίους που συνδέονται με τη μοναστική της ιστορία, ανάμεσά τους και εκείνος ο επίσκοπος που η προφορική παράδοση θέλει να έχει βγει από κελλί της ίδιας της μονής. Το πρόσωπο, σοβαρό και σχεδόν ασκητικό, φέρει τα σημάδια μιας ζωγραφικής που δεν επιδίωξε την εξιδανίκευση αλλά την ατομικότητα.

Η εικονογραφία του Αγίου Γεωργίου Θεσσαλονίκης στη βυζαντινή τέχνη της μονής

Η μορφή καταλαμβάνει σχεδόν όλο το εικονιστικό πεδίο σε στηθάριο, με τους ώμους στραμμένους ελαφρώς και το πρόσωπο απόλυτα μετωπικό. Πάνω από το κεφάλι διακρίνονται δύο λεπτές κόκκινες γραμμές, ίχνη ίσως προπαρασκευαστικού σχεδίου που το πέρασμα των αιώνων άφησε να διαφανεί κάτω από τη φθαρμένη επιφάνεια του χρώματος. Τα μαλλιά, γκρίζα και κοντά, χωρίζονται στη μέση με μια κανονικότητα που θυμίζει σχεδόν κόμμωση κληρικού παρά ελεύθερη πινελιά ζωγράφου. Ο επίσκοπος φοράει λευκό φαιλόνιο διάστικτο με μαύρους σταυρούς, το γνωστό πολυσταύριο, ένδυμα που στη βυζαντινή ιεραρχική εικονογραφία δηλώνει την αρχιερατική αξία εκείνου που το φέρει· κάτω από αυτό διαγράφεται ωμοφόριο, επίσης λευκό, με ανάλογη διακόσμηση. Στο κάτω δεξιό άκρο της σύνθεσης προβάλλει κλειστό ευαγγέλιο με κόκκινη βαφή στην κόψη των φύλλων, κρατημένο από το αριστερό χέρι της μορφής, ενώ το δεξί ανασηκώνεται προς το ύψος του στήθους σε στάση ευλογίας, με τα δάχτυλα μερικώς διατηρημένα κάτω από τη φθορά.

Εκατέρωθεν του φωτοστέφανου, πάνω στο σκούρο μπλε βάθος, απλώνεται η επιγραφή που ταυτοποιεί τη μορφή. Στα δεξιά διαβάζεται καθαρά ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ με κεφαλαία λευκά γράμματα βυζαντινού τύπου, ενώ στα αριστερά τα ίχνη είναι αποσπασματικά, φθαρμένα από την υγρασία και τον χρόνο, αρκετά όμως ώστε να συμπληρώνουν το όνομα Γεώργιος. Δεν είναι τυχαίο πως ακριβώς αυτή η επιγραφή, κι όχι κάποιο βιογραφικό στοιχείο, αποτέλεσε για τους μελετητές τη μόνη ασφαλή βάση ταύτισης· ο Ιουστίνος Σιμωνοπετρίτης, όταν δημοσίευσε πρώτος την τοιχογραφία, στηρίχθηκε σχεδόν αποκλειστικά σε αυτήν. Το πρόσωπο του επισκόπου, με τα γεμάτα μάγουλα και τα ήπια χαρακτηριστικά, έχει περιγραφεί από τον ίδιο ερευνητή ως κάτι που θυμίζει όψη ευνούχου, παρατήρηση που δεν αναφέρεται σε κάποια ιστορική μαρτυρία αλλά στην καθαρά ζωγραφική απόδοση των χαρακτηριστικών.

Η επιδερμίδα του προσώπου, εκεί όπου το χρώμα σώζεται, δουλεύεται με διαδοχικά στρώματα ωχρών και ροζ τόνων που δημιουργούν πλαστικότητα γύρω από τα μάτια και τη μύτη, ενώ οι φθορές στο στήθος αποκαλύπτουν το προπαρασκευαστικό κάστανο υπόστρωμα πάνω στο οποίο δούλευε ο αγιογράφος. Πρόκειται για τεχνική συνήθη στην εντοίχια ζωγραφική των αρχών του 14ου αιώνα, περίοδο κατά την οποία τα εργαστήρια της Θεσσαλονίκης αναπτύσσουν έναν εκφραστικό ρεαλισμό που θα επηρεάσει ευρύτερα τη μεταβυζαντινή τέχνη. Η απουσία γενειάδας, ασυνήθιστη για ώριμο ιεράρχη, ενισχύει την υπόθεση πως ο ζωγράφος του 1312 δεν αντέγραψε απλώς έναν καθιερωμένο τύπο επισκόπου αλλά επιχείρησε να αποδώσει συγκεκριμένα φυσιογνωμικά στοιχεία, ίσως απόηχο παλαιότερης παράστασης ή τοπικής μνήμης για τον ίδιο τον άγιο. Η μνήμη του, όπως σημειώνεται, παραμένει απούσα από τους μεγάλους συναξαριστές· τιμάται όμως κάθε χρόνο μαζί με το σύνολο των βατοπαιδινών αγίων, στις δέκα Ιουλίου, μέσα σε μια εορτολογική παράδοση που η ίδια η μονή διατηρεί ζωντανή περισσότερο μέσα από τη λατρευτική μνήμη παρά μέσα από γραπτά κείμενα.