
Στο βόρειο άκρο της κοιλάδας της Δρυμαλίας, νότια του χωριού Μονή στη Νάξο, ο ναός της Παναγίας Δροσιανής φυλάσσει ένα από τα σπανιότερα σύνολα βυζαντινής ζωγραφικής που έχουν διασωθεί, χρωματισμένο στο πρώτο μισό του 7ου αιώνα, πριν από την περίοδο της Εικονομαχίας, από τεχνίτες των οποίων το όνομα δεν κατέγραψε καμία επιγραφή. Στη βόρεια κόγχη του αρχικού ναού ο Χριστός εικονίζεται ένθρονος ανάμεσα στην Παναγία, τον Πρόδρομο και, κάτι εξαιρετικά ασυνήθιστο για μια Δέηση, τον βασιλιά Σολομώντα της Παλαιάς Διαθήκης. Δεν πρόκειται λοιπόν για μια τυπική δεητική σκηνή με τα δύο συνήθη πρόσωπα εκατέρωθεν του Χριστού, αλλά για μια εικαστική σκέψη πιο σύνθετη, όπου η βασιλική και προφητική διάσταση του Σολομώντα συνδέεται νοηματικά με τη Θεία Σοφία που ενσαρκώνει ο ίδιος ο Χριστός Λόγος.
Η αξία αυτού του τοιχογραφικού προγράμματος δεν περιορίζεται στη θεολογική του πρωτοτυπία. Συνδέεται και με την ευρύτερη πολιτιστική φυσιογνωμία του νησιού, κάτι που αναδεικνύεται και από μελέτες αφιερωμένες στα μνημεία της Νάξου ως πυλώνες πολιτιστικού τουρισμού. Η μορφή του Σολομώντα, με τη βασιλική περιβολή και τον σταυρό στο στήθος, δεν λειτουργεί απλώς ως συμπλήρωμα της σκηνής. Φέρνει στο προσκήνιο μια παλαιοδιαθηκική προφητεία που λίγα μνημεία της εποχής τόλμησαν να απεικονίσουν με τόση σαφήνεια, και που σήμερα επιτρέπει να διαβάσουμε τη Δέηση της Δροσιανής όχι ως απλή δεητική σύνθεση αλλά ως θεολογικό σχόλιο πάνω στη σοφία, τη βασιλεία και το Πάθος.
Η Δέηση Δροσιανής και τα δύο πρόσωπά της
Ό,τι σώζεται σήμερα προέρχεται από επίμονη αποκάλυψη, στρώμα στρώμα, κάτω από μεταγενέστερες τοιχογραφίες που έφτασαν ως τον 14ο αιώνα. Το αποτέλεσμα είναι αποσπασματικό, φθαρμένο σε πολλά σημεία, με τον σοβά να έχει χάσει τμήματά του και το χρώμα να έχει ξεθωριάσει σε αποχρώσεις ώχρας και καφέ που θυμίζουν παλιό δέρμα παρά νωπογραφία. Ακριβώς αυτή η φθορά αποκαλύπτει κάτι από την τεχνική των ζωγράφων, τις γρήγορες, σχεδόν νευρώδεις πινελιές γύρω από τα μάτια, τη λιτότητα στο πλάσιμο των προσώπων που δεν επιδιώκει ρεαλισμό αλλά αμεσότητα βλέμματος.

Ο Χριστός Παντοκράτορας: το πρόσωπο της εξουσίας
Σε στενή λήψη διασώζεται το πρόσωπο του Χριστού, περικλεισμένο σε φωτοστέφανο βαθυκάστανου χρώματος με λευκό περίγραμμα. Τα μάτια, μεγάλα και αμυγδαλωτά, κοιτάζουν ελαφρώς πλάγια, με μια ένταση που δεν έχει τίποτα το γλυκερό. Η μύτη μακριά και λεπτή, το πρόσωπο επίμηκες, τα μαλλιά χωρισμένα στη μέση και πεσμένα σε δύο μάζες που η φθορά έχει κάνει σχεδόν αγνώριστες σε αρκετά σημεία. Πάνω από το φρύδι ένα ρήγμα στον σοβά διασχίζει κάθετα το μέτωπο, ίχνος αιώνων υγρασίας μέσα στην πέτρα, όχι επεξεργασία του ζωγράφου. Το βλέμμα αυτό, έντονο και εσωστρεφές συγχρόνως, ανήκει σε έναν τύπο Παντοκράτορα που η έρευνα έχει συνδέσει με την προσπάθεια της εποχής να διατυπωθεί εικαστικά η διπλή φύση του Χριστού. Και είναι ακριβώς σε αυτόν τον ναό που η ιδέα αυτή αποκτά ιδιαίτερο βάρος, αφού στον τρούλο της Δροσιανής ο Χριστός εικονίζεται δύο φορές, άλλοτε ως νέος με λίγα γένια και άλλοτε ως ώριμος άνδρας με γενειάδα, μαζί με έξι αρχαγγέλους αντί για τους συνηθισμένους τέσσερις. Μια εικονογραφική τόλμη που, όπως σημειώνουν οι μελετητές, δεν έχει καταγραφεί σε κανένα άλλο σωζόμενο μνημείο της περιόδου.
Ο Άγιος Σολομών: η σοφία της Παλαιάς Διαθήκης
Πλάι στην Παναγία, σε επίσημη στάση σχεδόν κατά μέτωπον, ο Σολομών φέρει ένδυμα διάστικτο με μικρούς λευκούς κύκλους, διάταξη που παραπέμπει στα μαργαριτοκέντητα υφάσματα της αυτοκρατορικής εικονογραφίας. Το φωτοστέφανό του, στο ίδιο βαθύ καστανό τόνο με εκείνο του Χριστού, έχει υποστεί μεγαλύτερη φθορά, με τμήματα του σοβά να έχουν αποκολληθεί εντελώς στο πάνω μέρος. Το πρόσωπο διατηρεί ωστόσο μια έκφραση συγκεντρωμένη, σχεδόν στοχαστική, που ταιριάζει στον βασιλιά της σοφίας παρά σε έναν απλό μάρτυρα ή άγιο. Κρατά, σύμφωνα με όσα αφήνει να διακρίνει η σύνθεση, σταυρό στο στήθος με μικρό στεφάνι στο κέντρο του, σύμβολο που παραπέμπει ευθέως στο Πάθος και στη μεσσιανική προφητεία. Η επιλογή να ενταχθεί ο σοφός βασιλιάς της Παλαιάς Διαθήκης σε μια σκηνή Δέησης δεν είναι διακοσμητική, καθώς η σοφία του Σολομώντα λειτουργεί εδώ ως προτύπωση της Θείας Σοφίας που θα ενσαρκωθεί στο πρόσωπο του Χριστού Λόγου. Στην ίδια σύνθεση, μια τρίτη μορφή, εστεμμένη και γυναικεία, ερμηνεύεται από πρόσφατη έρευνα ως προσωποποίηση της Εκκλησίας, της Νύμφης του Χριστού, θεμελιωμένη πάνω ακριβώς σε αυτή τη Θεία Σοφία που ο Σολομών προεικονίζει. Ένα εκκλησιολογικό σχόλιο, δηλαδή, κρυμμένο μέσα σε μια σκηνή που ο απλός επισκέπτης θα διάβαζε βιαστικά ως συνηθισμένη Δέηση.
Η γειτνίαση των δύο μορφών, του Χριστού και του Σολομώντα, δημιουργεί έναν διάλογο οπτικό πριν γίνει θεολογικός. Το βλέμμα του βασιλιά στρέφεται προς το κέντρο της σύνθεσης, εκεί όπου δεσπόζει ο ένθρονος Χριστός, σε μια σχέση εξάρτησης που η ζωγραφική αποδίδει χωρίς κανένα περιττό στοιχείο. Ούτε χειρονομίες θεατρικές, ούτε συμβολισμοί επιδεικτικοί. Μόνο δύο πρόσωπα, φθαρμένα από τον χρόνο, που εξακολουθούν να συνομιλούν μέσα από τον σοβά.
Λίγα μνημεία της πρώιμης βυζαντινής περιόδου διασώζουν τόσο καθαρά αυτή τη σύζευξη ανάμεσα στην Παλαιά και την Καινή Διαθήκη. Η Δροσιανή, αφιερωμένη στο Γενέσιο της Παναγίας, δεν λειτουργεί μόνο ως τόπος λατρείας. Έχει καταγραφεί, μέσα από δεκαετίες έρευνας, ως ένα από τα σημαντικότερα εργαστήρια εικονογραφικής σκέψης της εποχής της, εκεί όπου δοκιμάστηκαν λύσεις που αλλού δεν τολμήθηκαν. Ο επισκέπτης που σήμερα στέκεται μπροστά στη βόρεια κόγχη δεν βλέπει απλώς δύο φθαρμένα πρόσωπα. Βλέπει το ίχνος μιας θεολογικής συζήτησης αιώνων, αποτυπωμένο σε χρώμα και πέτρα, με μια οικονομία μέσων που καμία μεταγενέστερη σχολή δεν ξαναβρήκε στην ίδια ένταση.

