Απόστολος Παύλος: βυζαντινή τοιχογραφία Μυστρά

Απόστολος Παύλος, Βυζαντινή Τοιχογραφία Στον Μυστρά, Μονή Βροντοχίου, Τέχνη 14Ου Αιώνα
Η Μορφή Του Αποστόλου Παύλου Σε Βυζαντινή Τοιχογραφία Του 14Ου Αιώνα Στον Μυστρά, Με Φωτοστέφανο, Λευκό Ιμάτιο Και Χαρακτηριστική Δικέφαλη Γενειάδα.

Στο βορειοδυτικό παρεκκλήσιο ενός από τα καθολικά της μονής του Βροντοχίου στον Μυστρά σώζεται, σε απόσπασμα τοιχογραφίας που ο χρόνος έχει καταπονήσει χωρίς όμως να το έχει σβήσει, η μορφή του αποστόλου Παύλου. Άγνωστο παραμένει το όνομα του ζωγράφου, όπως συμβαίνει άλλωστε με το μεγαλύτερο μέρος της μνημειακής ζωγραφικής του τόπου. Η σύνθεση χρονολογείται στις πρώτες δεκαετίες του 14ου αιώνα, στα χρόνια δηλαδή που ο ηγούμενος Παχώμιος ανοικοδομούσε το νέο καθολικό της μονής και το προίκιζε με εικονογραφικό πρόγραμμα η ποιότητα του οποίου μαρτυρεί άμεση σχέση με την Κωνσταντινούπολη. Η ιστορία του μνημείου έπειτα από την οθωμανική κατάκτηση, η εγκατάλειψή του και η βαθμιαία επάνοδος του επιστημονικού ενδιαφέροντος για τη μελέτη και τη διαχείρισή του, απασχόλησαν εκτενή διατριβή αφιερωμένη στον μεταβυζαντινό Μυστρά. Ο απόστολος αποδίδεται σε προτομή, τυλιγμένος σε λευκό ιμάτιο που αφήνει να διαφανεί στο άνοιγμα του λαιμού ο ερυθρωπός χιτώνας του, με φωτοστέφανο χρυσαφί που τον ξεχωρίζει ως μορφή αγιασμένη. Το ψηλό, γυμνό μέτωπο και η μακριά δικέφαλη γενειάδα ακολουθούν πιστά τον καθιερωμένο εικονογραφικό τύπο που διαχωρίζει τον Παύλο από τον Πέτρο ήδη από τους πρώτους αιώνες της χριστιανικής εικονογραφίας. Χαμηλωμένο το βλέμμα, δίνει στη σύνθεση τόνο ενδοστρεφή, μακριά από τη μετωπική αυστηρότητα άλλων αποστολικών παραστάσεων της εποχής.

Ο απόστολος Παύλος στον Μυστρά: το παρεκκλήσιο και η θέση του στο καθολικό

Ανήκει το βορειοδυτικό αυτό παρεκκλήσιο σε ένα οικοδόμημα σύνθετο και πρωτότυπο, γνωστό στη βιβλιογραφία ως «τύπος Μυστρά», που συνδύασε τη δρομική βασιλική του ισογείου με πεντάτρουλλο σταυροειδή ναό στον όροφο. Δύο πύργοι-παρεκκλήσια πλαισίωναν αρχικά τα άκρα του νάρθηκα, ενώ στο δεύτερο μισό του 14ου αιώνα προστέθηκαν και άλλοι χώροι λατρείας, πλουτίζοντας ακόμη περισσότερο το ήδη πυκνό εικονογραφικό πρόγραμμα του καθολικού. Η τοιχοδομία, με τους αδρά πελεκημένους λίθους και τις αραιές οριζόντιες σειρές πλίνθων, και η όψη με τους πολλούς τρούλλους και τις στοές παραπέμπουν ευθέως σε πρότυπα της Πρωτεύουσας. Στο εσωτερικό, τα κατώτερα τμήματα των τοίχων είχαν κάποτε επενδυθεί με πολύχρωμα μάρμαρα, ζώνη πολυτελείας πάνω από την οποία αναπτύσσονταν σε τοξωτά πλαίσια μορφές όρθιων αγίων. Σε αυτό ακριβώς το σύστημα εντάσσεται, τεχνοτροπικά και χωρικά, η μορφή που εξετάζουμε, μολονότι η φθορά του χρόνου έχει αφαιρέσει από γύρω της κάθε αρχιτεκτονικό στοιχείο πλαισίωσης. Διώροφος ήταν άλλωστε και ο ίδιος ο νάρθηκας, με δικό του τρούλλο στο κέντρο, ενώ στον όροφο σχηματιζόταν ένας «περίπατος» που έφτανε ως τα ανατολικά άκρα του κτηρίου, πάνω από την πρόθεση και το διακονικό, λύση που προσέδιδε στο σύνολο την αίσθηση μιας μονής φιλόδοξης, με βλέμμα στραμμένο διαρκώς προς την Πρωτεύουσα.

Το πρόσωπο, το βλέμμα και η ενδυμασία της μορφής

Βαθύ γκριζογάλανο, σχεδόν σκοτεινό, είναι το βάθος πάνω στο οποίο προβάλλει ο απόστολος, με λευκές κηλίδες που μαρτυρούν τη φθορά του επιχρίσματος και την ανισότητα της επιφάνειας μετά από αιώνες έκθεσης. Το φωτοστέφανο, σε ζεστό ώχρα χρυσαφί, περιβάλλεται από περίγραμμα βαθύ κόκκινο και συγκεντρώνει γύρω του το φως που η υπόλοιπη σύνθεση αρνείται. Το πρόσωπο, πλασμένο σε θερμούς ώχρους με σκιάσεις σε ερυθρωπές αποχρώσεις, φέρει ψηλό και γυμνό μέτωπο, γνώρισμα που η βυζαντινή εικονογραφία απέδιδε σταθερά στον Παύλο για να δηλώσει τη σοφία και την ωριμότητα του πνεύματός του. Η γενειάδα, μακριά και διχαλωτή, σε τόνους καστανοκόκκινους με ανοιχτότερες αναλαμπές στην κορυφή της, πλαισιώνει ένα στόμα κλειστό και σοβαρό. Χαμηλωμένα τα βλέφαρα, το βλέμμα αποφεύγει τον θεατή και στρέφεται προς μια σκέψη που η ζωγραφική δεν κατονομάζει. Λευκό το ιμάτιο που καλύπτει τους ώμους, με πτυχώσεις αποδοσμένες σε σκούρες γραμμικές παρυφές, σύμφωνα με τη σχηματοποιημένη πλαστικότητα που διακρίνει την παλαιολόγεια ζωγραφική. Από κάτω προβάλλει, στο άνοιγμα του λαιμού, λωρίδα ζωηρού ερυθρού χρώματος, ίσως υπόλειμμα του χιτώνα, ίσως τμήμα ενός ωμοφορίου που η σύγχρονη έρευνα δεν έχει ακόμη διευκρινίσει πλήρως.

Η βυζαντινή τέχνη του Μυστρά: θέση του έργου στην τοιχογραφική παράδοση

Δεν είναι μεμονωμένο φαινόμενο η ποιότητα αυτής της μορφής. Ανήκει σε μια ευρύτερη κίνηση καλλιτεχνικής άνθησης που γνώρισε ο Μυστράς στις πρώτες δεκαετίες του 14ου αιώνα, όταν εργαστήρια με άμεσους δεσμούς με την Κωνσταντινούπολη μετέφεραν στην Πελοπόννησο τα πρότυπα του νέου μνημειακού ύφους. Πλαστική καθαρότητα, ηρεμία των όγκων και μια συγκρατημένη, σχεδόν κλασικίζουσα απλότητα στις αναλογίες χαρακτηρίζουν το ρεύμα αυτό, που θα σφραγίσει στη συνέχεια και άλλα μεγάλα σύνολα του τόπου, από την Περίβλεπτο ως την Παντάνασσα. Η μορφή του Παύλου, όσο κι αν έχει πληρώσει βαρύ το τίμημα των αιώνων, ανήκει αναμφισβήτητα σε αυτή την παράδοση της βυζαντινής τέχνης που ανέδειξε τον Μυστρά σε ένα από τα σημαντικότερα καλλιτεχνικά κέντρα του ύστερου Βυζαντίου. Η μελέτη τέτοιων σπαραγμάτων, όσο αποσπασματικά κι αν σώζονται, συνθέτει σταδιακά μια εικόνα πληρέστερη για το πρόγραμμα που κάποτε κάλυπτε ολόκληρο τον χώρο του παρεκκλησίου, και υπενθυμίζει πως κάθε λίθος και κάθε ίχνος χρώματος στον Μυστρά αποτελεί τεκμήριο μιας τέχνης που άντεξε, έστω αποσπασματικά, στον χρόνο. Ο σύγχρονος επισκέπτης, ή ακόμη και ο ερευνητής που προσεγγίζει το θέμα μέσα από τη βιβλιογραφία, καλείται τελικά να διαβάσει σε αυτό το κατεστραμμένο πρόσωπο τη μαρτυρία ενός εργαστηρίου που, δουλεύοντας μακριά από την Κωνσταντινούπολη, κατάφερε να μεταφέρει στην Πελοπόννησο την ίδια εκείνη πλαστική ευαισθησία που χαρακτήριζε τη μητροπολιτική ζωγραφική των χρόνων του.