Ο Ιησούς του Ναυή στον Όσιο Λουκά: Βυζαντινή Τοιχογραφία

Ο Ιησούς Του Ναυή Σε Βυζαντινή Τοιχογραφία Στη Μονή Οσίου Λουκά
Ο Ιησούς Του Ναυή Με Στρατιωτική Στολή Και Δόρυ, Σε Στιγμή Διαλόγου Με Τον Αρχάγγελο Μιχαήλ, Τοιχογραφία Του Καθολικού Της Μονής Οσίου Λουκά.

Κάτω από τις μαρμάρινες πλάκες που σκέπαζαν επί αιώνες τον ανατολικό τοίχο της βόρειας κεραίας, στο καθολικό της μονής Οσίου Λουκά στη Φωκίδα, αποκαλύφθηκε η παλαιότερη τοιχογραφία που σώζεται σήμερα στο μοναστήρι. Ο ένοπλος νέος με το φωτοστέφανο και το ασημί κράνος, που εικονίζεται σε στιγμή έντονου διαλόγου με ένα αόρατο πρόσωπο, ταυτίζεται με τον Ιησού του Ναυή, τον διάδοχο του Μωυσή στην ηγεσία του ισραηλιτικού λαού, λίγο πριν από την πολιορκία της Ιεριχώ. Χρονολογημένη στο δεύτερο μισό του 10ου αιώνα, η σύνθεση ανήκε αρχικά στη διακόσμηση μιας παλαιότερης και μικρότερης εκκλησίας αφιερωμένης στην Παναγία, που λειτουργούσε δίπλα στο προσκύνημα του τάφου του οσίου, προτού η εκκλησία αυτή ενσωματωθεί, γύρω στο 1011, στο μεγάλο οκταγωνικό καθολικό που θαυμάζουμε σήμερα. Ζωγραφισμένη αρχικά σε εξωτερική επιφάνεια, στο νότιο άκρο ενός δικιόνιου νάρθηκα, η παράσταση παρέμεινε άγνωστη ώσπου η αναστήλωση του 1964 την έφερε ξανά στο φως. Το επεισόδιο που εικονογραφεί, η εμφάνιση του αρχαγγέλου Μιχαήλ στον νεαρό στρατηλάτη, αντλείται από το ομώνυμο βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης και συνδέεται, κατά την παράδοση της μονής, με προφητεία που είχε διατυπώσει ο ίδιος ο όσιος Λουκάς για την απελευθέρωση της Κρήτης από τους Άραβες το 961. Δεν πρόκειται για εικόνα λατρευτικής χρήσης με τη συνήθη έννοια, όσο για τεκμήριο μεσοβυζαντινής ζωγραφικής υψηλού επιπέδου, που φανερώνει άμεση συγγένεια με εργαστήριο της Κωνσταντινούπολης και συνομιλεί, στη λεπτότητα της εκτέλεσής της, με τον πλούσιο γλυπτό διάκοσμο του ίδιου ναού.

Ιησούς του Ναυή: βυζαντινή τέχνη και εικονογραφία στον Όσιο Λουκά

Πάνω σε κάμπο υπόλευκο, χωρίς το βαθύ κυανό που θα καθιερωθεί αργότερα ως συμβατικό φόντο των βυζαντινών συνθέσεων, ορθώνεται η μορφή του νεαρού στρατηλάτη. Φορά στρατιωτική στολή διανθισμένη με μαργαριτάρια, θώρακα από επάλληλες φολίδες, ζώνη με ξίφος στη μέση και ασπίδα κρεμασμένη πίσω στον ώμο του, ενώ το δόρυ το κρατά σε άνετη, σχεδόν χαλαρή στάση με το ένα χέρι, το άλλο υψωμένο σε χειρονομία λόγου προς τον αρχάγγελο Μιχαήλ, ο οποίος δεν σώζεται πια στο τμήμα που διατηρήθηκε. Ο ζωγράφος τον αποδίδει με νεανικό σφρίγος και κάλλος μνημειακής, άψογα πλασμένης μορφής, στοιχεία που παραπέμπουν στη γαλήνια διάθεση και την κλασική αρμονία που χαρακτηρίζουν την τέχνη του 10ου αιώνα. Πάνω από την κεφαλή του, ανάμεσα σε αποσπασματικές επιγραφές που κάποτε μετέφεραν τον διάλογο ανάμεσα στα δύο πρόσωπα, διαβάζεται καθαρά η ταυτοτική επιγραφή «ΙΣ ΤΟΥ ΝΑΥΗ», ενώ σε άλλο σημείο της σύνθεσης σώζονται στίχοι που αναφέρονται στη δύναμη του Μιχαήλ και στην αήττητη στρατιά του Κυρίου, δίχως ωστόσο να μπορεί κανείς σήμερα να ανασυνθέσει με βεβαιότητα το πλήρες κείμενο του διαλόγου.

Το θέμα, αγαπητό στον 10ο και τον 11ο αιώνα, δεν είναι σπάνιο σε τοιχογραφικούς κύκλους αφιερωμένους στον αρχάγγελο Μιχαήλ. Σηματοδοτεί, στην ουσία του, το πνεύμα θριάμβου νικηφόρων εκστρατειών, κάτι που εξηγεί γιατί επιλέχθηκε εδώ, σε έναν χώρο συνδεδεμένο με προφητικές πράξεις του ιδρυτή της μονής. Ο Ιησούς του Ναυή, ως πολεμιστής της πίστης του οποίου η βοήθεια θεωρούνταν αποτελεσματική στους πολέμους ενάντια στους Άραβες, ταιριάζει νοηματικά με την ανάμνηση της ανακατάληψης της Κρήτης, γεγονός που ο όσιος Λουκάς είχε προαναγγείλει πολλά χρόνια πριν πραγματοποιηθεί. Τα ψευδοκουφικά κοσμήματα που διατρέχουν το κράνος και το υπαυχένιο, μιμούμενα αραβική καλλιγραφία δίχως νοηματική αξία, ανήκουν στην ίδια αντίληψη διακόσμησης που κατακλύζει τον λαμπρό γλυπτό διάκοσμο της εκκλησίας της Παναγίας, γεγονός που ενισχύει την υπόθεση ότι ο ζωγράφος του τμήματος αυτού είχε άμεση σχέση με την πρωτεύουσα.

Λεπτομέρεια Προσώπου Στην Τοιχογραφία Του Ιησού Του Ναυή, Όσιος Λουκάς
Το Πρόσωπο Του Ιησού Του Ναυή Με Το Κράνος Και Τα Ψευδοκουφικά Κοσμήματα, Λεπτομέρεια Από Την Τοιχογραφία Του 10Ου Αιώνα Στον Όσιο Λουκά.

Λεπτομέρεια προσώπου: το βλέμμα και το κράνος του πολεμιστή

Πλησιάζοντας το πρόσωπο, διακρίνει κανείς μια εργασία λεπτής χρωματικής διαβάθμισης, όπου το καστανοκόκκινο της επιδερμίδας περνά, στα μάγουλα και γύρω από τα μάτια, σε πιο σκούρους τόνους που πλάθουν τον όγκο χωρίς σκληρές γραμμές περιγράμματος. Τα μάτια, μεγάλα και αμυγδαλωτά, με έντονο μαύρο περίγραμμα στα βλέφαρα, κοιτούν πλάγια, με μια έκφραση προσοχής που δεν φτάνει στην ένταση του φόβου· είναι το βλέμμα κάποιου που ακούει, όχι κάποιου που τρομάζει. Το στόμα, μικρό και κλειστό, με ελαφρώς σαρκώδη χείλη, συμπληρώνει μια φυσιογνωμία όπου η νεότητα αποδίδεται περισσότερο μέσα από την απαλότητα του πλασίματος παρά μέσα από κάποιο ρητό ανατομικό στοιχείο.

Το κράνος, κωνικό και μυτερό, καταλήγει σε μια μικρή κορυφή σε σχήμα δακρύου, ενώ μια στενή κορδέλα με τα ίδια ψευδοκουφικά μοτίβα διατρέχει τη βάση του, ακριβώς πάνω από το μέτωπο. Στο πλάι διακρίνονται δύο μικρά ορθογώνια σύμβολα, ίσως υπολείμματα διακοσμητικής επιγραφής ή απλά σχηματοποιημένα κοσμήματα, δίχως να είναι δυνατή σήμερα ασφαλής ανάγνωσή τους. Ένα μακρύ, ασημί υπαυχένιο πέφτει στο πλάι του λαιμού, καλύπτοντας τον αυχένα με τρόπο που θυμίζει περισσότερο πολύτιμο ύφασμα παρά μεταλλική προστασία, λεπτομέρεια που φανερώνει πόσο ο ζωγράφος ενδιαφερόταν να αποδώσει την πολυτέλεια του εξοπλισμού όσο και τη λειτουργία του. Ο κόκκινος κάμπος του φωτοστεφάνου, έντονος και θερμός, τυλίγει το σύνολο της κεφαλής σαν ηλιακός δίσκος, τονίζοντας οπτικά την αγιότητα ενός προσώπου που η Παλαιά Διαθήκη παρουσιάζει πρωτίστως ως ηγέτη και στρατιωτικό.

Η σύνθεση αυτή, μοναδικό σωζόμενο δείγμα τοιχογραφίας από την πρώτη φάση διακόσμησης της μονής, παραμένει από τα ελάχιστα τεκμήρια που επιτρέπουν να συζητηθεί με κάποια βεβαιότητα η ζωγραφική παραγωγή της Κωνσταντινούπολης τον 10ο αιώνα, μια εποχή για την οποία τα σωζόμενα μνημειακά έργα είναι εξαιρετικά σπάνια. Η αντιπαραβολή της με τα ψηφιδωτά και τον γλυπτό διάκοσμο του ίδιου συγκροτήματος δείχνει έναν καλλιτεχνικό κόσμο εσωτερικά συνεκτικό, όπου η ίδια αισθητική αντίληψη περνούσε από το ένα υλικό στο άλλο χωρίς αισθητή ρήξη.