
Σε μια στενή κόγχη του καθολικού, εκεί όπου το φως πέφτει λοξά από κάποιο μικρό άνοιγμα, στέκεται ολόσωμος ένας ιεράρχης με πυκνή γενειάδα, το δεξί χέρι υψωμένο σε ευλογία και το Ευαγγέλιο σφιχτά κρατημένο στο αριστερό. Δύο φθαρμένες αλλά ακόμη ευανάγνωστες επιγραφές τον ονομάζουν Άγιο Αβέρκιο τον Θαυματουργό. Πρόκειται για τοιχογραφία που κοσμεί το εσωτερικό της Ιεράς Μονής Παναγίας Πελεκητής, χτισμένης στους απόκρημνους ορεινούς όγκους των Αγράφων, σε περιοχή που υπάγεται σήμερα στην Ιερά Μητρόπολη Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφερσάλων. Η Μονή Παναγίας Πελεκητής, όπως και τα περισσότερα μοναστήρια της ευρύτερης περιοχής, λειτούργησε επί αιώνες ως καταφύγιο πνευματικής και καλλιτεχνικής ζωής στα χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας, όταν ο δυσπρόσιτος ορεινός όγκος προστάτευε πληθυσμούς, θεσμούς και παραδόσεις από την άμεση εποπτεία της κεντρικής εξουσίας. Ο άγιος Αβέρκιος, επίσκοπος της Ιεράπολης της Φρυγίας κατά τον 2ο αιώνα, τιμάται στην ορθόδοξη παράδοση ως ισαπόστολος, φημισμένος για τα θαύματά του και για την ιεραποστολική του δράση σε εποχή που ο χριστιανισμός αναζητούσε ακόμη τη θέση του μέσα στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Η εικόνα του στη μονή δεν είναι απλή αναπαραγωγή καθιερωμένου τύπου. Φέρει τα ίχνη ενός τοπικού εργαστηρίου, που δουλεύοντας μακριά από τα μεγάλα αστικά κέντρα διαμόρφωσε δικό του λεξιλόγιο χρώματος και σχεδίου.
Ο άγιος Αβέρκιος και η θέση του στην ορεινή αγιογραφική παράδοση
Στα καθολικά των μοναστηριών των Αγράφων, όπως και σε πλήθος επαρχιακών ναών της ορθόδοξης Ανατολής, οι ιεράρχες κατέχουν συνήθως θέση περίοπτη, κοντά στο ιερό ή στις πλάγιες κόγχες, εκεί όπου η λειτουργική τους ιδιότητα δικαιολογεί την εγγύτητα με το άγιο βήμα. Ανάμεσά τους ο Αβέρκιος εμφανίζεται λιγότερο συχνά απ’ ό,τι άλλοι μεγάλοι πατέρες της Εκκλησίας, γεγονός που καθιστά ενδιαφέρουσα την επιλογή του συγκεκριμένου τύπου εδώ. Άλλωστε η τιμή του συνδέεται στενά με τη μικρασιατική παράδοση, εκεί όπου άσκησε το ποιμαντικό του έργο, και η μεταφορά της λατρείας του σε ένα ορεινό ελλαδικό μοναστήρι μαρτυρεί για τη σταθερή κυκλοφορία εορτολογικών και εικονογραφικών προτύπων μέσα στον ορθόδοξο κόσμο, ανεξάρτητα από γεωγραφικές αποστάσεις. Δεν αποκλείεται, μάλιστα, η αφιέρωση να συνδέεται με τοπική παράδοση ή με προσωπική ευλάβεια κάποιου δωρητή, στοιχείο που δύσκολα ανασυγκροτείται πια με βεβαιότητα.
Το πρόσωπο, το φωτοστέφανο και το βλέμμα
Η μορφή του αγίου κυριαρχείται από ένα πρόσωπο επίμηκες, ασκητικό, με βαθουλωμένα μάτια που κοιτάζουν κατάματα τον θεατή, χωρίς την παραμικρή κλίση ή στροφή. Το μέτωπο, υψηλό και μερικώς φαλακρό, φωτίζεται από μια σειρά λεπτών γραμμών που υποδηλώνουν τη σκίαση της σάρκας, ενώ τα μαλλιά, καστανοκόκκινα, πέφτουν σε αυστηρή συμμετρία εκατέρωθεν του προσώπου. Η γενειάδα, μακριά και διχαλωτή στην άκρη, ολοκληρώνει την εντύπωση γεροντικής σοφίας που ο ζωγράφος επιδίωξε να αποδώσει, όχι με φυσιοκρατική λεπτομέρεια αλλά με λιτά, σχεδόν γραμμικά μέσα. Πίσω από το κεφάλι απλώνεται φωτοστέφανο σε τόνους ώχρας και χρυσού, διασχισμένο διαγωνίως από ρωγμή που ξεκινά ψηλά και χάνεται προς τα δεξιά, στο σημείο όπου η επιγραφή «ΚΙΟΣ» ολοκληρώνει το όνομα του αγίου. Αυτή η ρωγμή, καθόλου συμπτωματική στην ανάγνωση του έργου, λειτουργεί σαν ένα δεύτερο, ακούσιο ίχνος γραφής πάνω στο πρώτο· καταγράφει τον χρόνο που πέρασε πάνω από τον καμβά του κονιάματος, τις υγρασίες του χειμώνα, ίσως και κάποιον παλαιότερο σεισμό της περιοχής.
Το βάθος της σύνθεσης χωρίζεται σε δύο ζώνες με σαφή, σχεδόν γεωμετρική τομή: επάνω το βαθύ κυανό του ουρανού, κάτω μια ώχρα διάστικτη με κοκκινωπές κηλίδες που μιμούνται, με τρόπο λαϊκό, την πολυτέλεια του μαρμάρου ή του χρυσού κάμπου των παλαιότερων εικόνων. Ο γραφικός χαρακτήρας των επιγραφών, με τα γράμματα κάπως ανισομεγέθη και τις γωνιώδεις τους απολήξεις, προδίδει χέρι εξοικειωμένο περισσότερο με την πράξη παρά με την ακαδημαϊκή καλλιγραφία της Πόλης, χαρακτηριστικό που συναντάται συχνά σε έργα ορεινών εργαστηρίων της ύστερης μεταβυζαντινής περιόδου.

Τα αρχιερατικά άμφια και το ιερό βιβλίο
Στο κατώτερο μέρος της σύνθεσης, εκεί όπου η φωτογραφική λήψη αποκαλύπτει καθαρότερα την υφή του χρώματος, ο άγιος φορά λευκό ωμοφόριο διάστικτο από μαύρους σταυρούς, ριγμένο πάνω σε φαιλόνιο βαθυκόκκινο, κεντημένο με σπειροειδή αραβουργήματα που θυμίζουν, όχι τυχαία, τα υφάσματα οθωμανικής προέλευσης που κυκλοφορούσαν ευρέως στα Βαλκάνια εκείνη την εποχή. Δάνειο αυτό, ή μάλλον αφομοίωση, δείχνει πόσο ρευστά ήταν τα όρια ανάμεσα σε εκκλησιαστική παράδοση και εγχώρια αισθητική καθημερινότητα· ο ζωγράφος δεν αντέγραψε απλώς έναν βυζαντινό πρότυπο τύπο αμφίων, τον προσάρμοσε στο οπτικό λεξιλόγιο του καιρού και του τόπου του.
Το δεξί χέρι, με τα δάχτυλα σχηματισμένα στη γνωστή χειρονομία ευλογίας, φαίνεται ελαφρώς δυσανάλογο σε σχέση με τον καρπό, ατέλεια που μάλλον απορρέει από την περιορισμένη ανατομική εξάσκηση του καλλιτέχνη παρά από συνειδητή στυλιζαρισμένη πρόθεση. Στο αριστερό, τυλιγμένο με κόκκινο ύφασμα σεβασμού, συγκρατείται το Ευαγγέλιο, με το εξώφυλλό του να αποδίδεται με εναλλασσόμενα τετράγωνα γαλάζιου και χρυσού, απομίμηση των πολύτιμων μεταλλικών βιβλιοδεσιών που κοσμούσαν τα ιερά κείμενα στις μεγάλες μονές. Χαμηλότερα, το πράσινο της βάσης και η κόκκινη θύρα με το ασημί πλαίσιο στα δεξιά της σύνθεσης οριοθετούν έναν χώρο σχεδόν αρχιτεκτονικό, όπου διακρίνονται και σημεία φθοράς του επιχρίσματος, μικρές απολεπίσεις που αφήνουν να φανεί το υπόστρωμα. Δεν είναι λίγες οι φορές που τέτοιες λεπτομέρειες, αν και άσχετες φαινομενικά με το θέμα, λένε περισσότερα για τη ζωή ενός μνημείου απ’ όσα θα μπορούσε να πει μια επιγραφή κτητορική.
Το έργο αυτό, ανώνυμο όπως τόσα άλλα της ορεινής Ελλάδας, δεν διεκδικεί θέση ανάμεσα στα μεγάλα σύνολα της παλαιολόγειας ή της κρητικής ζωγραφικής. Αξίζει όμως προσοχή ακριβώς επειδή τεκμηριώνει, με τον πιο άμεσο τρόπο, πώς λειτουργούσε η θρησκευτική τέχνη στην περιφέρεια: πώς ένα τοπικό χέρι, με περιορισμένα μέσα και ίσως χωρίς πρόσβαση σε μεγάλα πρότυπα, κατάφερε να συνθέσει μια μορφή που παραμένει, παρά τις ατέλειές της, γεμάτη εσωτερική ζωή. Η μελέτη τέτοιων τοιχογραφιών, ως ιστορικών τεκμηρίων περισσότερο παρά ως αντικειμένων λατρείας, ανοίγει ίσως έναν δρόμο για την καλύτερη κατανόηση του πώς η μεταβυζαντινή αγιογραφική παράδοση επιβίωσε και μεταλλάχθηκε στις πιο απομακρυσμένες γωνιές του ελλαδικού χώρου. Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε πως η ρωγμή στο φωτοστέφανο του Αγίου Αβερκίου, όσο κι αν φαίνεται ασήμαντη λεπτομέρεια, συμπυκνώνει με τον δικό της τρόπο όλη την ιστορία ενός τόπου που έμεινε, σχεδόν κυριολεκτικά, εκτός χάρτη.

