
Η επιγραφή ΓΕΩΡΓΙΟΣ, χαραγμένη με λευκά κεφαλαία δίπλα στο χρυσό φωτοστέφανο, ταυτίζει αναμφισβήτητα τη μορφή που εξετάζουμε εδώ: έναν νεαρό στρατιωτικό άγιο, ζωγραφισμένο μετωπικά, με το ένα χέρι υψωμένο σε χειρονομία λόγου και το άλλο να κρατά έναν σταυροφόρο ραβδίσκο εξουσίας. Ανώνυμος ζωγράφος, πιθανότατα μέλος κάποιου από τα ορεινά εργαστήρια που δραστηριοποιούνταν τον 17ο αιώνα ανάμεσα στη Θεσσαλία και την Ήπειρο, του έδωσε πρόσωπο αδρό, σχεδόν λιτό στην απόδοση, μακριά από τη γλυκύτητα που θα υιοθετούσε αργότερα η πιο ακαδημαϊκή αγιογραφία. Στο σωζόμενο τμήμα της σύνθεσης διακρίνονται το πρόσωπο, τα δύο χέρια, τμήμα του πλούσια κεντημένου ενδύματος και ίχνη δεύτερης επιγραφής, που φαίνεται να αποδίδει στον άγιο τον τίτλο του τροπαιοφόρου, τίτλο συνήθη στη βυζαντινή και μεταβυζαντινή εικονογραφία των στρατιωτικών αγίων. Σε βράχο υψώματος 1.400 μέτρων πάνω από το χωριό Καρύτσα, με ίδρυση που τοποθετείται στα τέλη του 15ου αιώνα και ολοκλήρωση το 1529 από τον νεομάρτυρα Δαμιανό, είναι χτισμένη η Ιερά Μονή Παναγίας Πελεκητής, δύο ναοί της οποίας αγιογραφήθηκαν τον 17ο αιώνα, ο ένας αφιερωμένος στην Ανάληψη του Σωτήρος το 1654 και ο άλλος στην Παναγία Φανερωμένη το 1666, ενώ σε έναν από αυτούς εντάσσεται η τοιχογραφία που μελετάμε εδώ. Το απόκρημνο τοπίο των Αγράφων επέτρεψε σε αυτή την τοιχογραφική παράδοση να διατηρηθεί σχετικά ανέγγιχτη από μεταγενέστερες επεμβάσεις, κάτι που καθιστά κάθε λεπτομέρειά της πολύτιμη μαρτυρία τεχνικής και ύφους σπάνιων αλλού.
Η εικονογραφία του τροπαιοφόρου Αγίου Γεωργίου στην τοιχογραφία
Με το κόκκινο ιμάτιο ριγμένο στον δεξιό ώμο και στερεωμένο στο στήθος με χρυσή πόρπη, ο άγιος στέκεται σε στάση αυστηρά μετωπική, όπως επέβαλλε η παράδοση για τις μορφές που δεν αφηγούνται σκηνή αλλά παρίστανται ενώπιον του θεατή. Το εσωτερικό ένδυμα, βαθύ μπλε με πυκνό φυτικό διάκοσμο σε ανοιχτότερο τόνο, φτάνει έως τα γόνατα και δένεται στη μέση με χρυσή, κοσμημένη ζώνη, ενώ γύρω από τον λαιμό απλώνεται χρυσοκέντητο περιλαίμιο που θυμίζει τις αυλικές στολές της αυτοκρατορικής φρουράς. Στο δεξί χέρι, καλυμμένο ως τον καρπό από γουνερή επένδυση της χλαμύδας, ο άγιος κρατά λεπτό ραβδίσκο που καταλήγει σε σταυρό. Το αριστερό, με τα δάχτυλα ανοιχτά, υψώνεται σε χειρονομία που συνδυάζει την ευλογία με τη ρητορική έμφαση κληρονομημένη από τα αρχαία πρότυπα του λόγιου άνδρα.
Ο τροπαιοφόρος τύπος και η καταγωγή του
Ο τύπος αυτός, όρθιος και αυλικά ντυμένος, διαφέρει σημαντικά από τον πιο δημοφιλή στη λαϊκή συνείδηση εικαστικό τύπο του έφιππου δρακοντοκτόνου. Στη βυζαντινή τέχνη ο Γεώργιος τιμήθηκε πρωτίστως ως τροπαιοφόρος, δηλαδή ως φορέας του τροπαίου, της νίκης πάνω στο κακό, και μόνο αργότερα η λαϊκή αφήγηση του δράκοντα επικράτησε τόσο, ώστε να επισκιάσει την παλαιότερη, πιο ιερατική εικόνα του πολεμιστή αγίου σε στάση προσευχής. Η επιλογή του συγκεκριμένου, στατικού τύπου από τον ζωγράφο της Πελεκητής δείχνει προσήλωση σε παλαιότερα, ίσως κρητικής ή κωνσταντινοπολίτικης καταγωγής πρότυπα, τα οποία διοχετεύτηκαν στα ορεινά εργαστήρια της ηπειρωτικής Ελλάδας μέσω αντιγράφων και σχεδίων που κυκλοφορούσαν ανάμεσα στους αγιογράφους.
Το βάθος, ο σταυρός και η τεχνική της τοιχογραφίας
Ο κάμπος πίσω από τη μορφή είναι βαθύ κυανό, σχεδόν μελανό στις σκιές του, επιλογή που οι βυζαντινοί ζωγράφοι προτίμησαν ενωρίς για να δηλώσουν το αφηρημένο βάθος πίσω από τους αγίους τους, πριν καθιερωθεί ευρύτερα ο χρυσός κάμπος κατά μίμηση του ψηφιδωτού. Στο πάνω αριστερό τμήμα της σύνθεσης διακρίνεται σταυρός με άκρα σε σχήμα κρίνου, αποδοσμένος σε χρυσό: ίσως υπόμνηση κάποιου τιμώμενου λειψάνου, ίσως απλώς σύμβολο της νίκης που ενσαρκώνει ο τροπαιοφόρος άγιος. Οι επιγραφές, γραμμένες με λευκά κεφαλαία στοιχεία εκατέρωθεν του φωτοστέφανου, ακολουθούν το σύνηθες σχήμα αναγνώρισης των ιερών προσώπων στη μνημειακή ζωγραφική, όπου το όνομα λειτουργούσε ταυτόχρονα ως ταυτότητα και ως επίκληση, απευθυνόμενο σε όποιον σήκωνε το βλέμμα προς τον τοίχο.
Τεχνικά, η επιφάνεια προδίδει τη συνήθη πρακτική των ορεινών εργαστηρίων: νωπογραφία στα μεγάλα χρωματικά πεδία, με επεμβάσεις εν ξηρώ για τις λεπτές γραμμές των ματιών, των γραμμάτων και των κοσμημάτων, όταν το κονίαμα είχε πια στεγνώσει. Τα γαιώδη χρώματα, ανακατεμένα με ασβεστόνερο, έδεσαν με τον καιρό σε ενιαίο φλοιό με τον τοίχο, ενώ ο χρυσός του φωτοστέφανου και των κοσμημάτων εφαρμόστηκε πιθανότατα με λεπτά φύλλα πάνω σε προετοιμασμένη, κολλητική επιφάνεια. Οι ρωγμές που διατρέχουν σήμερα το επίχρισμα δεν είναι απλώς φθορά. Καταγράφουν και αυτές, με τον τρόπο τους, τη διαδοχή των ημερών εργασίας του αγιογράφου.

Η λεπτομέρεια του προσώπου: το βλέμμα του αγίου
Στο πρόσωπο, που αποτελεί το πιο φθαρμένο αλλά και το πιο εύγλωττο τμήμα της σύνθεσης, τα μαλλιά αποδίδονται με πυκνές, κυματιστές γραμμές σε σκούρο καστανό, δεμένα στο μέτωπο με στεφάνη από λευκές, στρογγυλές χάντρες που σχηματίζουν χιαστί μοτίβο, ένδειξη νεότητας και ίσως κοινωνικής θέσης. Τα φρύδια, τοξωτά και έντονα, πλαισιώνουν μεγάλα αμυγδαλωτά μάτια με βαριά βλέφαρα, ζωγραφισμένα με τη γνωστή τεχνική διαδοχικών, ολοένα πιο φωτεινών στρώσεων πάνω σε σκουρόχρωμο προπλασμό. Η μύτη, μακριά και σχεδόν ίσια, καταλήγει σε στρογγυλή άκρη, ενώ το στόμα, μικρό και σφιχτά κλεισμένο, δεν προδίδει κανένα ίχνος συναισθήματος. Η αυστηρότητα αυτή στο βλέμμα ταιριάζει με το γενικότερο ύφος των ζωγράφων της μονής, γνωστών για την αδρή, σχεδόν λιτή έκφραση που έδιναν στους αγίους τους, μακριά από κάθε ίχνος γλυκερής συναισθηματικότητας. Οι παρειές, ελαφρώς ροδισμένες με κόκκινη χρωστική πάνω στην ώχρα του προπλασμού, ζωντανεύουν ένα πρόσωπο που, παρά τις φθορές του χρόνου και τις ρωγμές στο επίχρισμα, διατηρεί ακέραιη την ένταση του βλέμματος.
Η τοιχογραφία αυτή δεν αποτελεί μεμονωμένο εύρημα, αλλά τμήμα ενός ευρύτερου κύματος αγιογράφησης που άνθισε στην ηπειρωτική Ελλάδα τον 17ο αιώνα, όταν εργαστήρια ζωγράφων, κληρονόμοι της κρητικής και της βορειοελλαδικής παράδοσης, συνέχιζαν να διακοσμούν καθολικά και παρεκκλήσια σε δυσπρόσιτα μοναστήρια, μακριά από τα μεγάλα αστικά κέντρα. Στην Πελεκητή το απόμακρο της τοποθεσίας δεν στάθηκε εμπόδιο, στάθηκε μάλλον συνθήκη διατήρησης. Η τοιχογραφία του Γεωργίου, με τα σπασμένα της χρώματα και τις ρωγμές του κονιάματος, μεταφέρει ως τις μέρες μας ένα ύφος που αλλού έχει χαθεί ανάμεσα σε μεταγενέστερες επιστρώσεις και ανακαινίσεις.

