
Στο εσωτερικό της μικρής εκκλησίας της Αγίας Μαρίας εκτός των πυλών, στο Καστελσέπριο της Λομβαρδίας, σώζεται μια τοιχογραφία που εικονίζει την Υπαπαντή του Χριστού, σκηνή τοποθετημένη στη μεσαία ζώνη της αψίδας και χρονολογημένη, σύμφωνα με την επικρατέστερη εκδοχή της έρευνας, γύρω στον 7ο ή τον 8ο αιώνα, αν και η ακριβής χρονολόγηση παραμένει ένα από τα πλέον αμφιλεγόμενα ζητήματα της πρώιμης βυζαντινής τέχνης στη Δύση. Ο ζωγράφος, το όνομα του οποίου δεν έχει διασωθεί, ακολούθησε το ευαγγελικό αφήγημα του Λουκά, όπου ο δίκαιος Συμεών, καθοδηγημένος από το Πνεύμα, αναγνωρίζει στο βρέφος που κρατά η Θεοτόκος τον αναμενόμενο Μεσσία. Το επεισόδιο, γνωστό στη χριστιανική εικονογραφία ως Υπαπαντή, συγκεντρώνει σε μια στιγμή μια από τις πυκνότερες θεολογικά σκηνές της Καινής Διαθήκης, εκείνη της αναγνώρισης του θείου μέσα στο ανθρώπινο σώμα ενός βρέφους.
Η περιοχή του Καστελσέπριο, ενταγμένη σήμερα στο δίκτυο μνημείων της Λομβαρδικής Ιταλίας, φυλάσσει σε αυτόν τον μικρό ναό ένα από τα σπανιότερα δείγματα πρώιμης μεσαιωνικής ζωγραφικής της Ευρώπης. Οι τοιχογραφίες αποκαλύφθηκαν το 1944, κάτω από μεταγενέστερα στρώματα επιχρίσματος, και έκτοτε δεν έπαψαν να απασχολούν τους ιστορικούς τέχνης, τόσο ως προς την ταυτότητα του καλλιτέχνη όσο και ως προς τη χρονική τους ένταξη, με προτάσεις που κυμαίνονται από τον 6ο ώς τον 10ο αιώνα. Η ποιότητα του σχεδίου και η ελευθερία στην απόδοση της κίνησης έχουν οδηγήσει αρκετούς μελετητές να αναγνωρίσουν συγγένειες με σύγχρονες φάσεις της ζωγραφικής της Santa Maria Antiqua στη Ρώμη, γεγονός που ενισχύει την υπόθεση μιας πρώιμης χρονολόγησης, κοντά στον 7ο ή τον 8ο αιώνα.
Η σκηνή της Υπαπαντής στο Καστελσέπριο: μια πρώιμη βυζαντινή τέχνη σε φθορά
Ό,τι σώζεται σήμερα από τη σύνθεση δεν διατηρεί το πλούσιο χρωματικό της ρεπερτόριο. Η επιφάνεια έχει χάσει σχεδόν εξ ολοκλήρου το επίχρισμα των τελικών φωτισμάτων, κι έτσι αυτό που βλέπουμε πλησιάζει περισσότερο την προπαρασκευαστική φάση της τοιχογραφίας, εκείνη την ερυθρωπή, σχεδόν μονόχρωμη υπόστρωση πάνω στην οποία οι βυζαντινοί ζωγράφοι έχτιζαν σταδιακά τον όγκο και το φως των μορφών. Παραμένουν, ωστόσο, ευανάγνωστα τα βασικά στοιχεία της αφήγησης.
Ο Συμεών και η στιγμή της αναγνώρισης
Αριστερά, ο γέροντας Συμεών σκύβει προς το παιδί, με τα μακριά μαλλιά του να πέφτουν ελεύθερα στους ώμους και τα δύο χέρια απλωμένα, έτοιμα να το δεχθούν. Η στάση του σώματος, βαθιά λυγισμένη προς τα εμπρός, μεταφέρει τη σωματική ένταση της αναμονής περισσότερο από όσο θα το επέτρεπε ένα αυστηρά μετωπικό σχήμα. Στα πόδια του, η φθαρμένη επιφάνεια αφήνει να διακρίνονται μικρές, πυκνές κηλίδες, ίχνη πιθανότατα της φθοράς του κονιάματος στο πέρασμα των αιώνων.
Η Θεοτόκος και το βρέφος Χριστός
Στο κέντρο της σύνθεσης, μια μικρή μορφή με φωτοστέφανο, ανυψωμένη σχεδόν στον αέρα πάνω σε μια βάση, απλώνει τα χέρια προς τον Συμεών. Πρόκειται για τον Χριστό, αποδοσμένο με τη συμβατική εικονογραφική κλίμακα του βρέφους, μικρότερος σε μέγεθος αλλά όχι σε βάρος νοήματος. Δεξιά του, μια ψηλότερη μορφή, επίσης φωτοστεφανωμένη, με το κεφάλι ελαφρώς κλίνον, κρατά απαλά το παιδί πριν από την παράδοσή του, σε μια χειρονομία που το σχέδιο αποδίδει με αξιοσημείωτη ρευστότητα γραμμής για τα δεδομένα της εποχής.
Οι δευτερεύουσες μορφές στο βάθος
Πίσω και δεξιά διακρίνονται αμυδρά περισσότερα πρόσωπα, κεφάλια κυρίως, καλυμμένα εν μέρει από τη φθορά της επιφάνειας, που η έρευνα συνδέει με την προφήτιδα Άννα, τον Ιωσήφ και επιπλέον συνοδούς της σκηνής. Στο πάνω μέρος της σύνθεσης, ένα αψιδωτό στοιχείο με κυματιστό, δαντελωτό περίγραμμα οριοθετεί τον ιερό χώρο της υποδοχής, και μέσα σε αυτό διακρίνεται ένας μικρός σταυρός, ζωγραφισμένος με λιτότητα, σχεδόν σαν υπόμνηση παρά ως κυρίαρχο εικονογραφικό στοιχείο.
Η γενικότερη τεχνοτροπία εντάσσεται σε εκείνο το ρεύμα της πρώιμης μεσαιωνικής ζωγραφικής που δεν εγκατέλειψε τελείως τις κλασικές καταβολές. Η πλαστικότητα των σωμάτων, η ελευθερία της κίνησης, η απουσία μιας αυστηρά ιεραρχικής, μετωπικής διάταξης, όλα αυτά μαρτυρούν έναν ζωγράφο εξοικειωμένο με πρότυπα που δεν είχαν ακόμη σκληρύνει σε σχηματοποιημένες φόρμουλες. Δεν γνωρίζουμε το όνομά του. Γνωρίζουμε όμως πως το χέρι που σχεδίασε αυτή τη σκηνή δούλεψε με σιγουριά, χωρίς τον δισταγμό μιας αντιγραφής από έτοιμο πρότυπο.
Η Υπαπαντή του Καστελσέπριο, έστω και σε αυτή την αποσπασματική της κατάσταση, παραμένει τεκμήριο ενός σταυροδρομιού καλλιτεχνικών επιρροών, εκεί όπου η Ρώμη, το Βυζάντιο και οι τοπικές λομβαρδικές παραδόσεις συνομίλησαν πάνω σε έναν τοίχο μικρής επαρχιακής εκκλησίας.

