
Μέσα στην κόγχη του Καθολικού της Μονής του Οσίου Λουκά στη Βοιωτία, το ψηφιδωτό του Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου, δημιουργία ανώνυμου καλλιτέχνη του ενδέκατου αιώνα, καθηλώνει με την αυστηρή επισημότητά του. Το πρόσωπο του ιεράρχη ξεπροβάλλει από τον χρυσό κάμπο, ο οποίος καταργεί κάθε έννοια φυσικού χώρου και χρόνου. Σκιές και φώτα παλεύουν πάνω στα χαρακτηριστικά του, συνθέτοντας μια φυσιογνωμία σκαμμένη από την άσκηση. Την εσωτερική του ένταση προδίδουν τα βαθουλωτά μάγουλα, τα σφιγμένα χείλη, το διεισδυτικό βλέμμα που στρέφεται ελαφρώς προς τα αριστερά του. Η επιγραφή με τα κεφαλαία γράμματα, τοποθετημένη ασύμμετρα στις δύο πλευρές έξω από το φωτοστέφανο, επιβεβαιώνει την ταυτότητά του. Ο ψηφιδογράφος χειρίζεται το υλικό με αυτοπεποίθηση. Γήινες αποχρώσεις, ώχρες, καστανά και πράσινα χρώματα δουλεύονται με πυκνές γραμμές για να αποδώσουν τον όγκο του προσώπου. Ογκώδες και βαρύ το σκοτεινό πορφυρό ένδυμα, καλύπτει τους ώμους του αγίου, προσδίδοντας μνημειακότητα. Πάνω από αυτό, το λευκό ωμοφόριο με τους μεγάλους μαύρους σταυρούς αγκαλιάζει τον λαιμό και κατεβαίνει ευθεία, διασπώντας τη σκοτεινή μονοτονία του φελωνίου. Ο σταυρός στο δεξί του χέρι αποτελεί τον πυρήνα και την προέκταση της ίδιας του της οντότητας, οργανώνοντας δομικά την όλη παράσταση.
Η συγκεκριμένη δημιουργία υποτάσσεται στην ιερατική ακινησία που παραδοσιακά υπαγορεύει η βυζαντινή τέχνη. Στην αριστερή του παλάμη ο Ιωάννης κρατεί ένα ογκώδες κλειστό Ευαγγέλιο. Ο ιερός κώδικας, διακοσμημένος με πολύχρωμους λίθους και μαργαριτάρια που σχηματίζουν ένα κεντρικό σταυρικό σχήμα, αντιπαραβάλλεται με τη λιτότητα της υπόλοιπης φιγούρας. Αν παρατηρήσουμε προσεκτικά τη δεξιά πλευρά, το άκρο που κρατά το ιερό σύμβολο μοιάζει να αναδύεται οργανικά από τις σκοτεινές πτυχώσεις του ενδύματος. Η χαμηλή φωτεινότητα στην περιοχή αυτή και η έλλειψη λεπτομερούς περιγράμματος του βραχίονα δεν πρέπει να μας ξεγελούν. Τη συνέχεια του δεξιού χεριού κάτω από το βαρύ ύφασμα καταδεικνύουν η ανατομική θέση του καρπού, η κλίση των δακτύλων και η φυσιολογική απόσταση από τον ώμο. Τα λεπτά, μακριά δάχτυλα σφίγγουν τη χρυσή λαβή με μια αποφασιστικότητα που διαπερνά την ήρεμη επιφάνεια. Το χέρι αυτό δηλώνει τη σταθερότητα της πίστης, η οποία καθοδηγεί την όρασή του μακριά από τον θεατή, στραμμένη ίσως προς κάποια νοητή θεία πηγή.
Δύσκολα συναντά κανείς τόση συμπυκνωμένη ενέργεια σε λίγα τετραγωνικά εκατοστά ψηφιδωτού. Την αίσθηση ενός ανθρώπου που έχει αναλώσει τη σωματική του ικμάδα, ενισχύουν το κοντό, αραιό γένι και τα λιγοστά, σκούρα μαλλιά που υποχωρούν ψηλά στο μέτωπο. Ίσως η φυσιογνωμική αυτή ακρίβεια να μεταφέρει μνήμες μιας πραγματικής παρουσίας, ίσως πάλι να αποτελεί μια στυλιζαρισμένη καταγραφή της πνευματικής του αυθεντίας. Την καμπύλη των φρυδιών διαγράφουν οι μαύρες ψηφίδες, οι οποίες κατεβαίνουν σχηματίζοντας τη σκιά στη μύτη και ορίζοντας την κόρη του ματιού. Κάθε ψηφίδα υπηρετεί τη δομή. Η δεξιά παρειά του προσώπου δέχεται το περισσότερο φως, ενώ η αριστερή βυθίζεται σταδιακά σε θερμές, καστανές σκιές, δημιουργώντας έναν διακριτικό όγκο.
