
Στο νησί της λίμνης των Ιωαννίνων, μέσα στο καθολικό της μονής του Αγίου Νικολάου των Φιλανθρωπηνών, μια τοιχογραφία αποδίδει τη στιγμή κατά την οποία ο πατριάρχης Ιεροσολύμων Μακάριος υψώνει τον Τίμιο Σταυρό μπροστά σε πλήθος πιστών. Το επεισόδιο τοποθετείται στο έτος 335, όταν εγκαινιάστηκε ο ναός της Αναστάσεως πάνω από τον τόπο όπου, κατά την παράδοση, είχε βρεθεί το ξύλο του μαρτυρίου. Ανήκει η σκηνή στην πρώτη ζωγραφική φάση του μνημείου, χρονολογημένη στο 1541 ή στο 1542, φάση που συνδέεται με πρωτοβουλία του ιερομόναχου Νεοφύτου Φιλανθρωπηνού. Ανώνυμος παραμένει ο ζωγράφος, καθώς καμία επιγραφή δε διέσωσε το όνομά του, γεγονός που δε σπανίζει σε μνημεία της περιόδου. Πλαισιωμένος από διακόνους που κρατούν αναμμένο κηρί σε κοσμημένο κηροπήγιο και λαμπάδα με φλόγα, ο ιεράρχης στέκεται σε βαθμιδωτό, πράσινο μαρμάρινο άμβωνα, ντυμένος πολυσταύριο φαιλόνιο όπου μαύροι σταυροί διάσπαρτοι σε πυκνή διάταξη καλύπτουν το λευκό ύφασμα. Στα αριστερά μια στεφανοφόρος γυναικεία μορφή με φωτοστέφανο πλησιάζει τεντώνοντας τα χέρια προς τον σταυρό, με όμιλο γυναικών τυλιγμένων σε σκούρα ενδύματα πίσω της. Στα δεξιά δεύτερος άγιος ιεράρχης, πλήθος γενειοφόρων ανδρών και ένας διάκονος με θυμιατό συνθέτουν την απέναντι πλευρά της σύνθεσης. Η αφηγηματική πυκνότητα του θέματος, όπως θα φανεί παρακάτω, αντανακλά το ύφος της σχολής στην οποία ανήκει το έργο.
Η ύψωση του Τιμίου Σταυρού: πρόσωπα και σύνθεση
Πάνω από τη μορφή του πατριάρχη, σε γαλάζιο πλαίσιο, διακρίνεται τμήμα επιγραφής που ξεκινά με τη λέξη «Ύψωσις» και προσδιορίζει το θέμα της παράστασης. Ο ιεράρχης, με γενειάδα λευκή και πυκνή, κρατά τον σταυρό ψηλά τυλίγοντας τα χέρια του σε λευκό ύφασμα, χειρονομία που δηλώνει σεβασμό προς το ιερό αντικείμενο και αποφυγή άμεσης επαφής μαζί του. Η μορφή του δε στέκει απομονωμένη, αφού δεξιά και αριστερά του συνωστίζονται προσκυνητές, κληρικοί, γυναίκες. Η στεφανοφόρος γυναίκα που βρίσκεται στο χαμηλότερο σκαλί του άμβωνα φέρει πλούσιο ερυθρό ένδυμα με ανθικά μοτίβα κεντημένα σε χρυσαφί απόχρωση, ένδειξη αυλικής προέλευσης η οποία την ταυτίζει με την αγία Ελένη. Πίσω της, γυναικείος όμιλος με σκούρα καλύμματα κεφαλής παρακολουθεί σιωπηλά, ορισμένες φιγούρες με το βλέμμα στραμμένο προς τα πάνω, άλλες κοιτάζοντας η μία την άλλη. Στη δεξιά πλευρά της σύνθεσης, ένας νεότερος διάκονος με ερυθρό κάλυμμα κεφαλής κρατά αναμμένη λαμπάδα, ενώ ομάδα γενειοφόρων ανδρών, ανάμεσά τους και κάποιοι με χαρακτηριστικά κωνικά ή πεταλωτά καλύμματα κεφαλής, στέκεται σε πυκνή διάταξη. Ένας μεσήλικας άνδρας με ερυθρό ιμάτιο αιωρεί θυμιατό δεμένο σε αλυσίδα, ενέργεια λειτουργική που ενισχύει τον τελετουργικό χαρακτήρα της στιγμής.
Ο άμβωνας, το φωτοστέφανο και το αρχιτεκτονικό πλαίσιο
Το πράσινο βάθρο πάνω στο οποίο στέκεται ο πατριάρχης αποδίδεται με τρεις διαβαθμισμένες βαθμίδες, κατασκευαστική επιλογή που παραπέμπει σε πραγματικές λειτουργικές δομές της εποχής, όπου ο ιερέας ανέβαινε σε ύψωμα ώστε το πλήθος να βλέπει τον σταυρό από απόσταση. Το φωτοστέφανο κάθε άγιας μορφής αποδίδεται με χρυσωπή απόχρωση περιγεγραμμένη, χωρίς εσωτερική διακόσμηση ορατή σήμερα. Στο πάνω αριστερό τμήμα της σύνθεσης διακρίνεται μικρό κτίσμα με κεραμοσκεπή στέγη, τοξωτή είσοδο και κυκλικό ρόδακα στο αέτωμα, λεπτομέρεια που πιθανότατα υπενθυμίζει τον ίδιο τον ναό της Αναστάσεως στα Ιεροσόλυμα, εκεί όπου διαδραματίστηκε το ιστορικό γεγονός. Στη δεξιά πλευρά αντίστοιχα υψώνεται αρχιτεκτόνημα με θολωτή στέγη καλυμμένη από πλούσιο ερυθρό, φυτικό διάκοσμο, στοιχείο που πλαισιώνει συμμετρικά τη σκηνή χωρίς όμως να την περιορίζει. Πίσω από τις μορφές, το σκοτεινό, σχεδόν μαύρο βάθος, τυπικό της Ηπειρωτικής Σχολής, αναδεικνύει τα φωτεινά χρώματα των ενδυμάτων και δίνει στο σύνολο έντονη πλαστικότητα.
Η μεταβυζαντινή τέχνη της Ηπειρωτικής Σχολής
Το τοιχογραφικό σύνολο της μονής θεωρείται από τα ωριμότερα δείγματα αυτού που η έρευνα ονομάζει Σχολή της Βορειοδυτικής Ελλάδας ή Ηπειρωτική Σχολή, ρεύμα που αναπτύχθηκε στην περιοχή κατά το πρώτο μισό του δέκατου έκτου αιώνα με κύριους εκφραστές τους Θηβαίους ζωγράφους Φράγκο και Γεώργιο Κονταρή. Η μεταβυζαντινή αυτή τέχνη διακρίνεται για την εκφραστικότητα των προσώπων, τη θεατρική κίνηση των σωμάτων και μια περιγραφική πληρότητα που δε διστάζει να πολλαπλασιάσει τις δευτερεύουσες μορφές γύρω από το κύριο θέμα. Ο ναός γνώρισε τρεις διαδοχικές φάσεις διακόσμου, με τελευταία εκείνη του 1560 στους εξωνάρθηκες, έργο των αδελφών Κονταρή, ενώ η σκηνή της Ύψωσης ανήκει στην αρχική, πρωιμότερη στρώση, εκείνη που έθεσε τις βάσεις του συνολικού εικονογραφικού προγράμματος. Ο πατριάρχης Μακάριος, ιστορικό πρόσωπο του τέταρτου αιώνα που προήδρευσε στα εγκαίνια του ναού της Αναστάσεως, εμφανίζεται εδώ ως κεντρικός άξονας, υπερβαίνοντας τον ρόλο του απλού εκτελεστή μιας τελετής, γύρω από τον οποίο οργανώνεται ολόκληρη η ανθρώπινη παρουσία: κληρικοί, άρχοντες, γυναίκες, σε μια σύνθεση όπου το βλέμμα κάθε μορφής κατευθύνεται, με μικρές αποκλίσεις, προς το ίδιο σημείο. Κανένα πρόσωπο δε μένει αδρανές, κανένα χέρι δεν κρέμεται άσκοπα. Ακόμη και οι μορφές του βάθους, μισοκρυμμένες πίσω από τους ώμους των μπροστινών, συμμετέχουν στην κοινή κατεύθυνση των βλεμμάτων προς τον υψωμένο σταυρό.
