
Στο Λούβρο φυλάσσεται ένα έργο που αποδίδει μία από τις πλέον γνωστές αφηγήσεις ηθικού μεγαλείου της ρωμαϊκής αρχαιότητας, την Εγκράτεια του Σκιπίωνα, φιλοτεχνημένο γύρω στο 1555 από τον Niccolò dell’Abbate, Ιταλό ζωγράφο γεννημένο στη Μοδένα το 1509, ο οποίος πέθανε στο Φοντενεμπλό το 1571. Πρόκειται για λάδι σε καμβά διαστάσεων 127 επί 115 εκατοστών, έργο που συνδέεται άμεσα με τη σχολή του Φοντενεμπλό, εκεί όπου ο καλλιτέχνης εργάστηκε τα τελευταία χρόνια της ζωής του δίπλα στον Primaticcio. Η αφήγηση προέρχεται από τον Τίτο Λίβιο· αναφέρεται στον νεαρό στρατηγό Πόπλιο Κορνήλιο Σκιπίωνα, ο οποίος, μετά την άλωση της Καρχηδόνας της Ισπανίας, είχε στη διάθεσή του μια πανέμορφη αιχμάλωτη, αρραβωνιασμένη με έναν τοπικό ηγεμόνα. Αντί να την κρατήσει ως λάφυρο πολέμου, ο Σκιπίων την επέστρεψε άθικτη στον μνηστήρα της, προσθέτοντας μάλιστα και τα λύτρα που είχαν προσφερθεί για την απελευθέρωσή της ως γαμήλιο δώρο. Το θέμα αυτό, αγαπημένο στην αναγεννησιακή ζωγραφική επειδή συμπύκνωνε αρετές όπως η αυτοκυριαρχία και η δικαιοσύνη, αποδόθηκε εδώ με πυκνή σύνθεση προσώπων, έντονη χρωματική αντίθεση και δραματική διαχείριση του φωτός, στοιχεία που φανερώνουν την επιρροή τόσο της βενετικής ζωγραφικής όσο και του μανιερισμού που κυριαρχούσε τότε στη γαλλική αυλή.
Η σύνθεση και τα πρόσωπα στην Εγκράτεια του Σκιπίωνα
Καθισμένος στην άκρη ενός τραπεζιού καλυμμένου με κόκκινο ύφασμα, ντυμένος με κίτρινο χιτώνα που πέφτει σε πλούσιες πτυχώσεις, ο νεαρός άνδρας στα αριστερά εκτείνει το χέρι του προς τα δεξιά με χειρονομία αποφασιστική, σχεδόν προστακτική· είναι ο Σκιπίων, τη στιγμή ακριβώς που ανακοινώνει την απόφασή του. Το βλέμμα του δεν στρέφεται προς τη γυναίκα αλλά προς μια δεύτερη μορφή, γυναίκα ντυμένη στα πράσινα με κάτι που θυμίζει διάδημα στα μαλλιά της, η οποία απαντά με ανάλογη κίνηση του χεριού, σαν να μεσολαβεί ή σαν να επιβεβαιώνει όσα ακούγονται. Ανάμεσά τους, βυθισμένο στο σκοτάδι του φόντου, διακρίνεται μόνο το πρόσωπο ενός γενειοφόρου άνδρα, στοιχείο που προσδίδει βάθος στη σκηνή χωρίς να αποσπά την προσοχή από τους πρωταγωνιστές.
Στο κέντρο της σύνθεσης γονατίζει ένας ηλικιωμένος άνδρας, με γυμνό τον κορμό και γένια λευκά, κρατώντας σφιχτά ένα χρυσό δοχείο με περίτεχνη λαβή· πρόκειται πιθανότατα για τον φορέα των λύτρων, εκείνον που είχε φέρει το χρυσάφι για την εξαγορά της αιχμάλωτης και που τώρα το βλέπει να του επιστρέφεται ως δώρο. Το βλέμμα του υψώνεται προς τη γυναίκα δίπλα του με έκφραση ανάμεικτη, δέους και ανακούφισης μαζί.
Η μορφή της αιχμαλώτου και το ζήτημα της αρετής
Δεξιά, ολόσωμη, όρθια, τυλιγμένη σε λευκό ύφασμα που αφήνει γυμνό τον κορμό της, στέκεται η γυναίκα γύρω από την οποία περιστρέφεται ολόκληρη η αφήγηση. Τα χέρια της σταυρωμένα στο στήθος, το κεφάλι σκυμμένο, το βλέμμα χαμηλωμένο· δεν πρόκειται για χειρονομία ντροπής όσο για οπτική διατύπωση της σεμνότητας, αρετή που η αναγεννησιακή εικονογραφία απέδιδε συστηματικά σε γυναικείες μορφές θύματα ή αντικείμενα ηθικής δοκιμασίας. Το λευκό, σχεδόν φωσφορίζον ύφασμα που την τυλίγει τη διαχωρίζει χρωματικά από όλες τις άλλες μορφές, βυθισμένες σε βαθύ κίτρινο, πράσινο και κόκκινο. Δεν είναι τυχαία αυτή η απομόνωση του χρώματος· λειτουργεί ως οπτικό σημείο αναφοράς, το κέντρο γύρω από το οποίο η γενναιοδωρία του Σκιπίωνα αποκτά νόημα.
Στο κάτω αριστερό τμήμα του πίνακα, δύο στρατιώτες με κράνη, ο ένας φέρει κόκκινο λοφίο, γονατισμένοι, παρακολουθούν τη σκηνή από απόσταση, σχεδόν αθέατοι μέσα στο σκοτάδι του φόντου. Η παρουσία τους θυμίζει στον θεατή πως όσα εκτυλίσσονται συμβαίνουν εν μέσω πολέμου, μέσα σε στρατόπεδο, ανάμεσα σε άνδρες που μόλις είχαν κατακτήσει μια πόλη.
Χρώμα, φως και η θέση του έργου στην τέχνη του δεκάτου έκτου αιώνα
Η παλέτα του dell’Abbate εναλλάσσει θερμούς τόνους, κίτρινο, κόκκινο, χρυσαφί, με ψυχρές νότες πράσινου, δημιουργώντας αντίθεση που τραβά το μάτι σε συγκεκριμένα σημεία της σύνθεσης χωρίς να τη διασπά. Το φως πέφτει ανομοιόμορφα, αφήνοντας τμήματα του φόντου σχεδόν αδιευκρίνιστα, τεχνική που ο ζωγράφος είχε καλλιεργήσει ήδη από τα χρόνια του στη Μπολόνια και που εξέλιξε περαιτέρω στη Γαλλία, κοντά στους καλλιτέχνες της σχολής του Φοντενεμπλό. Η πυκνότητα των μορφών, στριμωγμένων σχεδόν η μία πάνω στην άλλη μέσα σε περιορισμένο εικαστικό χώρο, αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα του ύστερου μανιερισμού, όπου η αφηγηματική σαφήνεια συχνά υποχωρεί μπροστά στη ρητορική ένταση της χειρονομίας και της στάσης του σώματος.
Ό,τι μένει τελικά από αυτή τη σύνθεση δεν είναι μόνο η ιστορική αφήγηση καθαυτή, αλλά ο τρόπος που ο dell’Abbate κατάφερε να μεταφράσει μια πράξη ηθικής αυτοκυριαρχίας σε καθαρά εικαστικούς όρους, μέσα από αντιθέσεις χρώματος, θέσεις σωμάτων και βλέμματα που δεν συναντιούνται ποτέ ευθέως.
