
Ένα βαθυπόρφυρο ένδυμα, ένα βαρύ κυανό ιμάτιο και ένα κλειστό ευαγγέλιο ακουμπισμένο στο στήθος συνθέτουν τη μορφή του Χριστού σε μια σπάνια φορητή εικόνα του 14ου αιώνα, που φυλάσσεται σήμερα στο Εκκλησιαστικό Μουσείο της Μυτιλήνης. Άγνωστος παραμένει ο ζωγράφος της, όπως συμβαίνει άλλωστε με πολλά έργα παλαιολόγειας τέχνης που έφτασαν ως εμάς δίχως υπογραφή, ωστόσο η τεχνοτροπία της την τοποθετεί με σχετική βεβαιότητα στα μέσα του αιώνα, σε στενή συγγένεια με κωνσταντινουπολίτικα εργαστήρια της εποχής. Η προτομή, που φτάνει μέχρι την οσφύ, ακολουθεί το καθιερωμένο εικονογραφικό σχήμα του Χριστού Παντοκράτορος, με τη στατική και ιερατική παρουσίαση του προσώπου να υπερισχύει κάθε αφηγηματικής πρόθεσης. Στο βλέμμα και στην έκφρασή του συνυπάρχουν το ανθρώπινο στοιχείο και η θεϊκή διάσταση, μια ισορροπία που η έρευνα για τον αφηγηματικό ρόλο των ιερών παραστάσεων στην ύστερη βυζαντινή ζωγραφική έχει επανειλημμένα επισημάνει. Πρόκειται για τεκμήριο ζωγραφικής σκέψης που αποδίδει με πυκνότητα το δόγμα των δύο φύσεων, μέσα σε μια επιφάνεια λίγο μεγαλύτερη από ένα μέτρο.
Η βυζαντινή εικόνα του Χριστού Παντοκράτορα
Ο Χριστός εικονίζεται σε στάση μετωπική, με τον κορμό ελαφρά στραμμένο προς τα δεξιά του και το βλέμμα να στρέφεται αντίθετα, προς τα αριστερά του, δίνοντας στη μορφή μια εσωτερική ένταση που δύσκολα περνά απαρατήρητη. Με το δεξί του χέρι ευλογεί, ενώνοντας τον αντίχειρα με τον παράμεσο και το μικρό δάχτυλο, ενώ στο αριστερό συγκρατεί κλειστό ευαγγέλιο με χοντρές σελίδες, τόσο μεγάλο σε διαστάσεις ώστε να καλύπτει σχεδόν όλο το ύψος της προτομής. Ο βαθυκύανος μανδύας πέφτει βαρύς στους ώμους, αφήνοντας ελεύθερο το δεξί χέρι και γυμνή τη ρωμαλέα τραχηλιά, ενώ ο πορφυρός χιτώνας διακρίνεται από ένα πλατύ χρυσοπόρφυρο σημείο στον ώμο, το μοναδικό πολύτιμο στοιχείο πάνω στο λιτό ένδυμα.

Η τέχνη της φωτοσκίασης στη λεπτομέρεια του προσώπου
Σε στενότερη λήψη, το πρόσωπο αποκαλύπτει τη λεπτομερή δουλειά του φωτισμού που δίνει στη μορφή τον χαρακτήρα της. Τα φώτα συγκεντρώνονται πυκνά στο μέτωπο, στη ράχη της μύτης και γύρω από τα μάτια, δημιουργώντας μια σκληρή, σχεδόν απόκοσμη λάμψη πάνω στο ζωντανό, ερυθρωπό χρώμα των παρειών. Τα μαλλιά, καστανά και χωρίς περιττούς βοστρύχους, πέφτουν απλά στον αριστερό του ώμο, ενώ τα χείλη διατηρούν τουλάχιστον τρεις αποχρώσεις του ρόδινου. Ο χρυσός βυθός γύρω από το φωτοστέφανο έχει υποστεί, όπως είναι αναμενόμενο για έργο επτά αιώνων, ρωγμές και μικρές φθορές, που ωστόσο δεν καταστρέφουν τη διαύγεια της σύνθεσης.
Η εικονογραφική συγγένεια της Μυτιλήνης με ανάλογη παράσταση του Χριστού που φυλάσσεται σήμερα στο Ερμιτάζ, συνδεδεμένη με κωνσταντινουπολίτικο εργαστήριο γύρω στο 1363, οδήγησε παλαιότερα την έρευνα να τοποθετήσει το έργο μας στο τρίτο τέταρτο του 14ου αιώνα. Ιδιαίτερα στοιχεία ωστόσο διαφοροποιούν τη μορφή από το πρότυπό της, στοιχείο που τη μετατρέπει από απλή αντιγραφή σε αυτόνομη ερμηνεία ενός ήδη γνωστού εικονογραφικού τύπου.
