
Στο λιμάνι της Νίκαιας, εκεί όπου τα ψαροκάικα άφηναν κάποτε τη θέση τους στα σκάφη αναψυχής, υψώνεται ένας ναός που λίγοι επισκέπτες της πόλης γνωρίζουν σε βάθος: η Παναγία των Λιμένων, γνωστή στους Γάλλους ως Notre-Dame du Port. Χτισμένος στα μέσα του 19ου αιώνα, με την πρώτη πέτρα να μπαίνει το 1840, ο ναός σκόπευε αρχικά να καλύψει τις πνευματικές ανάγκες των ναυτικών και των λιμενεργατών, αλλά και των ευγενών που είχαν πια αρχίσει να παραθερίζουν στην περιοχή. Στο εσωτερικό του, πίσω από ένα μαρμάρινο κιβώριο νεοβυζαντινού ύφους, απλώνεται σε βαθύ γαλάζιο φόντο ένα ψηφιδωτό που δεν αποτελεί πρωτότυπη σύνθεση, παρά πιστό, με τοπικές παραλλαγές, αντίγραφο ενός από τα σημαντικότερα μνημεία της παλαιοχριστιανικής τέχνης. Το πρότυπό του βρίσκεται στη Ρώμη, στην κόγχη της βασιλικής των Κοσμά και Δαμιανού, έργο του 6ου αιώνα που καθόρισε για αιώνες την εικονογραφία του ενθρόνου Χριστού στη χριστιανική Δύση και Ανατολή. Το 1933 ο επίσκοπος Νίκαιας Παύλος Ρεμόν εγκαινίασε επίσημα τον πλέον ολοκληρωμένο ναό, έχοντας μεριμνήσει προσωπικά για τη διακόσμησή του, γεγονός που εξηγεί γιατί το όνομά του παραμένει χαραγμένο στη βάση της σύνθεσης. Δεν είναι, βέβαια, εύκολο να αποφανθεί κανείς με απόλυτη βεβαιότητα για το εργαστήριο που ανέλαβε την εκτέλεση, ωστόσο το αποτέλεσμα ξεχωρίζει για την επιμέλεια και για τη θεολογική του πληρότητα. Στις γραμμές που ακολουθούν εξετάζονται η κεντρική σύνθεση της κόγχης, καθώς και τέσσερα επιμέρους στοιχεία της γλυπτικής και ζωγραφικής διακόσμησης του ναού, όλα αντιμετωπιζόμενα ως ιστορικά τεκμήρια μιας εποχής που αναβίωσε, με τη δική της ευαισθησία, το βυζαντινό ιδίωμα στη Δύση.

Το ψηφιδωτό της κόγχης και το ιερό βήμα
Δεσπόζοντας στο κέντρο μιας ωοειδούς στεφάνης από φύλλωμα, ο Χριστός κάθεται ένθρονος με ερυθρή εσθήτα, το δεξί χέρι σε ευλογία, γύρω του δε παρατάσσονται, σε αυστηρή μετωπικότητα, οι απόστολοι και μια σειρά αγίων που η ζωφόρος τους ταυτίζει με λατινικές επιγραφές. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει η Αγία Ρεπαράτη, πολιούχος της Νίκαιας, ο Άγιος Βαλέριος, ιστορικός επίσκοπος της αρχαίας Cimiez τον 5ο αιώνα, και η Αγία Κολέτ, από την οποία ξεκίνησε η μεταρρύθμιση του τάγματος των Κλαρισσών. Στη βάση της σύνθεσης, δύο μορφές προσφέρουν στον Χριστό ομοίωμα κτιρίου, σχήμα δανεισμένο ευθέως από τη ρωμαϊκή δονορική εικονογραφία, όπου ο επίσκοπος ή ο κτήτορας κρατά συνήθως το κτίσμα που ανήγειρε. Πρόκειται προφανώς για τον Παύλο Ρεμόν, του οποίου το όνομα διαβάζεται καθαρά χαραγμένο εκεί. Πάνω από όλους, σε μικρότερο μετάλλιο, ο Αμνός του Θεού κλείνει τη σύνθεση με λιτότητα. Μπροστά στο ψηφιδωτό, το μαρμάρινο κιβώριο, στηριγμένο σε τέσσερις κίονες με κορινθιακά κιονόκρανα, στεγάζει τη λευκή Αγία Τράπεζα, της οποίας η πρόσοψη κοσμείται με γεωμετρικό, σχεδόν κοσματικό διάκοσμο από έγχρωμο μάρμαρο. Η αρμονία ανάμεσα στο ζεστό γαλάζιο του βάθους και στο ψυχρό λευκό του μαρμάρου δημιουργεί μια αντίθεση που, όσο κι αν φαίνεται αυτονόητη σήμερα, αποτελούσε τη δεκαετία του 1930 τολμηρή αισθητική επιλογή για μια γαλλική ενοριακή εκκλησία.
Ο ανάγλυφος κίονας των μηνών
Λίγο πιο πέρα, ένας λαξευμένος πεσσός από ασβεστόλιθο φέρει, σε διαδοχικά ορθογώνια πλαίσια, τις παραστάσεις των μηνών του έτους, καθέναν με τη λατινική του ονομασία και μια σκηνή αγροτικής εργασίας: τον Σεπτέμβριο με τον τρύγο, τον Οκτώβριο με το σφάξιμο του χοίρου, τον Νοέμβριο με τη σπορά. Στην κορυφή, ένα οκτάφυλλο ρόδακα πλαισιώνει τη σύνθεση, ενώ δύο κάθετες ζώνες με περίπλοκο πλέγμα, θυμίζοντας κελτο-λομβαρδική παράδοση, οριοθετούν τα ιστορημένα πλαίσια. Τέτοιοι κίονες με τις εργασίες των μηνών απαντούν συχνά σε ρωμανικά γλυπτά της νότιας Ιταλίας και της Λομβαρδίας του 11ου και 12ου αιώνα, όπου το ημερολόγιο της γης συνδεόταν οπτικά με τη λειτουργική ζωή του ναού. Δεν γνωρίζω με βεβαιότητα ποιο ακριβώς μνημείο υπήρξε το άμεσο πρότυπο εδώ, ίσως όμως αυτό δεν έχει και τόση σημασία, όσο η ίδια η επιλογή να ενταχθεί ένα τέτοιο θέμα μέσα σε έναν ναό αφιερωμένο στη θάλασσα και στην εργασία. Δίπλα στον πεσσό, ένας επιχρυσωμένος κηροστάτης με μικρά στέμματα και σταυρό στην κορυφή, δουλειά προφανώς πολύ μεταγενέστερη, φέρνει σε αντίθεση την τραχύτητα της πέτρας με τη λάμψη του μετάλλου.

Ο Αρχάγγελος Μιχαήλ και η παράταξη των αποστόλων
Σε άλλο σημείο του ναού, ένα ημικυκλικό ανάγλυφο αναπαριστά τον Αρχάγγελο Μιχαήλ να καταβάλλει τον δράκοντα, με τα φτερά του απλωμένα και το ένδυμα να ανεμίζει σε βαριές πτυχώσεις γύρω από το σώμα του θηρίου, που στριφογυρίζει την ουρά του σε σπείρες. Η λατινική επιγραφή που πλαισιώνει το τόξο, «factum est proelium in coelo Michael proeliabatur cum dracone», παραπέμπει στην Αποκάλυψη και στον πόλεμο που έγινε στον ουρανό. Πάνω από αυτό το ανάγλυφο, μέσα σε στενόμακρο πλαίσιο με χρυσό βάθος, δώδεκα μορφές με φωτοστέφανα στέκονται η μία δίπλα στην άλλη, κρατώντας βιβλία ή ελίσσοντας τα χέρια σε στάσεις λόγου, σε ύφος που θυμίζει έντονα ιταλική ζωγραφική του Trecento, ίσως ένα παλαιότερο κομμάτι που εντάχθηκε αργότερα στο σύνολο της διακόσμησης. Η αυστηρή, σχεδόν ρυθμική επανάληψη των φωτοστεφάνων δημιουργεί μια οπτική παρτιτούρα, όπου το βλέμμα κυλά από μορφή σε μορφή δίχως να σταματά πουθενά για πολύ.

Το οικόσημο πάνω από τη θύρα
Πάνω από μια δίφυλλη ξύλινη θύρα με υαλογραφήματα σε κίτρινο, λευκό και γαλάζιο γεωμετρικό σχέδιο, ανοίγεται ένα ημικυκλικό τύμπανο με ανάγλυφο οικόσημο. Θυρεός με ό,τι μοιάζει πλοίο ή πύργους στο εσωτερικό του, στεφανωμένος από επισκοπική μίτρα και σταυρό, πλαισιώνεται από φυτικά ελίσσοντα κοσμήματα και δύο μικρούς ισοσκελείς σταυρούς μέσα σε κυκλικά μετάλλια. Πρόκειται πιθανότατα για το οικόσημο της επισκοπής, ίσως και προσωπικά του Ρεμόν, χωρίς όμως αυτό να μπορεί να επιβεβαιωθεί με απόλυτη σιγουριά μόνο από την όψη του γλυπτού. Το ζιγκ-ζαγκ μοτίβο που τρέχει γύρω γύρω στο τόξο, μαζί με τα φύλλα άκανθας στις γωνίες, ανήκει σε ένα λεξιλόγιο διακόσμησης που η νεοβυζαντινή και η νεορωμανική αναβίωση του τέλους του 19ου αιώνα χρησιμοποίησε ευρέως σε όλη τη Γαλλία.

Οι γρύπες της ζωφόρου
Σε μια ακόμη ζώνη, δύο γρύπες, πλάσματα με σώμα λιονταριού και κεφαλή αετού, αντικρίζονται εκατέρωθεν ενός κεντρικού αγγείου από όπου αναβλύζουν έλικες με σταφύλια, φύλλα άκανθας και μικρά πουλιά. Το σχήμα αυτό, γνωστό ήδη από παλαιοχριστιανικά και βυζαντινά τέμπλα, συμβόλιζε συνήθως την πηγή της αιώνιας ζωής που φρουρούν μυθικά όντα, ιδέα που εδώ μεταφέρεται σχεδόν αυτούσια σε γαλλικό έδαφος του 20ού αιώνα. Κάτω από τη ζωφόρο, μια τοξωτή ξύλινη θύρα με επιχρυσωμένα σιδερένια διακοσμητικά ανοίγεται ανάμεσα σε δύο τοιχογραφημένες μορφές, από τις οποίες διακρίνονται μόνο τα άκρα ενδυμάτων και ένα χέρι σε στάση προσευχής, υπόλειμμα προφανώς μιας ευρύτερης σκηνής Θρήνου ή Πάθους που συνεχίζεται πέρα από το σημείο αυτό. Η ακρίβεια στη λάξευση των φτερών του γρύπα, με κάθε πούπουλο χαραγμένο ξεχωριστά, μαρτυρεί εργαστήριο εξοικειωμένο με τη ρωμανική γλυπτική παράδοση.

Η Παναγία των Λιμένων συγκεντρώνει, σε έναν σχετικά περιορισμένο χώρο, δείγματα από τρεις τουλάχιστον διαφορετικές παραδόσεις: το παλαιοχριστιανικό ψηφιδωτό της Ρώμης, τη ρωμανική γλυπτική της Ιταλίας με τους κίονες και τις μυθικές μορφές της, και τη νεοβυζαντινή αναβίωση που τα συνέδεσε όλα κάτω από μία στέγη στις αρχές του 20ού αιώνα. Ο ναός δεν αντιγράφει απλώς, συνθέτει, δανειζόμενος εικονογραφικά σχήματα από πολύ διαφορετικές εποχές και τα προσαρμόζει στις ανάγκες μιας ενορίας που ήθελε να τιμήσει τους ναυτικούς της, τους αγίους της τοπικής παράδοσης και έναν επίσκοπο που αφιέρωσε μέρος της ζωής του στην ολοκλήρωσή του. Ίσως γι’ αυτό, αν κάποιος μπει εκεί χωρίς να γνωρίζει τίποτα από πριν, δύσκολα θα καταλάβει αμέσως πόσα διαφορετικά νήματα ιστορίας τέχνης συγκλίνουν γύρω από την Αγία Τράπεζα.

