Το Μαρτύριο του Αγίου Χαραλάμπους

Δήμιος Με Ξίφος Στη Σκηνή Μαρτυρίου Του Αγίου Χαραλάμπους, Μεταβυζαντινή Τοιχογραφία
Λεπτομέρεια Από Τη Μεταβυζαντινή Τοιχογραφία Του Μαρτυρίου Του Αγίου Χαραλάμπους, Έργο Του 1547 Στο Καθολικό Της Μονής Διονυσίου, Άγιον Όρος.

Η τοιχογραφία που καλύπτει τμήμα του καθολικού στην Ιερά Μονή Διονυσίου, στο Άγιον Όρος, χρονολογείται στο 1547 και αποδίδεται στον κρητικό ζωγράφο Τζώρτζη, μαθητή του Θεοφάνη Στρελίτζα-Μπαθά. Ένας οπλισμένος άνδρας με μυτερό, μεταλλόχρωμο κράνος στέκεται πάνω από γονατισμένο σώμα δίχως κεφάλι, τη στιγμή αμέσως μετά το χτύπημα που ολοκλήρωσε το μαρτύριο του ιερέα Χαραλάμπους, γεννημένου στη Μαγνησία της Μικράς Ασίας. Κόκκινο ύφασμα ντύνει τον δήμιο, ενώ βαθύ πορφυρό χρώμα καλύπτει το πεσμένο σώμα του θύματος, αντίθεση χρωμάτων που η κρητική σχολή του 16ου αιώνα καλλιέργησε με ιδιαίτερη επιμονή. Το ίδιο μοναστήρι, με τα δεκατέσσερα παρεκκλήσια που διαθέτει σκορπισμένα στο συγκρότημα και στον περίβολό του, φιλοξενεί ανάλογους εικονογραφικούς κύκλους αφιερωμένους σε μάρτυρες της πρώιμης Εκκλησίας, όπως καταγράφεται και στη μελέτη για το παρεκκλήσι των Αγίων Πάντων. Σύμφωνα με τη μεταγενέστερη παράδοση, ο Χαράλαμπος γεννήθηκε γύρω στο 90 μ.Χ. και υπηρέτησε ως ιερέας στη Μαγνησία στα χρόνια των διωγμών επί Σεπτιμίου Σεβήρου, προτού συλληφθεί με εντολή του επάρχου Λουκιανού και οδηγηθεί, σε βαθιά γεράματα, στο μαρτύριο που αποτυπώνει η σύνθεση αυτή. Η εικαστική αφήγηση δεν αρκείται στη στιγμή της εκτέλεσης, καθώς στο βάθος, ανάμεσα σε αστέρια και βραχώδεις όγκους, διακρίνεται και δεύτερη μορφή που υφίσταται ανάλογη τιμωρία, στοιχείο που πλαταίνει το θέμα πέρα από τον ίδιο τον ιερομάρτυρα.

Η τοιχογραφία του Αγίου Χαραλάμπους στη μεταβυζαντινή τέχνη της κρητικής σχολής

Ο Τζώρτζης, στον οποίο αποδίδεται το μεγαλύτερο μέρος του τοιχογραφικού συνόλου του καθολικού της Μονής Διονυσίου, ακολουθεί τη γλώσσα που είχε ήδη διαμορφώσει ο δάσκαλός του Θεοφάνης, χωρίς να την αντιγράφει σχολαστικά, όπως έχει δείξει η νεότερη έρευνα γύρω από τον γραπτό διάκοσμο της μονής, η οποία τοποθετεί το σύνολο του έργου γύρω στο 1546 με 1547. Επιμήκεις φιγούρες, φωτεινά κόκκινα, βραχώδη τοπία σε γωνιώδεις όγκους: το λεξιλόγιο της κρητικής σχολής του 16ου αιώνα, μιας ζωγραφικής που κληρονομεί την παλαιολόγεια παράδοση και τη μεταφέρει, μετά την Άλωση, στα μοναστήρια του Αγίου Όρους. Η μεταβυζαντινή τέχνη, εδώ, ξαναδουλεύει με ένταση όσα ήδη υπήρχαν, δίχως να χρειάζεται νέα σχήματα.

Ο δήμιος, το κράνος και το ξίφος

Δεσπόζει, στο κέντρο της σύνθεσης, η μορφή του δημίου, με κράνος από μεταλλικές, μυτερές προεξοχές διατεταγμένες σε σειρές. Το κόκκινο χιτώνιο του ανοίγει σε πλούσιες πτυχώσεις γύρω από τα πόδια, ενώ με το δεξί χέρι σφίγγει τη λαβή μακρού ξίφους που κατεβαίνει διαγώνια προς το γονατισμένο σώμα. Το βλέμμα του δεν συναντά το θύμα του. Κοιτάζει κάπου αλλού, σαν η πράξη να έχει ήδη τελειώσει.

Το σώμα του ιερομάρτυρα και το φωτοστέφανο

Το σώμα του Χαραλάμπους καταλαμβάνει το κάτω μέρος της σύνθεσης, τυλιγμένο σε βαθύ, σκούρο κόκκινο ένδυμα με χρυσοκέντητο στοιχείο στο ύψος του ισχίου, ίχνος της ιερατικής του ιδιότητας, δεδομένου ότι ο Χαράλαμπος υπήρξε ιερέας στη Μαγνησία και όχι απλός πιστός, γεγονός που εξηγεί και τη μεταγενέστερη λατρεία του ως προστάτη ενάντια σε λοιμώδεις αρρώστιες. Γονατισμένο, με τους ώμους σκυμμένους και δίχως κεφάλι στη θέση όπου θα περίμενε κανείς να το βρει, το σώμα αφήνει ένα χέρι να αγγίζει το χώμα, ενώ μια λεπτή κόκκινη γραμμή σημειώνει, χωρίς να επιμένει, το σημείο του χτυπήματος. Στη γωνία, μέσα σε χρυσό μετάλλιο, η κεφαλή του ιερομάρτυρα παραμένει ζωντανή, με γένια πλούσια και βλέμμα ήρεμο, αποκομμένη από τη βία που υπέστη το σώμα και ενταγμένη πια σε άλλη τάξη εικόνων, εκείνη των αγίων που το φωτοστέφανο αναγνωρίζει ανεξάρτητα από το τι συνέβη στη σάρκα τους. Δύο εικόνες του ίδιου προσώπου, δύο χρόνοι, μία τοιχογραφία.

Ο βράχος, τα άστρα και η δεύτερη τιμωρία

Στο βάθος, ανάμεσα σε αστέρια σκορπισμένα πάνω σε μαύρο ουρανό, υψώνεται βραχώδης όγκος σε γαλαζοπράσινες αποχρώσεις, χτισμένος με γωνιώδεις πλάκες που η βυζαντινή και κατόπιν η μεταβυζαντινή ζωγραφική προτίμησε για να υποδηλώσει το τοπίο δίχως να το αντιγράφει ρεαλιστικά. Αριστερά, μισοκρυμμένη, μια δεύτερη μορφή έχει ήδη καταρρεύσει στο έδαφος, με πράσινο ένδυμα και κόκκινα υποδήματα ορατά κάτω από το σώμα της, ενώ από πάνω της ένα χέρι υψώνεται κρατώντας πέτρα. Η παράλληλη αυτή τιμωρία δεν εξηγείται περαιτέρω στην ίδια την τοιχογραφία, όμως η παρουσία της θυμίζει πως το μαρτύριο, στα εικονογραφικά προγράμματα των αθωνικών μονών, σπάνια αφορά έναν και μόνο άνθρωπο.

Στο πάνω μέρος της σύνθεσης, μέσα στο μαύρο βάθος του νυχτερινού ουρανού, μια επιγραφή με κεφαλαία λευκά γράμματα ονομάζει τη σκηνή, Μαρτύριον του Αγίου Χαραλάμπου. Δίχως αυτή τη γραπτή ταυτότητα, δύσκολα θα αναγνώριζε κανείς, μόνο από την παράσταση, ποιος ακριβώς γονατίζει κάτω από το ξίφος.