Ο Χριστός η Σοφία του Θεού: Βυζαντινή Εικόνα

Η Εικόνα Του Χριστού Η Σοφία Του Θεού, Βυζαντινή Εικόνα Του 14Ου Αιώνα Στη Θεσσαλονίκη
Η Εικόνα Η Σοφία Του Θεού, Έργο Μακεδονικού Εργαστηρίου Του 14Ου Αιώνα, Φυλάσσεται Στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού Με Σπάνιες Διαστάσεις.

Η εικόνα με την επιγραφή Η Σοφία του Θεού ανήκει σε ένα από τα πιο σπάνια θεολογικά θέματα της βυζαντινής ζωγραφικής, μια σύνθεση που ταυτίζει τη μορφή του Χριστού Παντοκράτορα με ένα δογματικό περιεχόμενο βαθιά συνδεδεμένο με τις θεολογικές συζητήσεις του 14ου αιώνα. Φιλοτεχνημένη γύρω στο τρίτο τέταρτο εκείνου του αιώνα από ζωγράφο του οποίου το όνομα δεν έχει διασωθεί, πιθανότατα μέλος εργαστηρίου που δραστηριοποιούνταν στον ευρύτερο μακεδονικό χώρο, η εικόνα φυλάσσεται σήμερα στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού της Θεσσαλονίκης. Οι διαστάσεις της, περίπου 1,54 επί 1,08 μέτρα, ξεπερνούν κατά πολύ το σύνηθες μέγεθος μιας φορητής εικόνας της εποχής, γεγονός που οδήγησε αρκετούς μελετητές στην υπόθεση ότι προερχόταν από μεγάλο ναό, ενδεχομένως τον ίδιο τον ναό της Αγίας Σοφίας στη Θεσσαλονίκη, απ’ όπου πιθανώς άντλησε και το ασυνήθιστο όνομά της. Στο κέντρο της σύνθεσης ο Χριστός εικονίζεται σε προτομή, μετωπικός, με το δεξί του χέρι υψωμένο σε ευλογία μπροστά στο στήθος και το αριστερό να συγκρατεί ανοιχτό ευαγγέλιο, στις σελίδες του οποίου διαβάζεται απόσπασμα από το κατά Ματθαίον για τη συγχώρεση των αμαρτιών. Το επίθετο Σοφία του Θεού, σπάνιο ακόμη και μέσα στο ευρύ ρεπερτόριο της χριστιανικής εικονογραφίας, παραπέμπει σε δογματικά ζητήματα που απασχόλησαν έντονα τους ησυχαστές θεολόγους της εποχής, δίνοντας στο έργο ένα βάρος που ξεπερνά την απλή απεικόνιση ενός προσώπου.

Η μορφή του Χριστού και η εικονογραφία της Σοφίας του Θεού

Η επιφάνεια της εικόνας είναι ξύλινη, επενδυμένη με λεπτό στρώμα υφάσματος και γύψου, πάνω στο οποίο ο ζωγράφος δούλεψε με αυγοτέμπερα, τεχνική που κυριαρχεί σε όλη τη βυζαντινή παράδοση της φορητής εικόνας. Το πάχος του ξύλινου φορέα, γύρω στα πέντε εκατοστά, μαρτυρά την κατασκευή ενός έργου προορισμένου να αντέξει στον χρόνο και, ενδεχομένως, να δεσπόζει σε περίοπτη θέση μέσα σε μεγάλο ναό.

Ώχρινο και όχι χρυσό είναι το βάθος πάνω στο οποίο προβάλλει η μορφή, επιλογή που παραπέμπει ευθέως σε εργαστήρια της ευρύτερης μακεδονικής περιοχής και που επαναλαμβάνεται και στο φωτοστέφανο του Χριστού. Το ίδιο το φωτοστέφανο, οικοδομημένο με διαβαθμίσεις του ίδιου ώχρινου τόνου, φέρει εγχάρακτο σταυρό του οποίου οι κεραίες καταλήγουν τεθλασμένες, τεχνική που δημιουργεί ψευδαίσθηση ανάγλυφου και που εντοπίζεται, με παρόμοιο τρόπο, στο φωτοστέφανο μιας εικόνας του Χριστού Άκρα Ταπείνωση που σήμερα βρίσκεται σε ιδιωτική συλλογή στην Αθήνα. Πάνω από τους ώμους διαβάζεται το γνωστό συμπίλημα IC XC, ενώ χαμηλότερα, εκατέρωθεν του προσώπου, χαράσσεται η επωνυμία Η ΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, με γράμματα κόκκινα που ξεχωρίζουν καθαρά πάνω στην ώχρα.

Το ιμάτιο, βαθύ, σχεδόν μελανό στον τόνο του, καλύπτει τους ώμους και αφήνει ελεύθερη τη δεξιά πλευρά του στήθους, όπου προβάλλει ο βαθυκόκκινος, με βιολετί αποχρώσεις, χιτώνας. Ο λαιμός παραμένει γυμνός ως χαμηλά, στιβαρός, με την ανοιχτή τραχηλιά να αφήνει να φανεί τμήμα του χιτώνα με το χαρακτηριστικό, γωνιώδες περίγραμμα της παρυφής του. Το δεξί χέρι, υψωμένο μπροστά στο στήθος, σχηματίζει την ευλογία με τον γνωστό τρόπο των δακτύλων, ενώ το αριστερό, με ελαφρώς καμπυλωμένη την παλάμη, συγκρατεί το ευαγγέλιο σε ελαφριά κλίση προς το σώμα, λεπτομέρεια που απαντά και σε άλλη γνωστή εικόνα του Χριστού του 14ου αιώνα, φυλαγμένη στην Εθνική Πινακοθήκη της Σόφιας.

Στις σελίδες του βιβλίου, γραμμένο σε μεγαλογράμματη γραφή, διαβάζεται το χωρίο: Ἐὰν ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, ἀφήσει καὶ ὑμῖν ὁ Πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος τὰ παραπτώματα ὑμῶν. Το συγκεκριμένο ευαγγελικό απόσπασμα θέτει στο επίκεντρο τη συγχώρεση, θέμα που συνδέεται στενά με το επίθετο Σοφία του Θεού και με τη σωτηριολογική διάσταση που φέρει ο τίτλος αυτός. Σε αντίστοιχες εικόνες του Χριστού Παντοκράτορα στα μουσεία της Σόφιας, όπου απαντά η ίδια χειρονομία ευλογίας, διαβάζεται αντ’ αυτού η ρήση Ἐγὼ εἰμὶ τὸ φῶς, ὁ ἀκολουθῶν ἐμοὶ οὐ μὴ περιπατήσει ἐν τῇ σκοτίᾳ, διαφορά που δείχνει πόσο ευέλικτα προσάρμοζαν οι ζωγράφοι το ευαγγελικό κείμενο στο νόημα κάθε συγκεκριμένης παραγγελίας.

Το μακεδονικό εργαστήριο και η βυζαντινή τέχνη του 14ου αιώνα

Αρκετά στοιχεία συνδέουν την τεχνοτροπία της εικόνας με ζωγραφικά εργαστήρια που δραστηριοποιούνταν στην ευρύτερη περιοχή της Μακεδονίας κατά το δεύτερο μισό του 14ου αιώνα. Πρώτα απ’ όλα τα ίδια τα χαρακτηριστικά του προσώπου: τα έντονα προβεβλημένα μήλα, τα μεγάλα μάτια με τις βαθιές καμπυλώσεις από κάτω τους, η σοβαρή έως αυστηρή έκφραση. Αυτά τα στοιχεία απαντούν, με μικρές μόνο παραλλαγές, στη γνωστή εικόνα του Χριστού Σωτήρος στη μονή Χελανδαρίου του Αγίου Όρους, έργο που χρονολογείται γύρω στα μέσα του 13ου αιώνα και που φαίνεται να γνώριζε καλά ο ζωγράφος της εικόνας μας. Από εκείνη τη σύνθεση φαίνεται να δανείζεται τον τρόπο που το ιμάτιο καλύπτει τους ώμους, το τεθλασμένο περίγραμμα της παρυφής του χιτώνα, ακόμη και το ήθος της μορφής, όπου η θεϊκή αυστηρότητα συνυπάρχει με μια διακριτική, σχεδόν ανθρώπινη θλίψη. Ασυνήθιστη λεπτομέρεια, που εντοπίζεται τόσο στον Χριστό του Χελανδαρίου όσο και στην εικόνα μας, αποτελούν οι μαλακοί βόστρυχοι της κόμης καθώς πέφτουν στον δεξιό ώμο αντί του αριστερού, ανατροπή μιας σύμβασης τόσο παγιωμένης ώστε η όποια απόκλισή της να διεκδικεί ερμηνεία.

Ο εικονογραφικός αυτός τύπος, με το ανοιχτό ευαγγέλιο μπροστά στο στήθος, δεν επινοείται τον 14ο αιώνα. Μια ψηφιδωτή εικόνα του Χριστού στο Μουσείο Bargello της Φλωρεντίας, έργο του 12ου αιώνα, τον παρουσιάζει ήδη πλήρως διαμορφωμένο, με το φωτεινό πρόσωπο του Χριστού να συνδέεται με την ευαγγελική ρήση για το φως που διαλύει το σκοτάδι. Στις αρχές του 13ου αιώνα τον ίδιο τύπο ακολουθεί μια πολύτιμη κωνσταντινουπολίτικη εικόνα στη μονή Σινά, όπου η επωνυμία του Σωτήρος συνδέεται και πάλι με τη Μεταμόρφωση, φυσικό αν αναλογιστεί κανείς πως η ίδια η μονή τιμά από την ίδρυσή της αυτό ακριβώς το γεγονός. Στη δική μας εικόνα ο παλιός αυτός τύπος επιβιώνει, προσαρμοσμένος πλέον σε ένα διαφορετικό θεολογικό περιεχόμενο, εκείνο της θείας σοφίας.

Μια σχεδόν ταυτόσημη σκηνή απαντά επίσης στην τοιχογραφημένη παράσταση του Χριστού στο καθολικό της μονής Gračanica, όπου η ίδια κλίση των βοστρύχων συνοδεύει ανάλογη στάση του σώματος και το ίδιο σχήμα ανοιχτού ευαγγελίου μπροστά στο στήθος. Στην αργότερη εικονογραφία της περιοχής, εξάλλου, τη Σοφία του Θεού συνδέουν με το ίδιο θεολογικό υπόβαθρο και οι ησυχαστές θεολόγοι του 14ου αιώνα, για τους οποίους η θεία σοφία αποτελούσε κεντρικό δογματικό ζήτημα μέσα στις μεγάλες θεολογικές αντιπαραθέσεις της εποχής τους.

Η προτίμηση στην ώχρα αντί του χρυσού, τόσο στο βάθος όσο και στα φωτοστέφανα, ανήκει επίσης στις γνωστές συνήθειες αυτής της περιοχής. Στα μεγάλα έργα του τέμπλου της μονής Dečani, όπου εικονίζονται η Παναγία Γλυκοφιλούσα, ο αρχάγγελος Γαβριήλ και οι άγιοι Νικόλαος και Ιωάννης ο Πρόδρομος, εντοπίζεται η ίδια επιλογή, μαζί με εντυπωσιακές διαστάσεις που πλησιάζουν, τουλάχιστον ως προς το ύψος, την εικόνα μας.

Λεπτομέρεια Ματιών Στην Εικόνα Η Σοφία Του Θεού, Βυζαντινή Τέχνη 14Ου Αιώνα
Στη Λεπτομέρεια Των Ματιών Της Εικόνας Η Σοφία Του Θεού Διακρίνονται Ο Πρασινωπός Προπλασμός, Οι Λεπτές Λευκές Φωτοβολίδες Και Η Αυστηρή Έκφραση Του Βλέμματος.

Η λεπτομέρεια των ματιών στην εικόνα της Σοφίας του Θεού

Κοιτάζοντας από κοντά τα μάτια της μορφής διακρίνει κανείς τη διαδικασία με την οποία δούλευε ο ζωγράφος το ανθρώπινο πρόσωπο πάνω σε έναν σκούρο, πρασινωπό προπλασμό. Πάνω σε αυτή τη σκούρα βάση χτίζονται σταδιακά, με λεπτές παράλληλες πινελιές λευκού χρώματος, οι φωτισμοί που πλάθουν το φρύδι, τα βλέφαρα και τις βαθιές γραμμές κάτω από τα μάτια. Το περίγραμμα των ματιών τονίζεται με κοκκινωπή γραμμή, ενώ η ίριδα, σχεδόν μαύρη, αφήνει να φανεί μόνο μια αχνή αντανάκλαση φωτός στο εσωτερικό της. Ρωγμές του χρόνου διατρέχουν την επιφάνεια, ιδίως γύρω από τη ρίζα της μύτης, χωρίς ωστόσο να αλλοιώνουν τη διεισδυτικότητα του βλέμματος. Δεν πρόκειται για βλέμμα γαλήνιο. Είναι κάτι πιο βαρύ, σχεδόν κουρασμένο, λες και ο ζωγράφος επιδίωξε να αποδώσει, μέσα στο πρόσωπο του θεϊκού προσώπου, ίχνη ανθρώπινης οδύνης. Η τεχνική αυτή, γνωστή από πλήθος εικόνων της παλαιολόγειας περιόδου, επέτρεπε στους ζωγράφους να αποδίδουν όγκο και ένταση στο πρόσωπο χωρίς έντονες σκιάσεις, βασιζόμενοι αποκλειστικά στη διαβάθμιση των τόνων.

Το Πρόσωπο Του Χριστού Στην Εικόνα Η Σοφία Του Θεού, Λεπτομέρεια Βυζαντινής Τέχνης
Στη Λεπτομέρεια Προσώπου Της Εικόνας Η Σοφία Του Θεού Ξεχωρίζουν Τα Αδρά Χαρακτηριστικά Και Οι Σπειροειδείς Μπούκλες Του Γενειού.

Το πρόσωπο του Χριστού από κοντά

Τα αδρά χαρακτηριστικά της μορφής, τα προβεβλημένα μήλα, η πυκνή, καστανοκόκκινη κόμη που χωρίζεται στη μέση και πέφτει σε απαλά κύματα εκατέρωθεν, συνθέτουν ένα πρόσωπο έντονα εξατομικευμένο για τα δεδομένα της βυζαντινής τέχνης. Το γένι, μέτριου μήκους, καταλήγει χαμηλά σε μικρές σπειροειδείς μπούκλες, μια λεπτομέρεια που θα μπορούσε κανείς να διαβάσει ως προσωπική υπογραφή του χεριού που τη ζωγράφισε. Η έκφραση παραμένει σοβαρή, χωρίς ίχνος αυστηρότητας που να αγγίζει την απειλή, χωρίς όμως και την τρυφερότητα που θα συναντούσε κανείς σε άλλους τύπους του Χριστού. Ανάμεσα σε αυτούς τους δύο πόλους, της αυστηρότητας και της τρυφερότητας, κινείται ολόκληρη η παλαιολόγεια εικονογραφία του Χριστού Παντοκράτορα, με κάθε εργαστήριο να δίνει τη δική του έμφαση.

Πόσο, όμως, από αυτή την ένταση προερχόταν από συνειδητή επιλογή του ζωγράφου και πόσο από την πιστή αντιγραφή ενός παλαιότερου προτύπου, είναι ερώτημα που παραμένει, τελικά, ανοιχτό. Το βέβαιο είναι πως η εικόνα εξακολουθεί να στέκεται, χωρίς όνομα ζωγράφου και χωρίς πλήρως βεβαιωμένη προέλευση, ανάμεσα σε δεκάδες συγγενικά έργα της ίδιας εποχής, ένα ακόμη ίχνος ενός εργαστηρίου που δούλευε ανώνυμα πάνω σε κοινά, καθιερωμένα πρότυπα.