Άγιος Θεοδόσιος Τραπεζούντος: τοιχογραφία Φιλοθέου

Ο Άγιος Θεοδόσιος Τραπεζούντος Σε Μεταβυζαντινή Τοιχογραφία Της Μονής Φιλοθέου

Στον εξωνάρθηκα του καθολικού της Ιεράς Μονής Φιλοθέου, εκεί όπου το 1765 δούλεψαν οι αδελφοί ζωγράφοι από την Κορυτσά, φιλοτεχνήθηκε η μορφή ενός ιεράρχη που η ιστορία τον τοποθετεί ανάμεσα στην Καστοριά, την Κωνσταντινούπολη και την Τραπεζούντα. Πρόκειται για τον Άγιο Θεοδόσιο, μητροπολίτη Τραπεζούντος, ο οποίος πέθανε το 1391 έπειτα από μια ζωή γεμάτη μετακινήσεις, αιχμαλωσία και εκκλησιαστική διακονία σε τρεις διαφορετικές γωνιές της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Η τοιχογραφία τον αποδίδει σε στάση μετωπική, με το βλέμμα του καρφωμένο ευθεία στον θεατή, μια σύμβαση που στη βυζαντινή και μεταβυζαντινή αγιογραφία δηλώνει πάντα την ιερότητα και όχι την απλή προσωπογραφία.

Ο ζωγράφος δεν βιάστηκε με το πρόσωπο. Τα ρυτιδωμένο μέτωπο, τα βαθουλωμένα μάγουλα, το γκριζωπό της σάρκας που μαρτυρά γεράματα και όχι νεανική ρώμη, όλα αυτά συνθέτουν έναν άνθρωπο που πρόλαβε να γνωρίσει, πριν φτάσει στην Τραπεζούντα, την Κωνσταντινούπολη ως νέος κληρικός και τη Βιθυνία ως δούλος. Ακριβώς αυτή η βιογραφική τραχύτητα, την οποία θα μπορούσαμε να πούμε ασυνήθιστη ακόμη και για βίο αγίου, φαίνεται να προσπάθησε να αποδώσει με τον δικό της γλώσσα η αγιογραφική παράδοση. Η μονή κτίστηκε το 1746 στη θέση παλαιότερου ναού που είχε καταρρεύσει, και λίγα χρόνια αργότερα, το κείμενο των παλαιών βυζαντινών εγγράφων της μονής επιβεβαιώνει πόσο νωρίς η αδελφότητα αυτή είχε συνδεθεί με ισχυρές δωρεές και προστασίες.

Η μορφή του Αγίου Θεοδοσίου Τραπεζούντος στη βυζαντινή αγιογραφική παράδοση

Το χρυσοκίτρινο φωτοστέφανο, με τη λευκή περιμετρική γραμμή που το οριοθετεί από το σκοτεινό, σχεδόν κατάμαυρο βάθος, δεν αφήνει καμία αμφιβολία για την ιερότητα του προσώπου. Πάνω σε αυτό το σκούρο φόντο, που η φθορά του χρόνου έχει σκληρύνει ακόμη περισσότερο, το πρόσωπο του ιεράρχη αναδύεται με μια ένταση σχεδόν γλυπτική. Τα λευκά μαλλιά, χτενισμένα σε κυματιστές τούφες γύρω από ένα εσωτερικό στρώμα σκουρότερης απόχρωσης, καλύπτουν το κεφάλι σαν κουκούλα. Και τα φρύδια, ανασηκωμένα ελαφρώς πάνω από μάτια που κοιτούν με μια ήρεμη αυστηρότητα, μεταφέρουν εκείνη ακριβώς την ισορροπία ανάμεσα στο ταπεινό φρόνημα και την υψηλή πράξη, που περιγράφει η χειρόγραφη ακολουθία του αγίου στη μονή.

Η γενειάδα κατεβαίνει σχεδόν ως τη μέση, χωρισμένη σε δύο πυκνά ρεύματα που αφήνουν να φανεί, ανάμεσά τους, ένα μικρό τμήμα του λαιμού. Δεν είναι τυχαία η έκταση αυτής της γενειάδας. Παραπέμπει ευθέως στην ίδια περιγραφή που σώζεται σε χειρόγραφο της μονής Φιλοθέου, όπου ο άγιος χαρακτηρίζεται με τα γένια του να φτάνουν έως τη ζώνη, γλυκύτατος στην ομιλία και άκρως πεπαιδευμένος στη διάταξη των εκκλησιαστικών κανόνων. Φοράει λευκό ωμοφόριο, το επισκοπικό άμφιο που δηλώνει τη μητροπολιτική του ιδιότητα, με σταυρό σε σκουρόχρωμο, σχεδόν σκουριασμένο κόκκινο να διαγράφεται στο ύψος του στήθους. Στο αριστερό χέρι, καλυμμένο κάτω από την άκρη του υφάσματος, κρατά κλειστό βιβλίο με σκουρογάλαζο εξώφυλλο και χρυσωπή, μαργαριτοκόσμητη περιμετρική διακόσμηση, ενώ κατά μήκος της άκρης του άμφιου διακρίνεται επιγραφή που ταυτοποιεί τη μορφή, χωρίς όμως να επιτρέπει η φθορά της επιφάνειας πλήρη ανάγνωση κάθε γράμματος.

Αξίζει να σημειωθεί πως η βιογραφία αυτού του ανθρώπου δεν είναι απλώς εκκλησιαστική. Γεννημένος γύρω στο 1300 κοντά στην Καστοριά, αδελφός του οσίου Διονυσίου που αργότερα ίδρυσε τη γνωστή μονή του στο Άγιον Όρος, ο Θεοδόσιος πέρασε πρώτα από την Κωνσταντινούπολη, όπου χειροτονήθηκε διάκονος και ιερέας, μετά στο Άγιον Όρος και τη μονή Φιλοθέου, όπου εξελέγη ηγούμενος παρά τη θέλησή του. Ακολούθησε η αιχμαλωσία από Τούρκους πειρατές και η πώλησή του ως δούλου στη Βιθυνία, δοκιμασία σπάνια σε βίο ιεράρχη. Απελευθερώθηκε, επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη, τοποθετήθηκε από τον πατριάρχη Κάλλιστο τον Α΄ ηγούμενος στη μονή του Αγίου Γεωργίου των Μαγγάνων. Και γύρω στο 1368, όταν ο αυτοκράτορας αναζήτησε τον πλέον ενάρετο άνθρωπο για τον μητροπολιτικό θρόνο της Τραπεζούντας, εκείνος χειροτονήθηκε μητροπολίτης, θέση στην οποία παρέμεινε βοηθώντας παράλληλα και τον αδελφό του στην ίδρυση της δικής του μονής το 1375.

Η μνήμη του τιμάται στις 11 Ιανουαρίου, ενώ στις 24 του ίδιου μήνα εορτάζεται μαζί με τους υπόλοιπους αγίους της μονής Φιλοθέου με κοινή ακολουθία. Αναφέρεται επίσης και δεύτερη ημερομηνία μνήμης, η 20ή Αυγούστου, στοιχείο που δείχνει πόσο διαφορετικές τοπικές παραδόσεις προσπάθησαν να διατηρήσουν ζωντανή τη μνήμη ενός ανθρώπου που η ζωή του κύλησε ανάμεσα σε τρεις ηπείρους πνευματικής εξουσίας. Η τέχνη της μεταβυζαντινής αγιογραφίας, καταγράφοντας τη μορφή του πάνω στον τοίχο του εξωνάρθηκα, δεν έκανε τίποτε άλλο παρά να σταθεροποιήσει οπτικά αυτό που τα κείμενα είχαν ήδη διασώσει με λόγια.