
Η τοιχογραφία της Θεοτόκου που κοσμεί τη βόρεια κόγχη του ναού της Παναγίας Δροσιανής, στο χωριό Μονή της Νάξου, ανάγεται στον 7ο αιώνα και αναπαριστά τη μορφή γνωστή στη βυζαντινή εικονογραφία ως Παναγία Νικοποιός. Ο τεχνίτης παραμένει ανώνυμος, όπως άλλωστε και οι περισσότεροι ζωγράφοι της παλαιοχριστιανικής περιόδου στις Κυκλάδες, το χέρι του όμως αναγνωρίζεται σε κάθε γραμμή του προσώπου, σε κάθε στρώση ώχρας πάνω στον υγρό σοβά. Δεν πρόκειται για ολόσωμη σύνθεση, καθώς η τοιχογραφία σώζεται μόνο ως τη μέση, κι όμως η φθορά αυτή δεν αφαιρεί τίποτα από τη σοβαρότητα που όριζε τη θρησκευτική ζωγραφική πριν από την Εικονομαχία. Η Νάξος, το μεγαλύτερο νησί των Κυκλάδων, διαφυλάσσει σε αυτόν τον μικρό ναό διαδοχικές ζωγραφικές στρώσεις που καλύπτουν σχεδόν επτά αιώνες, με την Παναγία Νικοποιό να αποτελεί την αρχαιότερη από όλες.
Η ίδια η λέξη Νικοποιός, με την ελεύθερη σημασία «αυτή που φέρνει τη νίκη», προσδιορίζει έναν εικονογραφικό τύπο ξεχωριστά τιμημένο στο Βυζάντιο: η Θεοτόκος στέκεται μετωπική, κρατώντας μπροστά στο στήθος της τον μικρό Χριστό μέσα σε κυκλική δόξα, με την πίστη πως η παρουσία της εξασφάλιζε τη νίκη του στρατού και την προστασία της αυτοκρατορίας, φερόμενη μάλιστα ως λάβαρο στις εκστρατείες. Στη Δροσιανή το ίδιο θέμα αποκτά μια πιο λιτή, σχεδόν οικεία διάσταση, μακριά από την αυλική μεγαλοπρέπεια της Κωνσταντινούπολης, εξίσου όμως φορτισμένη πνευματικά. Πόσο συστηματικά, άραγε, μελετήθηκε αυτή η ζωγραφική ενότητα; Η παλαιότερη τοιχογραφική στρώση της Δροσιανής απασχόλησε την επιστημονική έρευνα ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1990, όταν επιχειρήθηκε για πρώτη φορά η συστηματική χρονολόγησή της ανάμεσα στον 6ο και τον 7ο αιώνα.
Η εικονογραφία της Παναγίας Νικοποιού στη Δροσιανή
Ο ναός της Δροσιανής, μονόχωρος τρίκογχος με τρούλο, χτισμένος από ακατέργαστη πέτρα κατά τον αιγαιοπελαγίτικο τρόπο, θεωρείται από τους μελετητές πως διαθέτει το καλύτερα σωζόμενο τοιχογραφικό πρόγραμμα της εποχής του σε ολόκληρο το Αιγαίο. Πάνω σε αυτό το υπόβαθρο διακρίνεται η μορφή της Παναγίας Νικοποιού, ένα από τα ελάχιστα δείγματα όπου η ζωγραφική πριν από την Εικονομαχία διασώζεται σχεδόν ανέπαφη από μεταγενέστερες επιζωγραφίσεις.
Ο εικονογραφικός τύπος της Νικοποιού δεν γεννήθηκε στη Νάξο. Απαντά ήδη από τον 6ο αιώνα σε βυζαντινές σφραγίδες και νομίσματα, όπου πήρε τη θέση της αρχαίας προσωποποίησης της Νίκης, και συνδέθηκε σταδιακά με την ιδέα της θεϊκής προστασίας του στρατού και του κράτους, τιμώμενη σχεδόν εξίσου με την Οδηγήτρια. Η παράδοση μάλιστα απέδιδε την αρχική εικόνα στον Ευαγγελιστή Λουκά, προσδίδοντάς της κύρος που ξεπερνούσε κάθε τοπική λατρεία. Πώς όμως έφτασε ένα τόσο αυτοκρατορικό θέμα σε μια επαρχιακή κόγχη της Νάξου; Η απάντηση βρίσκεται μάλλον στη γενικευμένη διάδοση των μεγάλων εικονογραφικών τύπων της πρωτεύουσας, που έφταναν στα νησιά μέσω των εμπορικών δρόμων και της εκκλησιαστικής διοίκησης, προσαρμοσμένοι κάθε φορά στις δυνατότητες και στην τεχνική του τοπικού εργαστηρίου.
Η σύνθεση, το χρώμα και οι φθορές του χρόνου
Το κεφάλι και ο λαιμός της Θεοτόκου καταλαμβάνουν το μεγαλύτερο μέρος της σωζόμενης επιφάνειας, τυλιγμένα σε μαφόριο γκριζογάλανο στο κάτω μέρος, σκουρόχρωμο και σχεδόν καφέ στην κορυφή, όπου ακανόνιστες κηλίδες λευκού σοβά διακόπτουν τη χρωματική συνέχεια. Το πρόσωπο διαγράφεται σε φόντο θερμής κεραμιδί απόχρωσης, μια επιλογή που αποκλίνει από το συνηθισμένο κυανό βάθος των βυζαντινών τοιχογραφιών και προδίδει είτε τοπική συνήθεια είτε μεταγενέστερη οξείδωση των χρωστικών. Στο κάτω δεξιό άκρο της σύνθεσης διατηρείται ένα σκουρόχρωμο, δαιδαλώδες σχέδιο, ίσως απομεινάρι από τη δόξα του μικρού Χριστού ή από κάποιο διακοσμητικό στοιχείο του ενδύματος, δίχως ωστόσο να επιτρέπει ασφαλή ταύτιση. Μεγάλα αμυγδαλωτά μάτια, τοξωτά φρύδια, ίσια μακριά μύτη, μικρό σφιγμένο στόμα: τα χαρακτηριστικά συνθέτουν εκείνη την αυστηρή, σχεδόν στρατιωτική επιβλητικότητα που ταιριάζει στο όνομα Νικοποιός, την προστάτιδα του στρατού και της αυτοκρατορίας. Ακριβώς επειδή προηγείται της Εικονομαχίας, η μορφή αυτή ανήκει σε μια ελάχιστα πολυπληθή ομάδα μνημειακών παραστάσεων που γλίτωσαν τόσο από την καταστροφική μανία των εικονομάχων του 8ου και 9ου αιώνα όσο και από τη συνήθεια των μεταγενέστερων γενεών να επιζωγραφίζουν τους τοίχους των ναών τους. Η τεχνική ακολουθεί τον συνήθη βυζαντινό συνδυασμό της νωπογραφίας με στοιχεία επεξεργασίας πάνω σε ήδη στεγνό επίχρισμα, μια μέθοδο που επέτρεπε στον ζωγράφο να προσθέτει, την επόμενη μέρα από το κύριο στρώσιμο, τις τελευταίες, λεπτές πινελιές στο βλέμμα και στα φωτίσματα.
Το πρόσωπο της Θεοτόκου: βλέμμα και πλαστικότητα
Σε στενότερο πλάνο, το πρόσωπο αποκαλύπτει τη λεπτομερή δουλειά του ζωγράφου στο πλάσιμο των όγκων: ο προπλασμός, σκουρόχρωμος και γαιώδης, παραμένει ορατός στα βαθουλώματα κάτω από τα μάτια και γύρω από τη μύτη, ενώ πάνω του απλώνονται πιο ανοιχτόχρωμα φωτίσματα στο μέτωπο, στις παρειές και στη γέφυρα της μύτης, δίνοντας στο δέρμα μια ζεστή, σχεδόν ζωντανή υφή. Τα μάτια, ασύμμετρα, το ένα ελαφρώς μεγαλύτερο από το άλλο, κοιτάζουν κατευθείαν τον θεατή με μια ένταση που δεν έχει τίποτα το συμβατικό, δεν πρόκειται για την απόμακρη, σχεδόν αφηρημένη ματιά που θα συναντήσουμε αργότερα στη μεσοβυζαντινή ζωγραφική, αλλά για ένα βλέμμα σχεδόν προσωπικό, σαν να είχε ο ζωγράφος μπροστά του ένα πρόσωπο και όχι μόνο έναν τύπο προς αντιγραφή. Στην τεχνική αυτή διακρίνεται ακόμη κάτι από την ύστερη ελληνορωμαϊκή παράδοση της πλαστικής απόδοσης του προσώπου, μια κληρονομιά που η βυζαντινή ζωγραφική δεν είχε εγκαταλείψει ακόμη πλήρως τον 7ο αιώνα προς όφελος της πιο επίπεδης, γραμμικής απόδοσης που θα επικρατήσει αργότερα. Το βλέμμα αυτό, τόσο διαφορετικό από τη σχηματοποιημένη αυστηρότητα των υστεροβυζαντινών Νικοποιών, μαρτυρεί έναν καλλιτέχνη που δούλευε ακόμη με όρους φυσιοκρατικής παρατήρησης, έστω και μέσα στα όρια που επέβαλλε το θρησκευτικό πρόγραμμα. Το στόμα, μικρό και κλειστό, με μια ανεπαίσθητη σκίαση κάτω από το κάτω χείλος, συμπληρώνει την εντύπωση μιας μορφής σοβαρής, εσωστρεφούς, φορτισμένης με μια θλίψη που δεν εξηγείται εύκολα, ίσως προμήνυμα του πάθους του παιδιού που κρατούσε κάποτε στην αγκαλιά της. Οι φθορές του σοβά, τα λεπτά ρωγμήματα που διατρέχουν κάθετα το μέτωπο, δεν αδικούν το έργο, αντίθετα τονίζουν την αρχαιότητά του και τη διαδρομή που έχει διανύσει μέσα σε δεκατέσσερις αιώνες.
Η αξία μιας από τις παλαιότερες μορφές της Θεοτόκου
Η Παναγία Νικοποιός της Δροσιανής δεν στάθηκε ποτέ μόνη στον χώρο της: γύρω και πάνω από αυτήν, μεταγενέστεροι ζωγράφοι πρόσθεσαν, ως τον 14ο αιώνα, νέα στρώματα εικόνων, νέους αγίους, νέες συνθέσεις, χωρίς ωστόσο να τολμήσουν να καλύψουν την αρχική μορφή της Θεοτόκου, σαν να αναγνώριζαν σε αυτήν κάτι που δεν έπρεπε να χαθεί. Στον ίδιο ναό σώζονται και άλλες παλαιοχριστιανικές παραστάσεις, ανάμεσά τους και μια Δέηση με μορφές γύρω από τον Χριστό, ένδειξη πως ολόκληρη η βόρεια πτέρυγα λειτουργούσε ως ενιαίο θεολογικό πρόγραμμα και όχι ως τυχαία συρραφή μεμονωμένων παραστάσεων. Χρειάστηκαν μακρόχρονες εργασίες αποκάλυψης, ώσπου να φανεί κάτω από μεταγενέστερα στρώματα ασβέστη αυτό το αρχικό ζωγραφικό επίπεδο, μια διαδικασία που θύμισε στους συντηρητές πόσο εύθραυστη παραμένει η μνήμη μιας ολόκληρης εποχής πάνω σε λίγα εκατοστά σοβά. Αξίζει να σημειωθεί πως ολόκληρος ο ναός, με την τρίκογχη κάτοψή του και τον μικρό τρούλο, θεωρείται από τα αρχαιότερα σωζόμενα μνημεία της Ελλάδας, ίσως και των Βαλκανίων, γεγονός που προσδίδει στην τοιχογραφία μια σημασία που ξεπερνά τα όρια της τοπικής λατρείας. Για τους μελετητές της βυζαντινής τέχνης, το πρόσωπο αυτό αποτελεί σπάνιο τεκμήριο του τρόπου με τον οποίο η ζωγραφική πριν από την Εικονομαχία αντιλαμβανόταν το ιερό πρόσωπο, δίχως τους αυστηρούς κανόνες που θα επιβάλει αργότερα η εικονογραφική παράδοση της Κωνσταντινούπολης. Κάποιος που στέκεται σήμερα μπροστά της δεν βλέπει απλώς ένα κατάλοιπο του παρελθόντος, βλέπει μια μαρτυρία για το πώς η τέχνη, ακόμα και μέσα από τις φθορές της, μπορεί να διατηρήσει ζωντανή μια ματιά δεκατεσσάρων αιώνων.
