
Ένα ξύλινο τέμπλο εβδομήντα ενός επί πενήντα τεσσάρων εκατοστών, φτιαγμένο γύρω στο 1580 από έναν ανώνυμο Ρώσο αγιογράφο, φυλάσσεται σήμερα στο Μουσείο Ρωσικών Εικόνων του Κλίντον, στη Μασαχουσέτη, και αποδίδει τον Χριστό Παντοκράτορα ένθρονο μέσα σε μια σύνθεση όπου το χρώμα λειτουργεί ως γλώσσα εξίσου σημαίνουσα με τη μορφή. Ο εικονογραφικός τύπος δεν γεννήθηκε στη Ρωσία. Ανάγεται στη βυζαντινή παράδοση του έκτου αιώνα, στις πρώτες γνωστές αποδόσεις του παντοδύναμου Κυρίου που διασώθηκαν στο μοναστήρι της Αγίας Αικατερίνης στο Σινά, και ταξίδεψε μέσα από αιώνες αντιγραφής και προσαρμογής ως τον ρωσικό δέκατο έκτο αιώνα, όπου βρήκε μία από τις πιο πυκνές σε συμβολισμό εκδοχές του. Ο δημιουργός της εικόνας παραμένει ανώνυμος, κάτι σύνηθες για την εκκλησιαστική ζωγραφική της εποχής, όμως το χέρι του διασώζει με σπάνια ακρίβεια όσα απαιτούσε η τεχνική της αυγοτέμπερας, η επίπονη διαδικασία διαδοχικών διαφανών στρώσεων πάνω σε ξύλο ντυμένο με φύλλο χρυσού. Το αριστερό χέρι του Χριστού κρατά ανοιχτό ευαγγέλιο με κείμενο σε εκκλησιαστική σλαβονική γραφή, το δεξί υψώνεται σε ευλογία, και γύρω από τη μορφή αναπτύσσεται ένα σύστημα γεωμετρικών σχημάτων, ρόμβος, ωοειδές, τετράγωνο, στοιχεία που συνθέτουν ένα θεολογικό επιχείρημα περισσότερο παρά μια απλή διακόσμηση.
Η βυζαντινή εικόνα του Χριστού Παντοκράτορα: μορφή, σύνθεση και τεχνική
Στο πρόσωπο συγκεντρώνεται όλη η ένταση της σύνθεσης. Τα μαλλιά πέφτουν συμμετρικά στους ώμους, το γένι είναι κοντό και περιποιημένο, και το βλέμμα, βαρύ και σχεδόν ακίνητο, δεν αναζητά τον θεατή όσο τον περιμένει. Πάνω από το κεφάλι ανοίγεται σταυρωτό φωτοστέφανο με τα γράμματα Ο, Ω και Ν εγγεγραμμένα στα τρία ορατά άκρα του, παραπομπή στο όνομα που αποκαλύφθηκε στον Μωυσή, «Ο Ων», ενώ στις δύο πάνω γωνίες του πίνακα διακρίνονται τα συνεσταλμένα μονογράμματα ΙΣ και ΧΣ. Καμία λεπτομέρεια εδώ δεν είναι τυχαία επιλογή του αγιογράφου, όλα υπακούουν σε έναν κώδικα αιώνων.
Το βλέμμα, το ευαγγέλιο και η χειρονομία της ευλογίας
Ανοιχτό στα γόνατά Του κρατά ο Χριστός το ευαγγέλιο, με το κείμενο γραμμένο σε κόκκινα και μαύρα γράμματα εκκλησιαστικής σλαβονικής γραφής, μια επιλογή που θυμίζει την ιεραποστολική κληρονομιά των Κυρίλλου και Μεθοδίου και τη μετάφραση των ιερών κειμένων στη γλώσσα του λαού. Το δεξί χέρι, υψωμένο σε ευλογία με τα δάχτυλα διαμορφωμένα στον γνωστό λειτουργικό τύπο, δημιουργεί μαζί με το βιβλίο μια διαγώνιο που οδηγεί το μάτι από κάτω προς τα πάνω, από τον λόγο στην πράξη. Η αυστηρότητα της έκφρασης δεν αναιρεί την ευλογία. Τη μετριάζει, την κάνει πιο βαριά σε σημασία, σαν να λέει πως η εξουσία και η στοργή δεν αναιρούν η μία την άλλη παρά συνυπάρχουν στο ίδιο πρόσωπο.
Ο ρόμβος, η μανδόρλα και η γλώσσα του χρώματος
Μέσα σε ένα ωοειδές σχεδόν μαύρο πλαίσιο, που παραδοσιακά δηλώνει το απρόσιτο και ασύλληπτο της θεότητας, εγγράφεται ένας έντονος κόκκινος ρόμβος. Το βαθύ αυτό ερυθρό δεν επιλέχθηκε τυχαία, καθώς στη γλώσσα της εικόνας φέρει διπλό φορτίο, εκφράζει την ανώτατη εξουσία και ταυτόχρονα τη θυσιαστική αγάπη που οδήγησε στην ενανθρώπηση. Ο ρόμβος και το τετράγωνο πίσω του, ελαφρώς εμφανές στις γωνίες μέσα από την ελαιόχρωμη επιφάνεια, συνθέτουν έναν οκτάκτινο αστερίσκο, σχήμα που στην ορθόδοξη θεολογία παραπέμπει στην όγδοη ημέρα, εκείνη που έπεται της εβδομάδας της δημιουργίας και εγκαινιάζει μια νέα τάξη πραγμάτων. Ο ίδιος ο Χριστός, καθισμένος σε θρόνο που διαγράφεται μόλις πίσω από τα ενδύματα, φορά χιτώνα σε ώχρα και χρυσαφί, με τις πτυχές αποδοσμένες μέσω λεπτών χρυσών γραμμών πάνω στο χρώμα, τεχνική που δίνει στο ύφασμα μια εσωτερική λάμψη χωρίς να χάνεται ο όγκος του σώματος. Τα γυμνά πόδια αναπαύονται σε υποπόδιο, χαμηλά, σχεδόν αόρατα κάτω από τις πτυχώσεις.
Οι άγγελοι των τεσσάρων γωνιών και η ογδόη ημέρα
Στις τέσσερις γωνίες της σύνθεσης, εκεί όπου το τετράγωνο τέμνει το ωοειδές, διακρίνονται φτερωτές μορφές σχεδιασμένες με λεπτές, σχεδόν χαραγμένες γραμμές πάνω στο σκούρο βάθος. Παραπέμπουν στην παράδοση που τοποθετεί τους τέσσερις ευαγγελιστές στα άκρα της σύνθεσης, να μεταφέρουν συμβολικά το κήρυγμα στις τέσσερις γωνίες της οικουμένης. Η φθορά του χρόνου έχει αφήσει το σημάδι της κυρίως στο πάνω δεξί τμήμα, όπου το χρώμα έχει αποκολληθεί σε μια μεγάλη επιφάνεια αποκαλύπτοντας το ξύλο από κάτω, ενώ κατά μήκος των άκρων του πίνακα διακρίνονται μικρότερες απώλειες χρωστικής. Αυτή η φθορά δεν μειώνει το έργο, το πιστοποιεί, γιατί μαρτυρά τετρακόσια και πλέον χρόνια χρήσης, μεταφοράς και φύλαξης μέχρι να καταλήξει στη σημερινή του θέση.
Η σύνθεση αυτή δεν στέκεται μεμονωμένη μέσα στην ιστορία της ρωσικής αγιογραφίας. Ανήκει σε μια περίοδο όπου οι μεγάλες σχολές, η Νόβγκοροντ με τα έντονα κόκκινα και τα σχήματα τολμηρά, η Μόσχα με τα πιο γαλήνια πρόσωπα και την επιρροή του Ρουμπλιόφ, διαμόρφωναν παράλληλα διαφορετικές εκδοχές του ίδιου θεολογικού περιεχομένου. Το Κλίντον φυλάσσει σήμερα δεκάδες τέτοια παραδείγματα, από τον δέκατο τέταρτο ως τον δέκατο ένατο αιώνα, επιτρέποντας να παρακολουθήσει κανείς πώς μια εικόνα Χριστού Παντοκράτορα άλλαζε ύφος διατηρώντας όμως αναλλοίωτο το δογματικό της περιεχόμενο. Ό,τι μελετά σήμερα ο ιστορικός τέχνης σε αυτό το τέμπλο δεν είναι απλώς μια θρησκευτική σύνθεση αλλά ένα τεκμήριο για το πώς λειτουργούσε το εργαστήριο ενός ανώνυμου δημιουργού, ποιες συμβάσεις σεβόταν, πού επέτρεπε στο χέρι του μικρές αποκλίσεις. Και σε αυτό ακριβώς το σημείο, ανάμεσα στην αυστηρή επανάληψη ενός προτύπου αιώνων και στην προσωπική πινελιά ενός τεχνίτη που δεν υπέγραψε ποτέ το έργο του, βρίσκεται η αξία που έχει σήμερα για εμάς αυτή η βυζαντινή εικόνα.
