
Ένας άνδρας με πυκνή, σκουρόχρωμη γενειάδα κρατά στο γαντοφορεμένο του χέρι ένα γεράκι με κόκκινη δερμάτινη κουκούλα, το βλέμμα του γυρισμένο προς τα πλάγια, αποφεύγοντας κάθε άμεση επαφή με όποιον στέκεται απέναντί του. Το πρόσωπο αυτό απεικονίζεται στο «Πορτρέτο Ευγενούς με Γεράκι», έργο του Niccolò dell’Abbate, Ιταλού ζωγράφου γεννημένου στη Μοντένα το 1509 και πεθαμένου στο Φοντενεμπλό το 1571. Συνδέθηκε στενά με τον Μανιερισμό και τη λεγόμενη Σχολή του Φοντενεμπλό, εργαζόμενος στην αυλή του Ερρίκου Β΄ της Γαλλίας δίπλα στον Primaticcio. Η σύνθεση χρονολογείται περίπου στο 1548-1550, φιλοτεχνήθηκε με λάδι σε καμβά διαστάσεων εκατόν σαράντα επί εκατόν δεκαεπτά εκατοστών, και φυλάσσεται σήμερα στην Art Gallery of New South Wales, στο Σίδνεϊ. Απεικονίζει έναν βορειοϊταλό αριστοκράτη του οποίου το ογκώδες σώμα καταλαμβάνει σχεδόν ολόκληρη την επιφάνεια του καμβά, σύμφωνα με τη συνήθη πρακτική της ιταλικής πορτρετικής τέχνης κατά τη δεκαετία του 1540. Η ιερακοθηρία, δηλωμένη μέσα από το πτηνό στο χέρι του, αποτελούσε προνόμιο και ψυχαγωγία αγαπητή στους ευγενείς της βόρειας Ιταλίας, ένδειξη κοινωνικής θέσης εξίσου με προσωπικό γνώρισμα χαρακτήρα. Ο dell’Abbate έμεινε στην ιστορία κυρίως για τις τοιχογραφίες του στο Φοντενεμπλό, ωστόσο τα πορτρέτα της νεότητάς του αποκαλύπτουν έναν καλλιτέχνη ήδη ικανό να αποτυπώσει την απόσταση ανάμεσα στην κοινωνική επίδειξη και την εσωτερική συγκράτηση ενός προσώπου.
Η τέχνη του Μανιερισμού στο πορτρέτο ενός ευγενή με γεράκι
Το μαύρο ένδυμα του άρχοντα, βαρύ και πυκνά υφασμένο, πιθανότατα βελούδο, απορροφά το μεγαλύτερο μέρος του φωτός της σύνθεσης, αφήνοντας το πρόσωπο και τα χέρια να αναδύονται σχεδόν μόνα τους μέσα στο σκοτάδι. Γύρω από το κεφάλι απλώνεται μια αχνή, γκριζωπή λάμψη, κυκλική σαν φωτοστέφανο, ατμοσφαιρικό εύρημα φωτισμού που ενισχύει την παρουσία του προσώπου δίχως να παραπέμπει σε ιερότητα, τεχνική συνηθισμένη στην πορτρετική ζωγραφική του δέκατου έκτου αιώνα για την ανάδειξη κοινωνικά σημαντικών προσώπων.
Στο αριστερό του χέρι, καλυμμένο από σκούρο δερμάτινο γάντι ιερακοθήρα, στέκεται ακίνητο ένα γεράκι με κόκκινη δερμάτινη κουκούλα στο κεφάλι, τα φτερά του διάστικτα σε καφέ και λευκές αποχρώσεις, τα πόδια δεμένα με λεπτούς ιμάντες που κρέμονται χαλαρά. Το πτηνό δεν κοιτά πουθενά. Παραμένει τυφλό πίσω από την κουκούλα, όργανο θήρας σε στάση αναμονής, εικόνα εξουσίας πάνω σε κάτι ζωντανό και άγριο.
Πίσω από τον ώμο διακρίνονται χρυσές, καμπυλωτές γραμμές, ίσως υπόλειμμα κεντήματος ή πτυχωμένου διακοσμητικού μεταξιού, στοιχείο που προδίδει την οικονομική άνεση του απεικονιζόμενου χωρίς να επιβάλλεται στη σύνθεση. Το δεξί του χέρι, χαμηλότερα, σφίγγει κάτι μακρόστενο, πιθανόν τη λαβή ενός ξίφους ή ράβδου, συνήθες αξεσουάρ αριστοκρατικής εμφάνισης τον δέκατο έκτο αιώνα. Οι μανσέτες στους καρπούς, λευκές και πτυχωτές, έρχονται σε αντίθεση με το σκοτεινό ένδυμα και τραβούν το βλέμμα προς τα κάτω.

Το βλέμμα και η έκφραση του άρχοντα σε λεπτομέρεια
Η λεπτομέρεια του προσώπου αποκαλύπτει στοιχεία που στη μακρινή θέαση της πλήρους σύνθεσης εύκολα διαφεύγουν. Τα μάτια, βαθιά χωμένα κάτω από τα φρύδια, κοιτούν πλάγια, αποφεύγοντας κάθε άμεση σύνδεση με τον θεατή, στάση που συνδέεται συχνά με την περηφάνεια της βορειοϊταλικής αριστοκρατίας του δέκατου έκτου αιώνα. Το μουστάκι είναι περιποιημένο και κοντό. Η γενειάδα απλώνεται πυκνή μέχρι το στήθος, δίχως να κρύβει την ένταση του σαγονιού.
Ο σκούρος σκούφος, με το χαρακτηριστικό πλατύ γείσο, ακουμπά χαμηλά στο μέτωπο και σκιάζει μερικώς τα μάτια, ενισχύοντας την αίσθηση απόστασης. Πίσω του, το φως του βάθους επανέρχεται πιο έντονο σε αυτή τη λήψη, ίχνος που ο ζωγράφος άφησε ημιτελές.
Ο dell’Abbate εγκατέλειψε την Ιταλία γύρω στο 1552 για να ενταχθεί στο εργαστήριο του Φοντενεμπλό, όπου συνεργάστηκε με τον Primaticcio στη διακόσμηση των βασιλικών διαμερισμάτων του Ερρίκου Β΄. Η μεγαλύτερη κληρονομιά του δεν εντοπίζεται στα πορτρέτα αλλά στο τοπίο, είδος που καλλιέργησε με τρόπο πρωτοποριακό, προαναγγέλλοντας τις παστορικές συνθέσεις του Poussin και του Claude Lorrain δεκαετίες αργότερα. Το πορτρέτο του Σίδνεϊ, χωρίς υπογραφή και χωρίς βέβαιη χρονολόγηση, πέρασε από τη συλλογή του Alessandro Contini-Bonacossi στη Φλωρεντία, εκτέθηκε στο Λονδίνο το 1971 και έφτασε τελικά στην Αυστραλία το 1991, μέσω της συλλογής του William Bowmore.
