Στην πρώτη κιόλας περίοδο του έργου υπάρχουν δύο λέξεις που έμελλε αργότερα να δώσουν το όνομά τους σε μια ολόκληρη επιστήμη: ἱστορίης ἀπόδεξις. Για τον Ηρόδοτο η ιστορίη σήμαινε έρευνα, δηλαδή γνώση που αποκτάται με ερωτήσεις, ταξίδια και σύγκριση μαρτυριών. Η ἀπόδεξις ήταν η δημόσια έκθεση των πορισμάτων της. Σκοπός του, όπως τον διατυπώνει ο ίδιος, ήταν να μη σβήσουν με τον χρόνο τα έργα των ανθρώπων και να μη μείνουν δίχως φήμη τα μεγάλα και θαυμαστά κατορθώματα Ελλήνων και βαρβάρων. Πάνω απ’ όλα ήθελε να φανεί για ποια αιτία πολέμησαν μεταξύ τους.
Πατέρα της ιστορίας τον ονόμασε ο Κικέρων. Στην ίδια όμως φράση σημείωνε ότι στο έργο του βρίσκει κανείς αμέτρητους μύθους. Η διπλή αυτή κρίση συνοδεύει τον Ηρόδοτο εδώ και δύο χιλιετίες.
Από την Αλικαρνασσό στους Θουρίους
Λίγα γνωρίζουμε με βεβαιότητα για τη ζωή του. Τα περισσότερα προέρχονται από μεταγενέστερες πηγές, ορισμένες πολύ μεταγενέστερες, όπως το βυζαντινό λεξικό της Σούδας, που συντάχθηκε τον 10ο αιώνα. Γεννήθηκε στην Αλικαρνασσό της Καρίας, τη σημερινή Βοδρούμη, γύρω στο 484 π.Χ. Η χρονολογία στηρίζεται σε αρχαίους υπολογισμούς και δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως ακριβής. Η πόλη ήταν δωρική στην ίδρυση, είχε όμως ισχυρό ιωνικό στοιχείο. Την εποχή εκείνη την κυβερνούσαν τοπικοί τύραννοι, υποτελείς στον Πέρση βασιλέα. Από τον οίκο αυτόν προερχόταν και η Αρτεμισία, που ακολούθησε με τα πλοία της τον Ξέρξη στη Σαλαμίνα. Ο Ηρόδοτος της αφιερώνει σελίδες όχι χωρίς θαυμασμό.
Η οικογένειά του ανήκε στην αριστοκρατία της πόλεως, και κατά την παράδοση συγγενής του ήταν ο επικός ποιητής Πανύασις. Ο νεαρός Ηρόδοτος συμμετείχε σε απόπειρα ανατροπής του τυράννου Λυγδάμιος και γι’ αυτό κατέφυγε στη Σάμο. Επέστρεψε μετά την πτώση του τυράννου, κάπου πριν από το 454 π.Χ. Ακολούθησαν τα μεγάλα ταξίδια, ή τουλάχιστον όσα ο ίδιος αφήνει να εννοηθεί. Η χρονολόγηση και η πραγματική έκταση των περιηγήσεων αυτών παραμένουν ανοικτό ζήτημα.
Στα μέσα της δεκαετίας του 440 π.Χ. τον βρίσκουμε στην Αθήνα. Εκεί, κατά τις αρχαίες μαρτυρίες, έδινε δημόσιες αναγνώσεις του έργου του. Ο Πλούταρχος κάνει λόγο για φιλία με τον Σοφοκλή. Οι πληροφορίες για τιμές και χρηματικές αμοιβές από την πόλη αντιμετωπίζονται από τους σύγχρονους μελετητές με επιφύλαξη. Παλαιότερα θεωρούσαν βέβαιη μια βαθιά επίδραση του Περικλή επάνω του, σήμερα όμως η εικόνα είναι πιο μετρημένη. Δεν ήταν φανατικός θαυμαστής του Περικλή ούτε απλός απολογητής της Αθήνας.
Ακολούθως συνδέθηκε με τους Θουρίους, την αποικία που ιδρύθηκε με πρωτοβουλία των Αθηναίων στον κόλπο του Τάραντα το 444/3 π.Χ. Δεν γνωρίζουμε αν ήταν από τους πρώτους αποίκους. Η σχέση πάντως υπήρξε τόσο στενή, ώστε ο Αριστοτέλης παραθέτει την αρχή του έργου ως «Ἡροδότου Θουρίου» και όχι Αλικαρνασσέως. Κατά ορισμένες αρχαίες πηγές, εκεί πέθανε και ετάφη. Καμία πηγή δεν λέει πότε. Το έργο κάνει νύξεις σε γεγονότα των πρώτων χρόνων του Πελοποννησιακού Πολέμου, και γι’ αυτό η δημοσίευση των Ιστοριών τοποθετείται συνήθως μεταξύ 430 και 424 π.Χ.
Η αρχιτεκτονική των Ιστοριών
Οι Ιστορίες σώζονται σε εννέα βιβλία. Τη διαίρεση την έκαναν οι φιλόλογοι των ελληνιστικών χρόνων, και τα ονόματα των Μουσών που φέρει το καθένα προστέθηκαν επίσης μεταγενέστερα. Το έργο είναι γραμμένο στην ιωνική διάλεκτο και αρχίζει από τον Κροίσο, τον βασιλιά της Λυδίας. Η πτώση του από τον Κύρο ανοίγει τον δρόμο της περσικής επεκτάσεως, που αποτελεί τη ραχοκοκαλιά της αφηγήσεως. Όποτε οι Πέρσες φθάνουν σε έναν νέο λαό, ο Ηρόδοτος σταματά για να τον περιγράψει: τη χώρα του, τα έθιμα, τους θεούς και ό,τι θαυμαστό συνάντησε ή άκουσε. Έτσι το δεύτερο βιβλίο αφιερώνεται σχεδόν ολόκληρο στην Αίγυπτο, με αφορμή την εκστρατεία του Καμβύση. Το τέταρτο ασχολείται με τους Σκύθες, με αφορμή την εκστρατεία του Δαρείου πέρα από τον Δούναβη.
Οι παρεκβάσεις αυτές, οι «λόγοι» όπως ονομάζονται, δυσκόλεψαν ενίοτε τους αναγνώστες που αναζητούν ευθεία αφήγηση. Αυθαίρετες ωστόσο δεν είναι. Ακολουθούν τη γεωγραφία των περσικών κατακτήσεων. Από την Ιωνική Επανάσταση του 499 π.Χ. και μετά ο ρυθμός πυκνώνει: Μαραθώνας, εκστρατεία του Ξέρξη, Θερμοπύλες, Αρτεμίσιο, Σαλαμίνα, Πλαταιές, Μυκάλη. Η εισβολή του Ξέρξη καταλαμβάνει σχεδόν το ένα τρίτο του έργου. Οι Ιστορίες κλείνουν λίγο μετά τις μάχες του 479 π.Χ., με την κατάληψη της Σηστού στον Ελλήσποντο.
«Οφείλω να λέγω τα λεγόμενα»
Τη μέθοδό του ο Ηρόδοτος δεν την εξέθεσε ποτέ συστηματικά. Τη συνάγει κανείς από σκόρπιες παρατηρήσεις. Στο δεύτερο βιβλίο ξεχωρίζει τρεις δρόμους γνώσεως. Ο πρώτος είναι η όψη, όσα δηλαδή είδε με τα μάτια του. Ο δεύτερος είναι η γνώμη, η προσωπική του κρίση. Ο τρίτος είναι η ιστορίη, η έρευνα μέσω ερωτήσεων. Οι πηγές του είναι κατά κύριο λόγο προφορικές: ιερείς, αξιωματούχοι, απόγονοι όσων πολέμησαν, κάτοικοι των τόπων που περιγράφει. Τον Εκαταίο τον Μιλήσιο, τον σημαντικότερο προκάτοχό του, τον κατονομάζει ως πηγή μόλις δύο φορές. Ασφαλώς όμως τον χρησιμοποίησε συχνότερα απ’ όσο ομολογεί.
Συχνά παραθέτει περισσότερες από μία εκδοχές του ίδιου γεγονότος και αφήνει τον αναγνώστη να κρίνει. Στο έβδομο βιβλίο εξετάζει τη στάση του Άργους απέναντι στους Πέρσες. Εκεί διατυπώνει μια αρχή που θα μπορούσε να σταθεί ως επιγραφή ολόκληρου του έργου: «ἐγὼ δὲ ὀφείλω λέγειν τὰ λεγόμενα, πείθεσθαί γε μὲν οὐ παντάπασιν ὀφείλω». Οφείλει, με άλλα λόγια, να καταγράφει όσα λέγονται, όχι όμως και να τα πιστεύει όλα.
Η κοσμοαντίληψή του διατηρεί πολλά αρχαϊκά στοιχεία: τη θεϊκή τιμωρία της αλαζονείας, τους χρησμούς που επαληθεύονται, τα όνειρα που προειδοποιούν. Τα στοιχεία αυτά συνυπάρχουν εντούτοις με μια ορθολογική περιέργεια. Ο Ηρόδοτος συγκρίνει τα έθιμα των λαών, αμφισβητεί εξηγήσεις που του φαίνονται αφελείς και ρωτά επίμονα για τις πηγές του Νείλου.
Πατέρας της ιστορίας ή αφηγητής μύθων;
Η πρώτη αμφισβήτηση ήρθε από τον αμέσως νεότερο ιστορικό. Ο Θουκυδίδης, χωρίς να τον κατονομάζει, διόρθωσε λάθη που απαντούν στις Ιστορίες, όπως την υποτιθέμενη διπλή ψήφο των Σπαρτιατών βασιλέων. Σχολίασε επίσης πόσο λίγο κοπιάζουν οι πολλοί για να βρουν την αλήθεια: «οὕτως ἀταλαίπωρος τοῖς πολλοῖς ἡ ζήτησις τῆς ἀληθείας». Οι περισσότεροι μελετητές διαβάζουν την αιχμή ως στραμμένη προς τον προκάτοχό του.
Σκληρότερος, πεντακόσια και πλέον χρόνια αργότερα, ήταν ο Πλούταρχος. Στην πραγματεία «Περί της Ηροδότου κακοηθείας» τον κατηγόρησε για μεροληψία και κακοπιστία και τον αποκάλεσε φιλοβάρβαρο. Ο Πλούταρχος ήταν Βοιωτός, από τη Χαιρώνεια. Δεν συγχωρούσε τον τρόπο με τον οποίο οι Ιστορίες αναφέρθηκαν στον μηδισμό της Θήβας, στη συνεργασία δηλαδή των Θηβαίων με τους Πέρσες. Οι τοπικοί πατριωτισμοί, είναι αλήθεια, δεν έλειψαν ποτέ από την αρχαία κριτική.
Η σύγχρονη έρευνα κινήθηκε ανάμεσα σε δύο άκρα. Ο Γερμανός φιλόλογος Felix Jacoby, το 1913, διάβαζε κατά γράμμα τις αναφορές στους πληροφορητές. Έβλεπε στον Ηρόδοτο έναν αυτόπτη μάρτυρα που είχε ταξιδέψει από τον Εύξεινο Πόντο ως την Αίγυπτο και τη Βαβυλώνα. Ο Detlev Fehling υποστήριξε αντίθετα ότι οι παραπομπές σε πηγές είναι κατά μεγάλο μέρος λογοτεχνικό εύρημα. Άλλοι μελετητές προτιμούν να τις διαβάζουν ως ενδείξεις για το πού θεωρούσε ο ιστορικός ότι μπορούσε να βρεθεί η πληροφορία.
Υπάρχουν πάντως σημεία όπου η αφήγηση δοκιμάζεται απέναντι σε ανεξάρτητα τεκμήρια και αντέχει. Κατά τον Ηρόδοτο, έξι Πέρσες ευγενείς συνωμότησαν μαζί με τον Δαρείο για να ανατρέψουν τον σφετεριστή μάγο. Τα πέντε από τα έξι ονόματα συμπίπτουν με εκείνα που ο ίδιος ο Δαρείος χάραξε στην τρίγλωσση επιγραφή της Βεχιστούν. Η Βεχιστούν βέβαια είναι η επίσημη εκδοχή του νικητή, και αυτό δεν πρέπει να διαφεύγει.
Τα πορτρέτα ενός ιστορικού
Δεν σώζεται πορτρέτο του Ηροδότου από τη ζωή του. Όσες κεφαλές φέρουν το όνομά του είναι αντίγραφα των ρωμαϊκών χρόνων. Η προτομή του Metropolitan στη Νέα Υόρκη, για παράδειγμα, βρέθηκε λίγο πριν από το 1891 στην Μπένχα της Κάτω Αιγύπτου, την αρχαία Άθριβη. Χρονολογείται στον 2ο αιώνα μ.Χ. και θεωρείται ένα από τα πολλά αντίγραφα ενός χάλκινου ανδριάντα, πιθανότατα του πρώτου μισού του 4ου αιώνα π.Χ.

Στην Αθήνα, στο Μουσείο της Αρχαίας Αγοράς που στεγάζεται στη Στοά του Αττάλου, εκτίθεται μια κεφαλή γενειοφόρου άνδρα από πεντελικό μάρμαρο, εύρημα του 1933. Ο άνδρας είναι φαλακρός, με μαλλιά που πέφτουν στα πλάγια και σχεδόν σκεπάζουν τα αυτιά. Το γένι του χωρίζεται στη μέση και η μύτη έχει χαθεί. Στο αρχείο των ανασκαφών η κεφαλή καταγράφεται ως ρωμαϊκό έργο του 2ου αιώνα μ.Χ., και η ταύτιση με τον Ηρόδοτο συνοδεύεται από ερωτηματικό.
Στη Νάπολη, σε έναν διπλό ερμή του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, το κεφάλι του στέκεται πλάτη με πλάτη με εκείνο του Θουκυδίδη, του ανθρώπου που τόσο ψυχρά τον είχε διορθώσει.