
Δύο δόρατα υψώνονται παράλληλα και χωρίζουν την παράσταση σε κατακόρυφες λωρίδες, κρατώντας σε απόσταση δύο μορφές που κατά τα άλλα στέκονται σχεδόν ώμο με ώμο. Στον κυρίως ναό των Αγίων Αναργύρων της Καστοριάς, κάτω από τον Ενταφιασμό και σε προνομιακή θέση δίπλα στο ιερό, ο ανώνυμος ζωγράφος του δεύτερου τοιχογραφικού στρώματος παρέστησε γύρω στο 1180 τους Αγίους Γεώργιο και Δημήτριο, το πιο οικείο ζεύγος της στρατιωτικής χορείας. Νεαροί και αγένειοι, όρθιοι κατά μέτωπο, οι δύο άγιοι μοιράζονται την ίδια στάση και την ίδια σοβαρότητα. Ό,τι τους ξεχωρίζει βρίσκεται στα ενδύματα: δύο πανοπλίες που διαφέρουν σχεδόν σε κάθε σημείο τους.
Ο ναός των Λημνιωτών και ο άγιος του κτήτορα
Η μικρή βασιλική των Αγίων Αναργύρων είχε τοιχογραφηθεί μία πρώτη φορά αρκετά νωρίτερα. Στον νάρθηκα, όπου οι τοιχογραφίες του 12ου αιώνα έχουν πέσει, διακρίνονται αρχαιότερες παραστάσεις, που ο G. Millet τοποθέτησε στις αρχές και ο Α. Ορλάνδος στα μέσα του 11ου αιώνα, όπως συνοψίζει το άρθρο του Χαράλαμπου Μπακιρτζή για μια επιγραφή του ναού. Το δεύτερο στρώμα, στο οποίο ανήκουν οι δύο στρατιωτικοί άγιοι, συνδέεται με μια τοπική οικογένεια, τους Λημνιώτες. Η χρονολόγησή του δίνεται άλλοτε γενικά γύρω στο 1180 και άλλοτε, με παραπομπή στη μονογραφία των Στ. Πελεκανίδη και Μ. Χατζηδάκη για την Καστοριά, γύρω στο 1170–1180· οι δύο προτάσεις δεν απέχουν πολύ, η ακριβής χρονιά πάντως δεν είναι γνωστή.
Οκτώ επιγραφές του ναού, όλες του ίδιου στρώματος, αποτελούν κατά τη μελέτη της Ευγενίας Δρακοπούλου αφιερώματα της οικογένειας. Στον νάρθηκα, κάτω από τους αγγέλους της Ανάληψης, ένα επίγραμμα δεκαέξι ιαμβικών δωδεκασύλλαβων παρουσιάζει τον Θεόδωρο Λημνιώτη να αφιερώνει τον ναό στους ιατρούς Αγίους Αναργύρους, ζητώντας θεραπεία για τη σάρκα του που είχε ασθενήσει. Στο βόρειο κλίτος εικονίζονται ο ίδιος, η σύζυγός του Άννα Ραδηνή και ο γιος τους Ιωάννης, με επιγραφές που ξαναγράφτηκαν αργότερα. Στο νότιο κλίτος ένας μοναχός Θεόφιλος Λημνιώτης δηλώνεται επίσης κτήτωρ. Η ταύτισή του με τον Θεόδωρο, που είχε προταθεί, η Δρακοπούλου τη θεωρεί αστήρικτη, επισημαίνοντας ότι τα δύο πρόσωπα δεν μοιάζουν.
Το βόρειο κλίτος, σύμφωνα με μια ακόμη έμμετρη επιγραφή πάνω από την πόρτα προς τον νάρθηκα, είναι αφιερωμένο στον Άγιο Γεώργιο, του οποίου η διακόσμηση εκεί αφηγείται τα θαύματα. Ο κτήτορας μιλά στον άγιο σε πρώτο πρόσωπο. Τον έχει, λέει, προστάτη ήδη από τα βρεφικά του σπάργανα, και τώρα, αφού πρώτα τον είχε «γράψει» μέσα στην καρδιά του, τον ζωγραφίζει με χρώματα στους τοίχους. Η επιγραφή είναι εκτεταμένα φθαρμένη στο κέντρο της· η ανάγνωση της Δρακοπούλου διαφέρει αισθητά από του Ορλάνδου, ενώ ο Χατζηδάκης είχε περιοριστεί στους στίχους 1–4 και 14–16. Δύο στίχοι, με τις συμπληρώσεις της εκδότριας σε αγκύλες:
τανῦν δὲ καὶ [χρώμασιν ὑλ]ικωτέ[ροις]
[τῶ]ν θαυμάτων σου ζωγραφῶ τὰς εἰκόνας
Απόδοση στη νέα ελληνική
Στίχοι 3–4 του επιγράμματος του βόρειου κλίτους: «Τώρα όμως, και με πιο υλικά χρώματα, ζωγραφίζω τις εικόνες των θαυμάτων σου».
Με αυτό το υπόβαθρο η παρουσία του Γεωργίου δίπλα στο ιερό αποκτά ένα επιπλέον βάρος. Είναι ο άγιος της προσωπικής ευλάβειας του κτήτορα, σύνναος άγιος με δικό του κλίτος, και εδώ, στον κυρίως ναό, στέκεται πλάι στον Δημήτριο. Ο Άγιος Δημήτριος, από την πλευρά του, δεν είναι μόνος του στο πρόγραμμα: τιμάται στην εκκλησία μαζί με τον Όσιο Δαβίδ και την Οσία Θεοδώρα, άλλους δύο αγίους της Θεσσαλονίκης. Η επιλογή του ζεύγους δένει έτσι, κατά μια εύλογη ανάγνωση, τη θρησκευτικότητα ενός ιδιώτη χορηγού με τη λατρεία της μεγάλης πόλης της περιοχής.
Μετωπικότητα και μια ανεπαίσθητη στροφή
Η σύνθεση βασίζεται στην παράταξη. Τα σώματα στέκονται κατά μέτωπο, με ελαφριά στροφή του ενός προς τον άλλο, τόσο μικρή που θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητη αν δεν τη βεβαίωναν οι ώμοι και οι κλίσεις των ενδυμάτων. Καθένας κρατά με το δεξί του χέρι —στην αριστερή πλευρά της μορφής για τον θεατή— το δόρυ υψωμένο, με τη φυλλόσχημη αιχμή του να φτάνει ψηλά στο μπλε βάθος, πάνω από τα φωτοστέφανα.
Την κατακόρυφη επαναλαμβάνουν οι επιγραφές. Γραμμένες σε στήλες γράμμα κάτω από γράμμα, με συμπλέγματα, πλαισιώνουν κάθε κεφάλι: αριστερά της μορφής ο προσδιορισμός «ὁ ἅγιος», δεξιά το όνομα. Από αυτή τη συμμετρική διάταξη προκύπτει ένα μικρό εύρημα στη μέση της παράστασης, όπου ανάμεσα στα δύο φωτοστέφανα συναντώνται το όνομα του Γεωργίου και ο προσδιορισμός του Δημητρίου, δύο στήλες γραμμάτων παράλληλες με τα δόρατα.
Το βάθος χωρίζεται οριζόντια. Ψηλά απλώνεται σκούρο μπλε, χαμηλότερα, περίπου στο ύψος των γονάτων, μια σκουροπράσινη ζώνη δηλώνει το έδαφος. Κόκκινη ταινία πλαισιώνει την παράσταση πάνω και κάτω. Τα φωτοστέφανα, ωχροκίτρινοι δίσκοι με σκούρο περίγραμμα, έχουν φθαρεί αρκετά, όπως και η κάτω ζώνη, όπου το κονίαμα έχει χάσει μεγάλο μέρος της χρωματικής του επιφάνειας.
Φολίδες, ελάσματα, υφάσματα
Στον Γεώργιο ο ζωγράφος έδωσε θώρακα από πυκνές, μικρές φολίδες σε γκριζοπράσινο τόνο, εφαρμοστό, που οι καμπύλες σειρές του διαγράφουν το στήθος και την κοιλιά σαν να σχεδιάζουν τον κορμό από κάτω. Πάνω του διασταυρώνονται δύο κοσμημένες ταινίες με λευκές στιγμές, σαν μαργαριτάρια, που ενώνονται σε στρογγυλή πόρπη στο στήθος. Η κόκκινη χλαμύδα με τη λευκή φόδρα πέφτει πίσω από την πλάτη και ανοίγει χαμηλά, προς την πλευρά του δόρατος, σε μια φαρδιά, σχεδόν θεατρική καμπύλη. Κάτω από τον θώρακα φαίνονται μπλε χιτώνας και μια φαρδιά διακοσμημένη ζώνη σε χρυσίζοντα τόνο, με φυτικούς ελικοειδείς σχηματισμούς και ροδοκόκκινη απόληξη. Οι κνήμες είναι ντυμένες με σκούρα σχεδιασμένα περισκελίδια, ανοιχτότερες περιτυλίξεις πιο χαμηλά.
Το αριστερό του χέρι, σε σκούρο μπλε μανίκι, κατεβαίνει με τα δάχτυλα τεντωμένα και αγγίζει το χείλος της ασπίδας, που στέκεται όρθια στο έδαφος ανάμεσα στους δύο αγίους. Από αυτήν διακρίνεται μόνο τμήμα του κοσμημένου περιγράμματος και της πολύχρωμης επιφάνειας· το υπόλοιπο χάνεται πίσω από τη χλαμύδα και στη φθορά της κάτω ζώνης. Λίγο ψηλότερα, στο ύψος του πήχη, μια λευκή κηλίδα σημαδεύει σημείο όπου έχει χαθεί το χρώμα.
Ο Δημήτριος φαίνεται βαρύτερος, και είναι. Ο θώρακάς του αποτελείται από μεγάλα, στρογγυλεμένα ελάσματα σε ώχρα, τοποθετημένα σε οριζόντιες σειρές από τους ώμους ως τους γοφούς, με επωμίδες κοσμημένες με μαιανδρικά σχήματα και κόκκινα μανίκια. Ένα σκούρο μπλε ζωνάρι δένεται σε κόμπο στη μέση. Με το αριστερό χέρι, στο ύψος της ζώνης, κρατά τη θήκη του ξίφους, που κατεβαίνει λοξά προς τα δεξιά του θεατή. Η ανοιχτόχρωμη χλαμύδα του, στερεωμένη με πόρπη, πέφτει στους ώμους και πίσω από το σώμα. Χαμηλότερα, μια σκούρα μπλε φούστα με λευκό διάκοσμο και ο μακρύς κόκκινος χιτώνας, με χρυσίζουσες κοσμημένες ταινίες και ριγωτό στρίφωμα σε κόκκινο, λευκό και σκούρο, σχεδόν εξαφανίζουν το σώμα από κάτω. Στο κόκκινο ύφασμα διακρίνονται και μικρές σκούρες οπές.
Η αντίθεση φαίνεται σκόπιμη: ένας θώρακας που αφήνει το σώμα να διαγράφεται και ένας που το κλείνει, με τον ίδιο πλούτο διακόσμου και στις δύο περιπτώσεις, ώστε η συμμετρία της στάσης να ζωντανεύει από την ποικιλία της επιφάνειας. Αν ο ζωγράφος αντέγραφε πραγματικό στρατιωτικό εξοπλισμό της εποχής του ή επαναλάμβανε μορφές της παράδοσης είναι ερώτημα που η μελέτη του Piotr Grotowski θέτει γενικά για την εικονογραφία των στρατιωτικών αγίων από το 843 ως το 1261, συγκρίνοντας τις παραστάσεις με τα βυζαντινά στρατιωτικά εγχειρίδια. Η τοιχογραφία της Καστοριάς προσφέρει υλικό για τέτοια σύγκριση, χωρίς ωστόσο η εικόνα από μόνη της να μπορεί να την κρίνει.
Το πρόσωπο του Αγίου Δημητρίου από κοντά

Στη λεπτομέρεια, το πρώτο που ξεχωρίζει είναι τα μαλλιά. Καστανά, κοντά, με τις τρίχες να ξεκινούν ακτινωτά από ένα σημείο στην κορυφή και να κατεβαίνουν σε λεπτές σκούρες γραμμές, καταλήγουν πάνω στο μέτωπο σε μια σειρά μικρών μπούκλων. Στον Γεώργιο η κόμη λύνεται σε πυκνούς σπειροειδείς βοστρύχους, που περιβάλλουν το κεφάλι σαν σφαίρα· δύο καλλιγραφικές λύσεις για το ίδιο νεανικό πρότυπο, σχεδόν ως διακριτικό σημάδι του καθενός.
Το πλάσιμο στηρίζεται σε έναν πρασινωπό προπλασμό, δηλαδή στη σκουρότερη πρώτη στρώση της σάρκας, που μένει ορατός στις σκιές του λαιμού, στο σαγόνι, γύρω από το στόμα. Επάνω του απλώνονται οι ανοιχτότεροι ωχροί τόνοι. Στα μάγουλα, κόκκινες κυκλικές βούλες με μικρές καμπύλες πινελιές· στη ράχη της μύτης, κάτω από τα μάτια και στον λαιμό, λευκά γραμμικά φωτίσματα, που στον λαιμό σχηματίζουν καμπύλες. Τα φρύδια, τοξωτά, συνεχίζονται στη μακριά, ευθεία γραμμή της μύτης. Τα μάτια είναι μεγάλα, με σκούρες ίριδες, και το βλέμμα στρέφεται κατευθείαν προς τον θεατή. Σκούρο περίγραμμα κλείνει το οβάλ του προσώπου και τα αυτιά. Το στόμα, μικρό, με κόκκινα χείλη, δεν δίνει καμία κίνηση στην έκφραση· σοβαρή, μάλλον συγκρατημένη.
Η επιφάνεια φέρει αμυχές και μικρές απολεπίσεις, πυκνότερες στο φωτοστέφανο και στο δεξί τμήμα του μετώπου για τον θεατή. Πάνω δεξιά, η αρχή του ονόματος έχει χαθεί σε μια περιοχή φθοράς, ενώ τα επόμενα γράμματα συνεχίζουν κάθετα το «Δημήτριος». Στη βάση του λαιμού, ο κόκκινος γιακάς του χιτώνα και η ταινία της χλαμύδας με τις λευκές στιγμές, ίδιες με εκείνες στις ταινίες του Γεωργίου, επαναφέρουν στη λεπτομέρεια τον διάκοσμο που στη συνολική λήψη μοιάζει να κυριαρχεί.