Δωριείς, Αιολείς, Ίωνες, Αχαιοί: τα αρχαία ελληνικά φύλα από τον Όμηρο στον Ηρόδοτο

Μαρμάρινος κορμός Σπαρτιάτη οπλίτη με κορινθιακό κράνος και ψηλό λοφίο, γνωστός ως «Λεωνίδας», από την ακρόπολη της Σπάρτης
Μαρμάρινος οπλίτης γνωστός ως «Λεωνίδας», περ. 480-470 π.Χ., από την ακρόπολη της Σπάρτης. Αρχαιολογικό Μουσείο Σπάρτης. Η ταύτιση με τον βασιλιά των Θερμοπυλών είναι συμβατική.

Η εικόνα είναι γνωστή από το σχολείο. Οι αρχαίοι Έλληνες χωρίζονταν σε τέσσερα μεγάλα φύλα, τους Δωριείς, τους Αιολείς, τους Ίωνες και τους Αχαιούς, και το καθένα είχε τη διάλεκτό του, τις περιοχές του και τον μυθικό του γενάρχη. Το σχήμα έχει αρχαία καταγωγή, το συναντάμε ήδη σε κείμενα του 6ου και του 5ου αιώνα π.Χ. Έχει όμως ένα πρόβλημα, που το είχαν προσέξει και οι ίδιοι οι αρχαίοι: τα πρώτα σωζόμενα κείμενα της ελληνικής γραμματείας σχεδόν το αγνοούν.

Τι λέει ο Όμηρος για τα αρχαία ελληνικά φύλα

Η Ιλιάδα και η Οδύσσεια είναι τα αρχαιότερα ελληνικά λογοτεχνικά έργα που διαθέτουμε. Παλαιότερες ιστορικές συνθέσεις τα τοποθετούσαν πολύ νωρίς, ακόμη και στον 10ο αιώνα π.Χ., και ο Ηρόδοτος υπολόγιζε ότι ο Όμηρος έζησε περίπου τετρακόσια χρόνια πριν από τον ίδιο. Η σημερινή έρευνα τα χρονολογεί συνήθως στον 8ο ή στις αρχές του 7ου αιώνα π.Χ., ως κατάληξη μιας μακράς προφορικής παράδοσης. Όπως κι αν το μετρήσει κανείς, απέχουν αιώνες από τον κόσμο που περιγράφουν.

Ας κάνουμε μια απλή καταμέτρηση. Αιολείς, ως λαός, δεν εμφανίζονται πουθενά στα έπη. Ο Αίολος της Οδύσσειας είναι ο κύριος των ανέμων και δεν έχει σχέση με κάποιο φύλο. Δωριείς δεν υπάρχουν στην Ιλιάδα. Στην Οδύσσεια αναφέρονται μία μόνο φορά, όταν ο μεταμφιεσμένος Οδυσσέας περιγράφει στην Πηνελόπη την Κρήτη ως νησί με πολλές γλώσσες, όπου ζουν Αχαιοί, Ετεόκρητες, Κύδωνες, Πελασγοί και «Δωριέες τε τριχάϊκες» (Οδ. 19.177). Το επίθετο ερμηνεύεται ακόμη με διαφορετικούς τρόπους. Για Δωριείς στην Πελοπόννησο, ούτε λέξη. Η Σπάρτη του Ομήρου είναι η πόλη του Μενελάου, ενός Ατρείδη.

Και οι Ίωνες; Ένας στίχος. Στη μάχη γύρω από τα πλοία, στη 13η ραψωδία, εμφανίζονται οι «Ἰάονες ἑλκεχίτωνες», οι Ίωνες με τους μακριούς, συρτούς χιτώνες, δίπλα σε Βοιωτούς, Λοκρούς, Φθίους και Επειούς (Ιλ. 13.685). Λίγους στίχους πιο κάτω φαίνεται ότι πρόκειται για τους Αθηναίους του Μενεσθέα. Το όνομα λειτουργεί εδώ σαν ονομασία ενός τοπικού σώματος, ισότιμη με τις υπόλοιπες της ίδιας απαρίθμησης.

Με τους Αχαιούς συμβαίνει το αντίθετο. Το όνομά τους βρίσκεται σχεδόν σε κάθε σελίδα. Μαζί με το «Δαναοί» και το «Αργείοι» χαρακτηρίζει το σύνολο του στρατού που πολιορκεί την Τροία. Ο Όμηρος γνωρίζει ωστόσο και μια πολύ στενότερη χρήση. Στον Κατάλογο των Νεών, απαριθμώντας τους άνδρες του Αχιλλέα από τη Φθία και την Ελλάδα, γράφει: «Μυρμιδόνες δὲ καλεῦντο καὶ Ἕλληνες καὶ Ἀχαιοί» (Ιλ. 2.684). Η ομηρική Ελλάς είναι μια περιοχή της νότιας Θεσσαλίας και οι Έλληνες ένας από τους λαούς της.

Πελασγοί και Έλληνες στον Θουκυδίδη και στον Ηρόδοτο

Το κενό το είχαν εντοπίσει ήδη οι ιστορικοί του 5ου αιώνα π.Χ. Στο πρώτο βιβλίο των Ιστοριών του, ο Θουκυδίδης χρησιμοποιεί ακριβώς το ομηρικό τεκμήριο για να υποστηρίξει ότι το όνομα «Έλληνες» επεκτάθηκε σιγά σιγά. Ξεκίνησε από τον Έλληνα, γιο του Δευκαλίωνα, και από τους γιους του, που ισχυροποιήθηκαν στη Φθιώτιδα, και πέρασε από πόλη σε πόλη. Ο Όμηρος, παρατηρεί, δεν αποκαλεί πουθενά Έλληνες το σύνολο, παρά μόνο τους ακολούθους του Αχιλλέα. Δεν χρησιμοποιεί ούτε τη λέξη «βάρβαροι», αφού δεν υπήρχε ακόμη ένα κοινό όνομα απέναντι στο οποίο να οριστούν οι άλλοι.

Ο Ηρόδοτος, λίγο νωρίτερα, δίνει μια πιο τολμηρή εκδοχή. Κατά τη γνώμη του, οι Δωριείς ήταν από την αρχή ελληνικό φύλο, πολυπλάνητο, που μετακινήθηκε από τη Φθιώτιδα στην Ιστιαιώτιδα, από εκεί στην Πίνδο, στη Δρυοπίδα και τελικά στην Πελοπόννησο. Οι Ίωνες, με πρώτους τους Αθηναίους, ήταν αντίθετα πελασγικής καταγωγής και έμαθαν τα ελληνικά αργότερα (Ηρ. 1.56-58). Για τη γλώσσα των Πελασγών, ο ίδιος παραδέχεται ότι μπορεί μόνο να εικάσει.

Αξίζει να δει κανείς πόσο λίγο υλικό υπήρχε πίσω από αυτή τη θεωρία. Στα έπη οι Πελασγοί είναι ένα όνομα σκόρπιο: το «Πελασγικόν Άργος» της Θεσσαλίας, ο Ζευς της Δωδώνης που αποκαλείται Πελασγικός, Πελασγοί στην Κρήτη και Πελασγοί ανάμεσα στους συμμάχους των Τρώων. Αυτές οι σποραδικές μνείες έγιναν, στα χέρια των ιστορικών του 5ου αιώνα, το όνομα ενός ολόκληρου προελληνικού πληθυσμού. Για το πώς ακριβώς επικράτησαν τα ονόματα «Ελλάς» και «Έλληνες» στο διάστημα ανάμεσα στον Όμηρο και στον Ηρόδοτο, οι πηγές είναι φειδωλές. Υπάρχει πάντως μία σημαντική εξαίρεση.

Ο Έλλην και οι γιοι του: μια γενεαλογία που χτίστηκε σταδιακά

Πρόκειται για τον «Κατάλογο των Γυναικών», ένα γενεαλογικό έπος που οι αρχαίοι απέδιδαν στον Ησίοδο και που σώζεται μόνο σε αποσπάσματα. Οι περισσότεροι μελετητές το τοποθετούν στον 6ο αιώνα π.Χ., αν και η χρονολόγηση συζητείται. Εκεί συναντάμε για πρώτη φορά τη γνωστή γενεαλογία. Ο Έλλην έχει τρεις γιους, τον Δώρο, τον Ξούθο και τον Αίολο, και ο Ξούθος αποκτά με τη σειρά του τον Αχαιό και τον Ίωνα. Τα τέσσερα φύλα χωρούν πλέον σε ένα οικογενειακό δέντρο με κοινό πρόγονο.

Ουδέτερη αυτή η γενεαλογία δεν ήταν, και η Αθήνα το έδειξε καθαρά. Στον «Ίωνα» του Ευριπίδη, που παραστάθηκε στα χρόνια του Πελοποννησιακού Πολέμου, ο Ίων δεν είναι πια γιος του Ξούθου αλλά του Απόλλωνα και της Αθηναίας Κρέουσας, ενώ ο Δώρος και ο Αχαιός προαναγγέλλονται ως μελλοντικά παιδιά της Κρέουσας και του Ξούθου. Οι Ίωνες, και μαζί τους η Αθήνα, αποκτούν θεϊκή καταγωγή και πρωτοκαθεδρία. Οι Δωριείς, με άλλα λόγια κυρίως η Σπάρτη, γίνονται τα μικρότερα αδέλφια της οικογένειας.

Σε αυτή την πλευρά των πραγμάτων έχει δώσει βάρος η σύγχρονη έρευνα. Ο Τζόναθαν Χολ και άλλοι μελετητές υποστηρίζουν ότι στην αρχαϊκή εποχή η ελληνική ταυτότητα ήταν χαλαρή και «αθροιστική». Ο Αργείος ή ο Μιλήσιος ένιωθε πρώτα πολίτης της πόλης του ή μέλος ενός φύλου, και πολύ λιγότερο Έλληνας. Η ισχυρή κοινή συνείδηση διαμορφώθηκε κυρίως μετά τους Περσικούς Πολέμους, με αντίβαρο τη μορφή του «βαρβάρου». Χαρακτηριστικά, ο Ηρόδοτος βάζει τους Αθηναίους να ορίζουν την ελληνικότητα με βάση την κοινή καταγωγή, τη γλώσσα, τα ιερά και τις θυσίες, και τα κοινά ήθη (Ηρ. 8.144). Ο ορισμός αυτός ανήκει στον 5ο αιώνα.

Οι διάλεκτοι ως μάρτυρες

Αν οι γενεαλογίες είναι κατασκευές, οι διάλεκτοι είναι κάτι πιο απτό. Οι γλωσσολόγοι διακρίνουν στα αρχαία ελληνικά τέσσερις διαλεκτικές ομάδες. Η ιωνική-αττική μιλιόταν στα παράλια της Μικράς Ασίας, στην Εύβοια και στην Αττική, η αιολική στη Λέσβο, στη Βοιωτία και στη Θεσσαλία. Η αρκαδοκυπριακή μαρτυρείται σε επιγραφές της Αρκαδίας και της Κύπρου. Η δυτική ομάδα περιλαμβάνει τη δωρική και τις βορειοδυτικές διαλέκτους, και η δωρική ακουγόταν στη Λακωνία, στην Αργολίδα, στην Κορινθία, στην Κρήτη, στη Ρόδο και στις αποικίες της Σικελίας και της Κάτω Ιταλίας.

Η αντιστοιχία με τα φύλα λειτουργεί αρκετά καλά για Ίωνες, Αιολείς και Δωριείς. Οι Αχαιοί πάλι δεν ταιριάζουν στο σχήμα. Δεν υπάρχει «αχαϊκή» διάλεκτος με τον τρόπο που υπάρχει δωρική. Η αρκαδοκυπριακή, που επιβίωσε στα ορεινά της Αρκαδίας και στη μακρινή Κύπρο, θεωρείται συχνά απόηχος της γλώσσας της Πελοποννήσου πριν από την εγκατάσταση των Δωριέων. Ακόμη πιο πίσω βρίσκεται η μυκηναϊκή ελληνική, γνωστή από τις πήλινες πινακίδες της Γραμμικής Β (περίπου 1400-1200 π.Χ.) από την Κνωσό, την Πύλο, τις Μυκήνες και τη Θήβα, που αποκρυπτογράφησε το 1952 ο Μάικλ Βέντρις. Είναι κυρίως λογιστικά έγγραφα και κατάλογοι ονομάτων, και για τα φύλα λένε ελάχιστα.

Δωριείς ή Αχαιοί; Η περίπτωση της Σπάρτης

Η αρχαία παράδοση ήθελε τους Δωριείς να κατεβαίνουν στην Πελοπόννησο μαζί με τους απογόνους του Ηρακλή, τους Ηρακλείδες, ογδόντα χρόνια μετά τον Τρωικό Πόλεμο, όπως σημειώνει ο Θουκυδίδης (1.12). Η αρχαιολογία δεν έχει εντοπίσει τα ίχνη μιας μεγάλης, ενιαίας εισβολής στο τέλος του μυκηναϊκού κόσμου, και το πότε και πώς εγκαταστάθηκαν οι δωρικές κοινότητες παραμένει ανοιχτό ερώτημα. Βέβαιο είναι ότι στην κλασική εποχή η Σπάρτη θεωρούνταν η κατεξοχήν δωρική πόλη.

Κι όμως, ένας βασιλιάς της Σπάρτης μπορούσε να αρνηθεί ότι ήταν Δωριέας. Ο Ηρόδοτος αφηγείται ότι όταν ο Κλεομένης Α΄ ανέβηκε στην Ακρόπολη της Αθήνας, γύρω στο 508 π.Χ., η ιέρεια της Αθηνάς σηκώθηκε από τον θρόνο της και του απαγόρευσε να μπει στο ιερό, γιατί η είσοδος δεν επιτρεπόταν σε Δωριείς. Εκείνος απάντησε: «ὦ γύναι, ἀλλ’ οὐ Δωριεύς εἰμι ἀλλ’ Ἀχαιός» (Ηρ. 5.72). Ως Ηρακλείδες, οι βασιλικοί οίκοι της Σπάρτης επικαλούνταν μια καταγωγή παλαιότερη από τον λαό που κυβερνούσαν. Ο Κλεομένης ήταν ετεροθαλής αδελφός του Λεωνίδα, του βασιλιά που έπεσε στις Θερμοπύλες το 480 π.Χ.

Στην ακρόπολη της Σπάρτης, στις ανασκαφές της Βρετανικής Σχολής Αθηνών τη δεκαετία του 1920, βρέθηκε ο μαρμάρινος κορμός ενός οπλίτη με κράνος και ψηλό λοφίο, έργο των χρόνων γύρω στο 480-470 π.Χ., που σήμερα εκτίθεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Σπάρτης. Από νωρίς ονομάστηκε «Λεωνίδας». Η ταύτιση είναι συμβατική και δεν στηρίζεται σε επιγραφή ή σε άλλο βέβαιο τεκμήριο. Στο γύψινο εκμαγείο που δώρισε η Βρετανική Σχολή στο Μουσείο Κλασικής Αρχαιολογίας του Κέιμπριτζ σημειώνεται ότι κοντά στον κορμό βρέθηκαν θραύσματα ποδιού, ασπίδας και κράνους, και ότι το μεγαλύτερο μέρος του λοφίου είναι συμπλήρωση.

Ένα όνομα που επέζησε

Από τα τέσσερα ονόματα, εκείνο που ο Όμηρος χρησιμοποίησε για όλους είχε την πιο περίεργη τύχη. Στην ιστορική εποχή Αχαΐα λεγόταν μια λωρίδα στη βόρεια ακτή της Πελοποννήσου, και Αχαΐα Φθιώτις μια περιοχή της νότιας Θεσσαλίας, κοντά στην ομηρική Φθία. Οι πόλεις της πελοποννησιακής Αχαΐας ίδρυσαν την Αχαϊκή Συμπολιτεία, που στα ελληνιστικά χρόνια απλώθηκε σχεδόν σε όλη την Πελοπόννησο, ώσπου τη διέλυσαν οι Ρωμαίοι το 146 π.Χ. Όταν ο Αύγουστος οργάνωσε το 27 π.Χ. τη νότια Ελλάδα σε χωριστή επαρχία, της έδωσε το όνομα Αχαΐα.