Σημίτες, Άριοι και ινδοευρωπαϊκές γλώσσες: από τη θεωρία του Παμίρ στη σημερινή έρευνα

Σφαιρικό πήλινο αγγείο με στενό κυλινδρικό λαιμό της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού από το Λιμάνι Πασά, με κυκλαδικές επιδράσεις
Σφαιρικό αγγείο με στενό λαιμό από το Λιμάνι Πασά, μεταξύ Λαυρίου και Σουνίου. Πρώιμη Εποχή του Χαλκού (2900-1900 π.Χ.), με κυκλαδικές επιδράσεις. Αρχαιολογικό Μουσείο Λαυρίου.

Ένα παλαιό ελληνικό εγχειρίδιο για τον αρχαίο ελληνισμό, γραμμένο σε αυστηρή καθαρεύουσα, ξεκινά την αφήγησή του πολύ μακριά από το Αιγαίο. Στο κέντρο της Ασίας, πάνω στο οροπέδιο του Παμίρ, ζούσαν κάποτε, γράφει, οι «άρισται φυλαί» του ανθρώπινου γένους. Από εκεί ξεκίνησαν δύο μεγάλες ομάδες, οι Σημίτες και οι Άριοι, με κοινές θρησκευτικές δοξασίες αλλά με δύο διαφορετικές γλώσσες. Από τη δεύτερη ομάδα, ύστερα από αιώνες περιπλανήσεων, προέκυψε ο «ελληνολατινικός κλάδος», δηλαδή οι πρόγονοι των Ελλήνων και των Ιταλών.

Η εικόνα αυτή δεν ήταν επινόηση ενός Έλληνα συγγραφέα. Συμπύκνωνε όσα θεωρούσε βέβαια η ευρωπαϊκή επιστήμη του 19ου αιώνα. Αξίζει να τη δούμε με προσοχή, γιατί μέσα της συνυπάρχουν μια πραγματική επιστημονική ανακάλυψη και μια σειρά από υποθέσεις που δεν άντεξαν στον χρόνο, ενώ μία από αυτές πήρε αργότερα πολύ σκοτεινή τροπή.

Η ανακάλυψη που άλλαξε τη γλωσσολογία

Ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά. Το 1786 ο Βρετανός δικαστής και φιλόλογος Γουίλιαμ Τζόουνς, μιλώντας στην Ασιατική Εταιρεία της Καλκούτας, παρατήρησε ότι τα σανσκριτικά, η αρχαία λόγια γλώσσα της Ινδίας, μοιάζουν με τα ελληνικά και τα λατινικά τόσο πολύ, ώστε η ομοιότητα δεν μπορεί να είναι τυχαία. Οι τρεις γλώσσες, κατέληγε, πρέπει να προέρχονται από μια κοινή πηγή που ίσως δεν υπάρχει πια. Λίγες δεκαετίες αργότερα, ο Γερμανός Φραντς Μποπ έθεσε τη σύγκριση σε συστηματική βάση και γεννήθηκε η συγκριτική γλωσσολογία.

Τι ακριβώς συγκρίνει αυτή η επιστήμη; Όχι μεμονωμένες λέξεις που απλώς ηχούν παρόμοια, αλλά κανονικές αντιστοιχίες ήχων και γραμματικών τύπων. Το ελληνικό πατήρ, το λατινικό pater, το σανσκριτικό pitár και το αγγλικό father ανήκουν σε μια τέτοια σειρά. Το ίδιο και οι αριθμοί, οι βασικοί όροι συγγένειας, οι καταλήξεις των ρημάτων. Η οικογένεια που προέκυψε από αυτή τη δουλειά ονομάζεται σήμερα ινδοευρωπαϊκή και περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την ελληνική, τις ιταλικές και τις κελτικές γλώσσες, τις γερμανικές, τις σλαβικές, τις ιρανικές και τις ινδοαρικές. Ο κατάλογος του παλαιού εγχειριδίου, με τη «βραχμανική», την περσική, την ελληνική, τη λατινική, την κελτική, την «τευτονική» και τη «σλαυϊκή», είναι στην ουσία σωστός.

Η άλλη οικογένεια, η σημιτική, είχε ήδη όνομα. Τον όρο εισήγαγε το 1781 ο Γερμανός ιστορικός Αύγουστος Λουδοβίκος φον Σλέτσερ, δανεισμένος από τον Σημ, γιο του Νώε, που στο δέκατο κεφάλαιο της Γενέσεως παρουσιάζεται ως γενάρχης πολλών λαών της Εγγύς Ανατολής. Η ονομασία ήταν λοιπόν συμβατική από την αρχή. Στη σημιτική οικογένεια ανήκουν τα ακκαδικά της Βαβυλώνας και της Ασσυρίας, τα αραμαϊκά, τα εβραϊκά, τα φοινικικά, τα αραβικά και η αρχαία γλώσσα της Αιθιοπίας, η γκεέζ. Κοινό τους γνώρισμα είναι, μεταξύ άλλων, οι ρίζες από τρία σύμφωνα, γύρω από τα οποία οργανώνονται οι λέξεις με την εναλλαγή των φωνηέντων.

Εδώ το παλαιό κείμενο κάνει ένα λάθος που αξίζει να σημειωθεί. Τοποθετεί τους Αιγυπτίους ανάμεσα στους λαούς με σημιτική γλώσσα. Η αρχαία αιγυπτιακή, την οποία διάβασε πρώτος ο Σαμπολιόν το 1822, συγγενεύει με τις σημιτικές, όμως πολύ μακρινά. Και οι δύο ανήκουν σε μια ευρύτερη ομάδα που οι γλωσσολόγοι αποκαλούν αφροασιατική, όπου η αιγυπτιακή αποτελεί χωριστό κλάδο.

Δύο γλώσσες από το ίδιο οροπέδιο;

Το πιο εύθραυστο σημείο της παλιάς θεωρίας είναι η ιδέα ότι Σημίτες και Ινδοευρωπαίοι ξεκίνησαν από τον ίδιο τόπο, με τις ίδιες πεποιθήσεις για τον Θεό και τις ίδιες παραδόσεις. Ο συγγραφέας του εγχειριδίου, για να είμαστε δίκαιοι, ομολογεί ότι δεν ξέρει πώς ένας λαός με κοινή θρησκεία κατέληξε να μιλά δύο γλώσσες, ούτε πότε ξεκίνησε η μετοικεσία. Το πρόβλημα όμως είναι βαθύτερο από μια απλή άγνοια λεπτομερειών.

Οι δύο οικογένειες δεν έχουν αποδεδειγμένο κοινό πρόγονο. Υπήρξαν απόπειρες να ενωθούν σε υπερ-οικογένειες, με γνωστότερη τη λεγόμενη «νοστρατική» υπόθεση, που η μεγάλη πλειονότητα των γλωσσολόγων τη θεωρεί αναπόδεικτη. Ακόμη λιγότερο στέκει η κοινή θρησκεία. Ο ινδοευρωπαϊκός ουράνιος θεός πατέρας, που ακούγεται στο ελληνικό Ζεύς πατήρ, στο λατινικό Iuppiter και στο βεδικό Dyaus pitā, δεν έχει αντίστοιχο στις σημιτικές θεότητες. Το Παμίρ, τέλος, ήταν μια από τις πολλές πρόχειρες λύσεις του 19ου αιώνα, που αναζητούσε την «κοιτίδα» κάπου στην Ασία, επηρεασμένη και από τη βιβλική εικόνα των λαών που σκορπίζονται από ένα κέντρο. Κανένα αρχαιολογικό ή γλωσσικό εύρημα δεν το στηρίζει.

Το όνομα «Άριοι» και η κακή του τύχη

Το όνομα που διάλεξε η εποχή για τους Ινδοευρωπαίους είχε μια πραγματική ιστορική βάση. Στα αρχαία ινδικά και ιρανικά κείμενα οι ομιλητές των γλωσσών αυτών ονόμαζαν τον εαυτό τους ā́rya στα βεδικά, airiia στα αβεστικά και ariya στα αρχαία περσικά, όπως εξηγεί το σχετικό λήμμα της Encyclopaedia Iranica. Από την ίδια ρίζα προέρχεται και το όνομα του Ιράν. Ο Ηρόδοτος σημειώνει ότι οι Μήδοι αποκαλούνταν παλαιότερα από όλους Άριοι, ενώ στον κατάλογο του στρατού του Ξέρξη αναφέρει και τους Αρείους, λαό της ανατολικής ιρανικής επικράτειας. Η Αβέστα, το ιερό βιβλίο των ζωροαστρικών, μιλά για την Airyanəm Vaējah, την πρώτη χώρα των Αρίων, και η ινδική γραμματεία για την Aryavarta, τη χώρα όπου κατοικούν οι Άριοι στη βόρεια Ινδία. Πού βρισκόταν η αβεστική Airyanəm Vaējah, κανείς δεν το ξέρει με βεβαιότητα. Η ταύτισή της με το Παμίρ είναι εικασία.

Μέχρι εδώ μιλάμε για τον ινδοϊρανικό κλάδο και μόνο. Ο 19ος αιώνας όμως επέκτεινε το όνομα σε ολόκληρη την οικογένεια και, το χειρότερο, το μετέφερε από τις γλώσσες στους ανθρώπους. Ο Γάλλος κόμης ντε Γκομπινό, στο δοκίμιό του για την ανισότητα των ανθρώπινων φυλών, στα μέσα του αιώνα, μίλησε για ανώτερη «αρία φυλή». Ακόμη και ο Μαξ Μύλλερ, που είχε κάνει τον όρο δημοφιλή, προειδοποίησε αργότερα ότι η μίξη γλωσσολογίας και φυλετικής ανθρωπολογίας είναι επιστημονικό ατόπημα. Η προειδοποίηση δεν εισακούστηκε. Ο εθνικοσοσιαλισμός έκανε την «αρία φυλή» κεντρικό δόγμα του, με γνωστές συνέπειες. Η φράση για τις «άριστες φυλές» του Παμίρ στο ελληνικό εγχειρίδιο ανήκει στο ίδιο κλίμα, έστω και σε αθώα εκδοχή.

Γι’ αυτό η σημερινή γλωσσολογία αποφεύγει τον όρο. Μιλά για ινδοευρωπαϊκές γλώσσες και κρατά το «αρικός», όπου το χρησιμοποιεί, για τον ινδοϊρανικό κλάδο. Και το σημαντικότερο: μια γλωσσική οικογένεια δεν είναι φυλή. Γλώσσες μεταδίδονται, υιοθετούνται, εγκαταλείπονται. Λαοί με εντελώς διαφορετική καταγωγή μπορεί να καταλήξουν να μιλούν συγγενικές γλώσσες, και το αντίστροφο.

Πού βρισκόταν τελικά η κοιτίδα;

Αν όχι στο Παμίρ, τότε πού; Το ερώτημα παραμένει ανοιχτό, αλλά το πεδίο έχει στενέψει. Δύο υποθέσεις κυριάρχησαν για δεκαετίες. Η πρώτη τοποθετεί τους πρώτους ομιλητές της πρωτο-ινδοευρωπαϊκής, της ανασυντεθειμένης δηλαδή μητέρας γλώσσας, στις στέπες βόρεια της Μαύρης Θάλασσας και της Κασπίας, γύρω στην 4η χιλιετία π.Χ. Η δεύτερη τους βλέπει στην Ανατολία, νωρίτερα, και συνδέει την εξάπλωση των γλωσσών με τη διάδοση της γεωργίας.

Τα τελευταία χρόνια μπήκε στη συζήτηση η ανάλυση αρχαίου DNA. Η μελέτη των Haak και συνεργατών, που δημοσιεύθηκε στο Nature το 2015, έδειξε μια μεγάλη μετακίνηση πληθυσμών από τη στέπα προς την κεντρική Ευρώπη πριν από περίπου 4.500 χρόνια και τη θεώρησε στήριγμα για τη στεπική προέλευση τουλάχιστον μέρους των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών της Ευρώπης. Η διατύπωση είναι προσεκτική, και σωστά. Τα γονίδια δεν μιλούν. Δείχνουν ποιοι μετακινήθηκαν και ποιοι αναμείχθηκαν, όχι ποια γλώσσα είχαν στο στόμα τους. Οι ερευνητές συζητούν ακόμη αν η αρχική πηγή βρισκόταν στη στέπα ή νοτιότερα, στην περιοχή του Καυκάσου και της αρμενικής ορεινής ζώνης.

Πότε έφτασε η ελληνική στο Αιγαίο

Η ελληνική είναι από τις παλαιότερες καταγεγραμμένες ινδοευρωπαϊκές γλώσσες. Οι πινακίδες της Γραμμικής Β, από την Κνωσό, την Πύλο και άλλα μυκηναϊκά κέντρα, τη δείχνουν ήδη διαμορφωμένη τον 14ο και 13ο αιώνα π.Χ. Πριν από αυτό η εικόνα θολώνει. Η γλώσσα δεν γεννήθηκε στο Αιγαίο. Έφτασε εκεί κάποια στιγμή, και οι περισσότερες προτάσεις τοποθετούν την άφιξη των πρώτων ελληνόφωνων ή των προγόνων τους στα τέλη της 3ης ή στις αρχές της 2ης χιλιετίας π.Χ., χωρίς ομοφωνία.

Ίχνη των παλαιότερων κατοίκων έχουν μείνει μέσα στην ίδια την ελληνική. Λέξεις και τοπωνύμια με καταλήξεις όπως -νθος και -σ(σ)ος, η Κόρινθος, ο Παρνασσός, ο λαβύρινθος, η Κνωσός, θεωρούνται κληρονομιά γλωσσών που μιλιούνταν στον χώρο πριν από την ελληνική και που δεν γνωρίζουμε σήμερα.

Τη γενετική πλευρά του ζητήματος φώτισε η μελέτη των Lazaridis και συνεργατών το 2017. Σύμφωνα με την περίληψή της, Μινωίτες και Μυκηναίοι ήταν γενετικά συγγενείς και οφείλουν τουλάχιστον τα τρία τέταρτα της καταγωγής τους στους πρώτους νεολιθικούς γεωργούς της δυτικής Ανατολίας και του Αιγαίου. Οι Μυκηναίοι είχαν επιπλέον ένα μικρότερο συστατικό, που συνδέεται είτε με πληθυσμούς της ευρασιατικής στέπας είτε με πληθυσμούς της Αρμενίας. Οι συγγραφείς μιλούν για συνέχεια χωρίς απομόνωση. Η εικόνα ταιριάζει με μια γλώσσα που ήρθε με σχετικά μικρές ομάδες και επικράτησε σε έναν πληθυσμό με βαθιές τοπικές ρίζες, χωρίς να το αποδεικνύει.

Το αγγείο που συνοδεύει το άρθρο προέρχεται από αυτόν τον προελληνικό, κατά πάσα πιθανότητα, κόσμο. Βρέθηκε στο Λιμάνι Πασά, ανάμεσα στο Λαύριο και το Σούνιο, εκτίθεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Λαυρίου και χρονολογείται στην Πρώιμη Εποχή του Χαλκού, με σαφείς κυκλαδικές επιδράσεις. Η Λαυρεωτική είχε ήδη τότε επαφές με τα νησιά απέναντι. Ποια γλώσσα μιλούσαν όσοι έπλασαν και χρησιμοποίησαν αυτό το σφαιρικό δοχείο με τον στενό λαιμό, δεν το ξέρουμε. Το πιθανότερο είναι ότι δεν ήταν ακόμη ελληνικά.