Niccolò dell’Abate: Το Κυνήγι του Ελαφιού

Αναγεννησιακή Σκηνή Κυνηγιού Ελαφιού Με Αυλικούς Ιππείς Και Βάρκες Σε Ποταμό
Στο Κυνήγι Του Ελαφιού, Ο Niccolò Dell’Abate Συνθέτει Αυλικές Μορφές, Άλογα Και Βάρκες Γύρω Από Πλατύ Ποτάμι, Κάτω Από Ουρανό Στο Λυκόφως, Με Οχυρωμένη Πόλη Στο Βάθος.

Το 1550, καθώς ο Niccolò dell’Abate βρισκόταν ακόμη στη βόρεια Ιταλία, λίγο προτού αναχωρήσει οριστικά για τη γαλλική αυλή του Φοντενεμπλό, ολοκλήρωσε το Κυνήγι του Ελαφιού, έναν πίνακα ελαίου σε καμβά διαστάσεων 116 επί 159 εκατοστών, που φυλάσσεται σήμερα στην Galleria Borghese της Ρώμης, στην Αίθουσα της Διδώς, δίπλα στη Δανάη του Correggio και σε έργα του Raffaello. Γεννημένος στη Μόδενα το 1509 και πεθαμένος στη Γαλλία είκοσι χρόνια αργότερα, ο ζωγράφος συνέθεσε εδώ ένα ευρύχωρο τοπίο όπου η κυνηγετική σκηνή λειτουργεί ως αφορμή για μια ευρύτερη αφήγηση γύρω από την αυλική ζωή, το νερό και το φως. Κάτω από πυκνόφυλλα δέντρα που πλαισιώνουν τη σύνθεση σαν φυσικές παραστάδες, ευγενείς μορφές ντυμένες με κόκκινα και κίτρινα υφάσματα παρακολουθούν όσα συμβαίνουν πάνω σε ένα πλατύ ποτάμι, όπου κολυμπά ένα κυνηγημένο ελάφι ανάμεσα σε βάρκες και αναβάτες πάνω σε λευκά άλογα. Μια οχυρωμένη πόλη διαγράφεται θαμπά στο βάθος, μέσα σε μια ατμόσφαιρα γαλαζωπή, σχεδόν ονειρική, χαρακτηριστική της φερραρέζικης τοπιογραφίας του δέκατου έκτου αιώνα. Η απόδοση του έργου δεν υπήρξε πάντα αδιαμφισβήτητη, για δεκαετίες το όνομά του συνυπήρξε στη βιβλιογραφία με άλλα ονόματα της σχολής της Φερράρας, ώσπου η νεότερη έρευνα το σταθεροποίησε οριστικά στον Niccolò dell’Abate.

Το κυνήγι του ελαφιού ως αφήγημα της αναγεννησιακής τέχνης

Το βλέμμα εισέρχεται στη σύνθεση από τους δύο κορμούς που στέκονται στις άκρες του πίνακα, θυμίζοντας παλαιούς φρουρούς, με φλοιό ξεφτισμένο από τον καιρό, ενώ ανάμεσά τους απλώνεται μια βαθιά προοπτική που οδηγεί το μάτι ώς τα τείχη της μακρινής πόλης. Ο ουρανός βάφεται σε αποχρώσεις ροζ και πορτοκαλί προς τη δύση, με σύννεφα βαριά και σκουρόχρωμα να κρέμονται πάνω από τις στέγες, δημιουργώντας μια αντίθεση φωτός που θυμίζει έντονα τη φλαμανδική παράδοση του τοπίου, όπως αυτή είχε ριζώσει στην αυλή της Φερράρας, όπου η οικογένεια Este καλλιεργούσε συστηματικά την εισαγωγή βόρειων προτύπων. Στο πρώτο επίπεδο, μια ομάδα κυριών κάθεται σε χαλαρή διάταξη, η μία με κίτρινο φόρεμα, η άλλη με ροζ, ενώ μπροστά τους ένας αυλικός ντυμένος με κόκκινο και λευκό, με το χαρακτηριστικό ψηλό καπέλο με φτερό, απλώνει το χέρι προς το ποτάμι, λες και περιγράφει στις γυναίκες την πορεία του κυνηγιού. Πίσω του, ιππείς πάνω σε λευκά άλογα περιμένουν υπομονετικά, ενώ ανάμεσά τους ξεχωρίζει μια βάρκα με κωπηλάτες που πλησιάζει το σημείο όπου το ζώο παλεύει με το ρεύμα. Το ζώο παλεύει ασθμαίνοντας. Το νερό δεν αποδίδεται με λεπτομερή σχεδίαση αλλά με γρήγορες, σχεδόν νευρικές πινελιές που υποδηλώνουν την ταραχή της στιγμής χωρίς να την εξαντλούν οπτικά.

Λίγο αργότερα ο ίδιος ζωγράφος θα εγκατέλειπε την Εμίλια για να εργαστεί δίπλα στον Primaticcio στη διακόσμηση του Φοντενεμπλό, μεταφέροντας εκεί αυτή ακριβώς την αίσθηση του απέραντου, ανοιχτού τοπίου που εδώ ακόμη δοκιμάζει σε ιταλικό έδαφος. Η τέχνη του Κυνηγιού του Ελαφιού δεν στέκεται μόνο ως τεκμήριο μιας κυνηγετικής συνήθειας της αριστοκρατίας, στέκεται και ως πείραμα πάνω στο πώς ένα ανθρώπινο δράμα, όσο μικρό κι αν φαίνεται μέσα στην απεραντοσύνη του τοπίου, μπορεί να κρατήσει το βλέμμα του θεατή πολύ αφού έχει ήδη περιπλανηθεί ώς τα μακρινά τείχη της πόλης.