Ομηρικά έπη ονομάζονται τα δύο μεγάλα αφηγηματικά ποιήματα που η αρχαιότητα απέδιδε στον Όμηρο, η Ιλιάδα και η Οδύσσεια. Είναι τα αρχαιότερα σωζόμενα έργα της ελληνικής λογοτεχνίας και συντέθηκαν σε δακτυλικό εξάμετρο, σε μια ποιητική γλώσσα που ουδέποτε μιλήθηκε σε κάποιον συγκεκριμένο τόπο. Κυριαρχεί σε αυτήν η ιωνική διάλεκτος, αναμεμειγμένη όμως με αιολικούς τύπους και με λέξεις τόσο παλαιές, ώστε ούτε οι Αθηναίοι της κλασικής εποχής δεν τις εννοούσαν πάντοτε χωρίς εξήγηση.
Η Ιλιάδα, περίπου 15.700 στίχων, δεν αφηγείται ολόκληρο τον Τρωικό πόλεμο. Περιορίζεται σε λίγες εβδομάδες του δέκατου έτους της πολιορκίας και οργανώνεται γύρω από την οργή του Αχιλλέα, από τη φιλονικία του με τον Αγαμέμνονα έως την παράδοση του νεκρού Έκτορα στον Πρίαμο. Η Οδύσσεια, περίπου 12.100 στίχων, παρακολουθεί τον νόστο, την επιστροφή δηλαδή του Οδυσσέα στην Ιθάκη, και την εκδίκησή του κατά των μνηστήρων. Η διαίρεση καθενός σε εικοσιτέσσερις ραψωδίες είναι κατά πάσα πιθανότητα μεταγενέστερη, έργο των φιλολόγων της ελληνιστικής Αλεξάνδρειας.
Για τον ίδιο τον ποιητή τίποτε βέβαιο δεν γνωρίζουμε. Πολλές πόλεις, με πρώτες τη Σμύρνη και τη Χίο, διεκδικούσαν την καταγωγή του, και οι αρχαίοι «Βίοι του Ομήρου» είναι κατασκευάσματα πολύ μεταγενέστερα. Ο Ηρόδοτος, τον 5ο αιώνα π.Χ., θεωρούσε ότι ο Όμηρος και ο Ησίοδος έζησαν τετρακόσια χρόνια πριν από τον ίδιο. Η σύγχρονη έρευνα τοποθετεί συνήθως τη διαμόρφωση της Ιλιάδας στο δεύτερο μισό του 8ου ή στις αρχές του 7ου αιώνα π.Χ. και της Οδύσσειας λίγο αργότερα. Ακριβέστερη χρονολόγηση οι πηγές δεν επιτρέπουν.
Το ομηρικό ζήτημα
Επί αιώνες τα δύο ποιήματα θαυμάζονταν ως έργα ενός ανδρός. Ήδη όμως στα ελληνιστικά χρόνια ορισμένοι γραμματικοί, όπως ο Ξένων και ο Ελλάνικος, απέδιδαν την Ιλιάδα και την Οδύσσεια σε διαφορετικούς ποιητές. Τους ονόμασαν «χωρίζοντες». Η γνώμη τους έμεινε περιθωριακή και η αλεξανδρινή φιλολογία, με κορυφαίο τον Αρίσταρχο, την απέκρουσε.
Το ζήτημα άνοιξε ξανά στη νεότερη Ευρώπη. Τον 17ο αιώνα ο Γάλλος αββάς d’Aubignac αμφισβήτησε την ύπαρξη ενός και μόνου ποιητή, αλλά η μεγάλη θύελλα ξέσπασε το 1795, όταν ο Γερμανός φιλόλογος Friedrich August Wolf δημοσίευσε στη Χάλλη τα Prolegomena ad Homerum. Ο Wolf υποστήριξε ότι τα έπη πέρασαν από μακρά περίοδο προφορικής μετάδοσης, πριν καταγραφούν και συναρμολογηθούν σε ενιαία σύνολα. Στήριξε την άποψή του και σε μια αρχαία παράδοση, σύμφωνα με την οποία ο Πεισίστρατος, ο τύραννος της Αθήνας τον 6ο αιώνα π.Χ., συγκέντρωσε και διέταξε τα σκόρπια ομηρικά άσματα. Την παράδοση αυτή διασώζει όμως ο Κικέρων, που έγραφε πέντε περίπου αιώνες αργότερα, και η αξιοπιστία της αμφισβητείται έως σήμερα.
Από τον Wolf και εξής οι μελετητές χωρίστηκαν σε δύο στρατόπεδα. Οι «αναλυτές» αναζητούσαν μέσα στο κείμενο τις ραφές, τις αντιφάσεις και τις επαναλήψεις που μαρτυρούσαν, κατά τη γνώμη τους, πολλούς δημιουργούς ή διαδοχικά στρώματα. Ο Karl Lachmann έφτασε να διασπάσει την Ιλιάδα σε σειρά αυτοτελών ασμάτων. Οι «ενωτικοί» υπερασπίζονταν την καλλιτεχνική ενότητα των ποιημάτων και έβλεπαν πίσω τους μία δημιουργική βούληση. Η διαφορά των δύο σχολών, όπως έχει παρατηρηθεί, ήταν μικρότερη απ’ όσο φαινόταν, διότι οι περισσότεροι αναλυτές δέχονταν κάποιον τελικό συνθέτη και οι περισσότεροι ενωτικοί παραδέχονταν μεταγενέστερες προσθήκες. Η αντιπαράθεση πάντως κράτησε ολόκληρο τον 19ο αιώνα και μεγάλο μέρος του 20ού.
Προφορική σύνθεση και γραφή
Τη συζήτηση την έστρεψε σε νέο έδαφος ένας νεαρός Αμερικανός. Ο Milman Parry, στη διδακτορική του διατριβή του 1928, μελέτησε τα σταθερά επίθετα του Ομήρου, εκφράσεις όπως «πόδας ωκύς Αχιλλεύς» ή «ροδοδάκτυλος Ηώς», και έδειξε ότι αποτελούν σύστημα έτοιμων φράσεων, των λεγόμενων «τύπων», που εξυπηρετούν τον αοιδό καθώς συνθέτει τον στίχο την ώρα της εκτέλεσης. Για να ελέγξει τη θεωρία του σε ζωντανή παράδοση, ταξίδεψε στις αρχές της δεκαετίας του 1930 στη Γιουγκοσλαβία και κατέγραψε τους λαϊκούς επικούς τραγουδιστές της. Μετά τον πρόωρο θάνατό του το 1935, το έργο συνέχισε ο μαθητής του Albert Lord, και το υλικό τους σώζεται σήμερα στη Συλλογή Milman Parry του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ. Η λεγόμενη θεωρία της προφορικής σύνθεσης έγινε έκτοτε κοινός τόπος της έρευνας.
Μένει ωστόσο ανοιχτό πώς και πότε τα έπη απέκτησαν γραπτή μορφή. Το ελληνικό αλφάβητο, προσαρμοσμένο από το φοινικικό, χρησιμοποιείται από τον 8ο αιώνα π.Χ., την ίδια περίπου εποχή δηλαδή με τη σύνθεση των επών. Μέσα στην Ιλιάδα μία μόνο φορά γίνεται λόγος για κάτι που μοιάζει με γραφή, όταν ο Προίτος στέλνει τον Βελλεροφόντη στη Λυκία με διπλωμένη πινακίδα και επάνω της χαραγμένα «σήματα λυγρά» (Ζ 168-169). Άλλοι υποστήριξαν ότι ο ποιητής έγραψε ο ίδιος, άλλοι ότι υπαγόρευσε σε γραφέα, άλλοι ότι το κείμενο σταθεροποιήθηκε σταδιακά, μέσα από τις εκτελέσεις των ραψωδών, και καταγράφηκε μόλις τον 6ο αιώνα. Καμία από τις απόψεις δεν έχει επικρατήσει οριστικά.
Ο κόσμος πέρα από την Τροία
Τα ομηρικά έπη ξέρουν πολλά για χώρες μακρινές. Γνωρίζουν την αιγυπτιακή Θήβα με τις εκατό πύλες της (Ι 381-384), τη νησίδα Φάρο μπροστά στις εκβολές του Νείλου, και τον πλούτο μιας χώρας όπου ο Μενέλαος και η Ελένη περιπλανήθηκαν πριν γυρίσουν στη Σπάρτη. Στη ραψωδία δ της Οδύσσειας η Ελένη ρίχνει στο κρασί των συνδαιτυμόνων ένα φάρμακο που διώχνει τη λύπη. Της το είχε χαρίσει η Πολύδαμνα, γυναίκα του Αιγυπτίου Θώνος, και ο ποιητής εξηγεί ότι εκεί η γη βγάζει πάμπολλα βότανα, άλλα σωτήρια και άλλα θανατηφόρα, ενώ καθένας είναι γιατρός, επειδή κατάγονται από τον Παιήονα, τον θεραπευτή των θεών (δ 227-232). Τρεις σχεδόν αιώνες αργότερα ο Ηρόδοτος θα σημείωνε κάτι ανάλογο, ότι η Αίγυπτος ήταν γεμάτη γιατρούς, ο καθένας ειδικευμένος σε μία μόνο ασθένεια.
Η σύμπτωση είναι εντυπωσιακή και ταιριάζει με όσα γνωρίζουμε από τους αιγυπτιακούς ιατρικούς παπύρους, όπως ο πάπυρος Ebers του 16ου αιώνα π.Χ., που καταγράφουν εκατοντάδες συνταγές. Δεν αποδεικνύει όμως ότι ο ποιητής ταξίδεψε ο ίδιος στην Αίγυπτο. Μαρτυρεί μάλλον τη φήμη της χώρας, όπως την έφερναν στο Αιγαίο οι έμποροι, οι μισθοφόροι και οι ναυτικοί.
Περισσότερη συζήτηση προκάλεσε η ασπίδα του Αχιλλέα (Σ 478-608). Ο Ήφαιστος σφυρηλατεί επάνω της ολόκληρο τον κόσμο: μια πόλη σε ειρήνη και μια πόλη σε πόλεμο, όργωμα, θερισμό σε τέμενος βασιλικό, όπου ο βασιλεύς στέκεται σιωπηλός, με το σκήπτρο στο χέρι και χαρά στην καρδιά, τρύγο, κοπάδια και, στο τέλος, χορό νέων και νεανίδων με δύο ακροβάτες να στροβιλίζονται ανάμεσά τους. Στη σκηνή του τρύγου ένα αγόρι παίζει φόρμιγγα και τραγουδά τον θρήνο του Λίνου, ενώ οι υπόλοιποι το ακολουθούν χορεύοντας. Παλαιότεροι μελετητές παρομοίασαν τις εικόνες αυτές με τις αγροτικές σκηνές των αιγυπτιακών τάφων. Η νεότερη έρευνα προτιμά να τις συγκρίνει με την ανατολική μεταλλοτεχνία της εποχής, τα διακοσμημένα κυπροφοινικικά αγγεία και τη γεωμετρική τέχνη. Η ασπίδα, έτσι κι αλλιώς, είναι ποιητικό κατασκεύασμα και κανένα πραγματικό αντικείμενο δεν θα μπορούσε να χωρέσει όσα της αποδίδει ο ποιητής.
Η συνέλευση της ραψωδίας Β
Ιδιαίτερα ζωντανή είναι στη ραψωδία Β της Ιλιάδας η σκηνή της συνέλευσης του στρατού. Ο Αγαμέμνων, παραπλανημένος από ένα όνειρο που του έστειλε ο Δίας, θέλει να επιτεθεί, αποφασίζει όμως πρώτα να δοκιμάσει τη διάθεση των Αχαιών. Συνεννοείται με τους γέροντες ότι θα προτείνει την εγκατάλειψη της Τροίας, και εκείνοι θα συγκρατήσουν τα πλήθη. Το σχέδιο αποτυγχάνει αμέσως. Μόλις τελειώνει τον λόγο του, ο στρατός κινείται σαν τα μεγάλα κύματα του Ικαρίου πελάγους, που τα σηκώνουν ο Εύρος και ο Νότος, και τρέχει προς τα πλοία.
Τότε η Αθηνά, σταλμένη από την Ήρα, βρίσκει τον Οδυσσέα. Εκείνος παίρνει το σκήπτρο του Αγαμέμνονα και γυρίζει τους φυγάδες πίσω, με ήπια λόγια προς τους άρχοντες και με χτυπήματα του σκήπτρου προς τους απλούς πολεμιστές. Στη συνέλευση που ξαναστήνεται υψώνει φωνή ο Θερσίτης, τον οποίο ο ποιητής περιγράφει ως τον ασχημότερο άνδρα που ήλθε στην Τροία, και κατηγορεί με βαρύτατα λόγια τον Αγαμέμνονα για απληστία. Ο Όμηρος δεν του αποδίδει ούτε τίτλο ούτε πατρίδα. Μεταγενέστεροι μυθογράφοι τον συνδέουν με την Αιτωλία. Ο Οδυσσέας τον επιπλήττει, τον χτυπά με το σκήπτρο και οι Αχαιοί, παρά τη δυσφορία τους, γελούν. Ακολουθούν οι λόγοι του Οδυσσέα και του Νέστορα, που θυμίζουν στο πλήθος τους οιωνούς της Αυλίδας και το κάνουν να μείνει.
Η σκηνή διαβάστηκε συχνά ως πρώιμη εικόνα της πολιτικής ζωής των Ελλήνων, ως προαναγγελία δηλαδή των συνελεύσεων όπου αργότερα θα μιλούσαν ο Περικλής και ο Δημοσθένης. Η ερμηνεία έχει βάση, αφού ο βασιλεύς χρειάζεται να πείσει και ο στρατός αντιδρά στον λόγο. Δεν πρέπει ωστόσο να παραβλέπεται ότι η πειθώ συνυπάρχει εδώ με τη βία, και ότι ο μοναδικός απλός άνθρωπος που τολμά να μιλήσει γελοιοποιείται δημόσια.
Η αποθέωση του Ομήρου
Η φήμη του Ομήρου στην ελληνιστική εποχή ήταν τόση, ώστε έφτασε να λατρεύεται σχεδόν ως θεός. Εύγλωττο τεκμήριο αποτελεί το μαρμάρινο ανάγλυφο που φέρει την υπογραφή του γλύπτη Αρχελάου από την Πριήνη της Ιωνίας. Βρέθηκε τον 17ο αιώνα στην Ιταλία, κοντά στις Βοβίλλες, πέρασε στη συλλογή του Palazzo Colonna στη Ρώμη και από το 1819 ανήκει στο Βρετανικό Μουσείο. Το μουσείο το χρονολογεί μεταξύ 225 και 205 π.Χ., στη βασιλεία του Πτολεμαίου Δ’ Φιλοπάτορος, άλλοι μελετητές όμως το κατεβάζουν στον 2ο αιώνα π.Χ.

Η σύνθεση απλώνεται σε τέσσερις ζώνες. Στην κορυφή αναπαύεται ο Δίας και κάτω του, στις πλαγιές ενός βουνού που ταυτίζεται συνήθως με τον Ελικώνα, βρίσκονται η Μνημοσύνη, οι εννέα Μούσες και, μέσα σε σπήλαιο, πιθανότατα ο Απόλλων με τη λύρα του. Στην κάτω ζώνη κάθεται στον θρόνο ο Όμηρος, κρατώντας σκήπτρο και ειλητάριο. Τον στεφανώνουν ο Χρόνος και η Οικουμένη, ενώ γονατισμένες δεξιά και αριστερά του θρόνου είναι οι προσωποποιήσεις της Ιλιάδας και της Οδύσσειας. Μπροστά του ο Μύθος, η Ιστορία, η Ποίηση, η Τραγωδία, η Κωμωδία και άλλες μορφές, με τα ονόματά τους χαραγμένα στο μάρμαρο, προσφέρουν θυσία σε βωμό. Τα λογοτεχνικά είδη, με άλλα λόγια, προσκυνούν τον ποιητή που οι αρχαίοι θεωρούσαν πηγή τους.
Δεξιά, στο ύψος της μεσαίας ζώνης, μια μορφή στέκεται μόνη επάνω σε μικρό βάθρο. Συνήθως αναγνωρίζεται ως άγαλμα κάποιου ποιητή που νίκησε σε αγώνα, και ίσως η νίκη του να ήταν η αφορμή για την οποία φιλοτεχνήθηκε ολόκληρο το ανάγλυφο.