
Το 1801 ο Δανός ζωγράφος Nicolai Abildgaard ολοκλήρωσε στην Κοπεγχάγη έναν πίνακα βασισμένο σε μια σκηνή της ρωμαϊκής κωμωδίας του Τερέντιου, «Ανδρία, η κόρη από την Άνδρο». Λάδι σε καμβά, διαστάσεων 158 επί 129 εκατοστών, το έργο φυλάσσεται σήμερα στο Statens Museum for Kunst της Κοπεγχάγης. Ο καλλιτέχνης, γεννημένος το 1743 στην ίδια πόλη και αποβιώσας το 1809 στο Frederiksdal, βρισκόταν τη χρονιά εκείνη σε ιδιαίτερα παραγωγική περίοδο της ζωγραφικής του πορείας, έχοντας συνδέσει τη ζωή του με τη δεύτερη σύζυγό του, Juliane Marie.
Ο πίνακας είναι ο πρώτος από τέσσερις μεγάλους καμβάδες που ο Abildgaard σχεδίασε ως γαμήλιο δώρο, προορισμένους να κοσμήσουν το διαμέρισμα του ζεύγους στη Βασιλική Ακαδημία Καλών Τεχνών, στο Charlottenborg. Καθένας απεικονίζει διαφορετική στιγμή από την πλοκή της κωμωδίας, όπου ο γέρος Σίμων υποπτεύεται ότι η εγκυμοσύνη της αγαπημένης του γιου του είναι στημένη απάτη με σκοπό να τον εξαναγκάσουν σε γάμο. Η σκηνή που επιλέγει εδώ ο ζωγράφος συλλαμβάνει τη μαμή τη στιγμή που αποχωρεί από το σπίτι της νεαρής μητέρας, ενώ ο Σίμων, μπροστά στον δούλο Δαύλο, εκφράζει φωναχτά τη δυσπιστία του για όλο το γεγονός της γέννας.
Η Μαμή Αποχαιρετά την Κόρη της Άνδρου: η σκηνή στον ρωμαϊκό δρόμο
Ένας στενός δρόμος, φτιαγμένος από πέτρινα κτίρια με κεραμοσκεπές και έναν επιβλητικό ναό με ιωνικούς κίονες στο βάθος, οργανώνει όλη τη σύνθεση σε βάθος προοπτικής. Στο άκρο δεξιά μια αψίδα ανοίγει προς μια δεύτερη, φωτεινότερη πλατεία, όπου ένας άνθρωπος οδηγεί ένα κάρο με άλογο. Πάνω στο γείσο της στέγης, ένα περιστέρι στέκεται ακίνητο, μικρή λεπτομέρεια που δίνει στη σκηνή μιαν ανάσα καθημερινότητας ανάμεσα στην ένταση του προσκηνίου.
Μπροστά, στο κατώφλι του σπιτιού, μια γυναικεία μορφή με πράσινο μανδύα απομακρύνεται βιαστικά, με το ένα χέρι υψωμένο σε χειρονομία αποχαιρετισμού· αυτή είναι η μαμή, που μόλις εγκατέλειψε τον χώρο της γέννας. Από ψηλότερα, σε ένα ανοιχτό παράθυρο, γυναικεία μορφή παρακολουθεί όσα συμβαίνουν στον δρόμο, χωρίς να συμμετέχει σε αυτά. Στο κέντρο, δύο άνδρες κυριαρχούν οπτικά. Ο γεροντότερος, με γενειάδα και πλούσιο κίτρινο ιμάτιο πάνω από γαλάζιο χιτώνα, φέρνει το χέρι κοντά στο πρόσωπό του σε στάση σκέψης βαθιάς, σχεδόν αμηχανίας. Ο Δαύλος, στα δεξιά του, τον συγκρατεί από το ένδυμα με ορμή, το στόμα ανοιχτό στη μέση μιας κραυγής ή μιας διαμαρτυρίας που δεν προφταίνουμε να ακούσουμε. Ανάμεσά τους κυλάει όλη η ένταση της κωμωδίας, χωρίς να χρειάζεται λέξη.
Χρώμα, φως και τεχνική στην τέχνη του Άμπιλγκααρντ
Το φως πέφτει λοξά από τα δεξιά, αφήνοντας το μεγαλύτερο μέρος της πρόσοψης αριστερά σε βαθιά σκιά, εκεί όπου διακρίνεται ένα οβάλ ανάγλυφο με μορφή σατυρική και την επιγραφή «ΠΑΝ» χαραγμένη από κάτω, ίχνος παιχνιδιάρικης λόγιας κουλτούρας. Η παλέτα κινείται σε γήινους τόνους, ώχρες, χρυσαφί, βαθύ πράσινο, με τον ουρανό να ανοίγει σε γαλάζιο και σύννεφα φωτισμένα, τεχνική δανεισμένη από την ολλανδική ζωγραφική του δρόμου του 17ου αιώνα, την οποία ο Δανός καλλιτέχνης γνώριζε καλά. Ο σκύλος στα δεξιά, με το πυκνό γκριζωπό τρίχωμά του, προσθέτει έναν τόνο αφηγηματικής αμεσότητας, σχεδόν αδιάφορος στη διαμάχη των ανθρώπων.
Η αρχιτεκτονική ακρίβεια των κιόνων και του αετώματος προδίδει τη γνώση του Abildgaard γύρω από την αρχαία Ρώμη, αντλημένη εν μέρει από τα χρόνια σπουδών του στην Ιταλία. Ωστόσο δεν πρόκειται για αρχαιολογικό ντοκουμέντο· πρόκειται για σκηνικό θεάτρου, στημένο με σχεδόν σκηνοθετική ακρίβεια γύρω από δύο πρόσωπα που παλεύουν, το ένα με τις υποψίες του, το άλλο με την ανάγκη να τις καταρρίψει. Στη γενικότερη πορεία της τέχνης του βόρειου νεοκλασικισμού, ο πίνακας αυτός στέκεται ως ένα από τα πιο προσωπικά έργα του Abildgaard, γεννημένο μέσα από μια ερωτική σχέση που του χάρισε, ύστερα από έναν πρώτο άτυχο γάμο, νέα θέματα προς εξερεύνηση: την οικογένεια, τη γέννα, την εμπιστοσύνη ανάμεσα σε ανθρώπους που μοιράζονται την ίδια στέγη χωρίς να μοιράζονται πάντα την ίδια αλήθεια.
