Abildgaard: Ο Σίμων και ο πρώην δούλος του Σωσίας

Ο Σίμων Και Ο Σωσίας Σε Ρωμαϊκή Οδό, Έργο Νεοκλασικής Τέχνης Του Abildgaard
Ο Σίμων Συνομιλεί Με Τον Απελεύθερο Σωσία Του Σε Στενή Ρωμαϊκή Οδό, Ανάμεσα Σε Περαστικούς Και Φορτηγά Ζώα, Σε Έργο Τέχνης Γεμάτο Αρχιτεκτονική Λεπτομέρεια

Ένας γέροντας με γένια αραιά και μαλλιά που ασπρίζουν διασχίζει με βήμα γοργό μια στενή οδό, τυλιγμένος σε χιτώνα γαλάζιο κάτω από ώχρα, σχεδόν χρυσαφένια στολή, ενώ ένα μικρό λευκό σκυλί τον ακολουθεί σχεδόν κολλητά στα πόδια του. Πρόκειται για τον Σίμωνα, κεντρικό πρόσωπο της λατινικής κωμωδίας «Ανδρία» του Τερεντίου, όπως τον συνέλαβε ο Νικολάι Άμπιλγκααρτ το 1803, σε λάδι πάνω σε καμβά διαστάσεων εκατόν πενήντα οκτώ επί εκατόν σαράντα δύο εκατοστών, έργο που φυλάσσεται σήμερα στο Statens Museum for Kunst της Κοπεγχάγης. Ο ζωγράφος, γεννημένος στην Κοπεγχάγη το 1743 και αποβιώσας στο Φρέντερικσνταλ το 1809, στάθηκε μια από τις πλέον καθοριστικές μορφές του δανέζικου νεοκλασικισμού, δάσκαλος ολόκληρης γενιάς καλλιτεχνών και άνθρωπος με σπάνια εξοικείωση στην αρχαία γραμματεία.

Η σκηνή διαδραματίζεται σε δρόμο που φαίνεται σκαλισμένος από όγκους αρχαίας Ρώμης, με κτίρια αυστηρής, σχεδόν λιτής γεωμετρίας να στενεύουν προς το βάθος όπου διαγράφεται ναός με πρόσοψη ιωνικών κιόνων και ανάγλυφο αέτωμα, μισοκρυμμένο μέσα σε καπνώδες, γαλαζωπό φως. Δεξιά, ένας άνδρας με σκούρο δέρμα, ντυμένος με λευκό υποκάμισο, στρέφεται προς τον γέροντα με χειρονομία απορίας, το χέρι υψωμένο κοντά στο κεφάλι, ενώ πίσω του κι άλλοι σκυμμένοι, μισόγυμνοι άνθρωποι κουβαλούν φορτία, ένας μάλιστα με πελώριο πλεκτό καλάθι στην πλάτη, στρίβοντας προς μια καμαρωτή είσοδο. Ψηλότερα, σε μπαλκόνι, γυναίκα με κόκκινο μαντίλι σκύβει και παρακολουθεί το σκηνικό, ενώ πουλιά διασχίζουν έναν ουρανό απαλό, σχεδόν γαλατερό, με λίγα σύννεφα να στρώνονται οριζόντια. Δεν πρόκειται για μια εξιδανικευμένη αναπαράσταση της αρχαιότητας μόνο· είναι, πρωτίστως, μια σκηνή καθημερινότητας, όπου δεσπόζοντα κτίρια και ταπεινοί περαστικοί μοιράζονται τον ίδιο χώρο.

Ο Σίμων και ο Σωσίας στη σκιά της ρωμαϊκής πόλης

Στην κωμωδία του Τερεντίου ο Σίμων είναι πατέρας ανήσυχος για τον γάμο του γιου του, και ο Σωσίας ο απελεύθερός του, ο άνθρωπος στον οποίο εμπιστεύεται τις σκέψεις του πριν ακόμη τις μοιραστεί με κανέναν άλλο. Ο Άμπιλγκααρτ επιλέγει να μη ζωγραφίσει τη στιγμή της εξομολόγησης μέσα σε κλειστό χώρο, όπως θα έκανε συνηθέστερα η παράδοση, αλλά να τη μεταφέρει στον δρόμο, ανάμεσα σε αγγελιαφόρους, ζώα φορτίου και περίεργα βλέμματα από τα παράθυρα. Ο γέροντας προχωρά με το βλέμμα καρφωμένο μπροστά, τα χέρια σχεδόν σφιγμένα στο στήθος, σαν να κουβαλά μέσα του κάτι που δεν έχει ακόμη πει· ο νεότερος άνδρας απέναντί του, αντίθετα, έχει το σώμα τεντωμένο προς τα πίσω, την κίνηση μισοανοιχτή, έτοιμη να τραβηχτεί.

Η αρχιτεκτονική ως σκηνική τέχνη

Η αφηγηματική δύναμη του πίνακα οφείλει πολλά στην αρχιτεκτονική. Τα κτίρια δεν λειτουργούν απλώς ως φόντο· οργανώνουν το βλέμμα, το οδηγούν βαθιά μέσα στη σύνθεση, προς τον ναό που φωτίζεται αχνά στο τέλος της οδού, και ταυτόχρονα το επαναφέρουν στους ανθρώπους του πρώτου πλάνου, εκεί όπου η ιστορία πραγματικά συμβαίνει. Πρόκειται για σύνθεση δανεισμένη από τη μακρά παράδοση της ολλανδικής και ιταλικής αρχιτεκτονικής ζωγραφικής, μια τέχνη που ο Άμπιλγκααρτ γνώρισε κατά τα χρόνια της ιταλικής παραμονής του και μετέφερε στο δικό του, βορειοευρωπαϊκό ιδίωμα, με φως πιο συγκρατημένο, χρώματα πιο σκουρόχρωμα, ατμόσφαιρα πιο βαριά. Η θέση κάθε δευτερεύουσας μορφής, από τον άνδρα που οδηγεί το άλογο μέχρι τη γυναίκα στο μπαλκόνι, δεν είναι τυχαία· κάθε μία προσθέτει στρώμα στην αίσθηση μιας πόλης που ζει, εμπορεύεται, κουτσομπολεύει, ενώ δύο άνθρωποι στο κέντρο της συζητούν κάτι πιο σοβαρό απ’ όσα δείχνει η βιασύνη τους.

Ο μικρός σκύλος στα πόδια του Σίμωνος, λεπτομέρεια που θα μπορούσε εύκολα να προσπεραστεί, δίνει στη σκηνή έναν τόνο οικείο, σχεδόν τρυφερό, αντισταθμίζοντας τη μνημειακότητα των κτιρίων γύρω. Είναι σε τέτοιες μικρές, φαινομενικά ασήμαντες παρατηρήσεις που ο Άμπιλγκααρτ αποδεικνύει πόσο προσεκτικά είχε μελετήσει τους δασκάλους της γενικής, αφηγηματικής σκηνογραφίας πριν επιστρέψει στη Δανία και αφοσιωθεί σε έργα με έντονο διδακτικό και λογοτεχνικό υπόβαθρο.