
Ένας γέροντας με λευκά σγουρά μαλλιά και γένια κοιτάζει τον θεατή κατάματα, το πρόσωπο αυλακωμένο από βαθιές ρυτίδες, το βλέμμα σκυθρωπό και συνάμα γαλήνιο. Πρόκειται για τον απόστολο Πέτρο, όπως τον απέδωσε ο άγνωστος με βεβαιότητα, πλην όμως συχνά ταυτιζόμενος με τον Θεόδωρο Αψευδή ζωγράφος που το 1192 ανέλαβε τη διακόσμηση του καθολικού της Μονής Παναγίας του Άρακα, στα Λαγουδερά της Κύπρου, με έξοδα του άρχοντα Λέοντος του Αυθέντη. Η μορφή εντάσσεται σε έναν από τους πλέον ολοκληρωμένους κύκλους μεσοβυζαντινής ζωγραφικής που σώζονται στο νησί, δείγμα της ώριμης κομνήνειας τέχνης με άμεση εξάρτηση από τα πρότυπα της Κωνσταντινούπολης. Ο απόστολος φέρει χρυσωπό φωτοστέφανο με λευκή περίγραμμη γραμμή, ροδόχρωμο χιτώνα κάτω από βαθύ ώχρα ιμάτιο που πέφτει σε βαριές, πλατιές πτυχώσεις, ενώ στο δεξί του χέρι κρατεί ψηλό σταυρωτό ραβδί, σύμβολο της αποστολικής του πορείας. Στο βάθος απλώνεται γαλαζωπό, σχεδόν φυμώδες χρώμα, χαρακτηριστικό της παλέτας του μνημείου. Στα αριστερά της κεφαλής διακρίνεται τμήμα επιγραφής, η αρχή της συνήθους αναγραφής «Ο ΑΓΙ[ΟΣ]», όπως συνηθιζόταν να δηλώνεται η ταυτότητα των αγίων μορφών στη βυζαντινή εικονογραφία. Η εκκλησία, μαζί με εννέα ακόμη τοιχογραφημένες εκκλησίες της οροσειράς του Τροόδους, έχει ενταχθεί από το 1985 στον κατάλογο Μνημείων Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO.
Η απόδοση του Πέτρου στη βυζαντινή τέχνη της Παναγίας Άρακα
Δεν είναι η αυστηρή, σχεδόν άυλη ιερατικότητα των παλαιότερων μεσοβυζαντινών προτύπων που κυριαρχεί εδώ. Στο πρόσωπο του Πέτρου, τον ζωγράφο τον απασχόλησε κάτι πιο ανθρώπινο, πιο κοντά στην εμπειρία της ηλικίας και του κόπου. Οι ρυτίδες στο μέτωπο, οι βαθιές κόγχες γύρω από τα μάτια, η πυκνή γενειάδα με τις σγουρές μπούκλες που κατεβαίνουν συμμετρικά ώς τους ώμους, όλα αυτά συνθέτουν έναν τύπο κεφαλής παγιωμένο ήδη από παλαιοχριστιανικά χρόνια για τον πρωτοκορυφαίο απόστολο, εδώ όμως αποδοσμένο με ιδιαίτερη πλαστικότητα. Το βλέμμα δεν αναζητά τον θεατή με τρόπο απόμακρο· τον αντικρίζει, σχεδόν τον εξετάζει. Γύρω από τον λαιμό διακρίνεται λεπτή γραμμή σκίασης που δίνει όγκο στον αυχένα, ενώ ο χιτώνας, βαμμένος σε έντονο ροζ, αντιπαρατίθεται στο γήινο ώχρα του ιματίου με τρόπο που τονίζει τη σωματικότητα της μορφής κάτω από το ύφασμα.
Το ραβδί που κρατά, ψηλό, λεπτό, απολήγον σε σταυρό, δεν αποτελεί απλό εικονογραφικό συμπλήρωμα. Λειτουργεί ως δηλωτικό της αποστολικής ιδιότητας, της περιπλάνησης και του κηρύγματος που συνόδευσε τη ζωή των μαθητών μετά την Ανάσταση. Στην κύπρια αυτή τοιχογραφία, όπως και σε άλλα μνημεία της περιόδου, η ένταξη τέτοιων μορφών σε ολόσωμες ή σχεδόν ολόσωμες παραστάσεις γύρω από τον κυρίως ναό αντανακλά ένα ευρύτερο πρόγραμμα, όπου κάθε απόστολος καταλαμβάνει θέση συνυφασμένη με τη λειτουργική τάξη του χώρου. Το γαλαζωπό βάθος, χωρίς αρχιτεκτονικά ή τοπιογραφικά στοιχεία, αφήνει τη μορφή να προβάλλεται με ένταση, σχεδόν σαν αυτόνομη εικόνα.
Η επιγραφή που σώζεται αποσπασματικά πάνω από τον ώμο ακολουθεί τη συνήθη πρακτική αναγραφής του τίτλου «άγιος» πριν από το κύριο όνομα, πρακτική που στην κύπρια μνημειακή ζωγραφική του τέλους του 12ου αιώνα διατηρεί ακόμη τη λόγια, συντομογραφημένη μορφή της. Οι μελετητές που έχουν ασχοληθεί με το σύνολο των τοιχογραφιών της Παναγίας Άρακα εντοπίζουν σε έργα σαν κι αυτό μια από τις πιο πειστικές μαρτυρίες της ύστερης κομνήνειας ζωγραφικής, εκεί όπου το ενδιαφέρον για τον ανθρώπινο χαρακτήρα των εικονιζόμενων προσώπων συνυπάρχει, χωρίς αντίφαση, με την ιεραρχική τους αξιοπρέπεια. Ο απόστολος Πέτρος, γερασμένος, σοβαρός, με το βλέμμα προσηλωμένο, παραμένει ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά δείγματα αυτής της ζωγραφικής ευαισθησίας που άνθισε στην Κύπρο στα τέλη του 12ου αιώνα.
