Άγιοι Βατοπεδινοί: εικόνα από τη Μονή Βατοπεδίου

Φορητή Εικόνα Αγίων Βατοπεδινών, Μεταβυζαντινή Τέχνη, Μονή Βατοπεδίου
Η Εικόνα Των Αγίων Βατοπεδινών Απεικονίζει Δέκα Μοναχούς Και Έναν Ιεράρχη Γύρω Από Τη Θεοτόκο, Έργο Μεταβυζαντινής Τέχνης Της Μονής Βατοπεδίου.

Δέκα μοναχοί σε δύο σειρές και ένας ιεράρχης στο κέντρο, σε μεγαλύτερη κλίμακα από τους υπόλοιπους, συνθέτουν την παράσταση αυτής της φορητής εικόνας που φυλάσσεται στην Ιερά Μονή Βατοπεδίου του Αγίου Όρους και χρονολογείται στον 19ο αιώνα. Η επιγραφή στο πάνω μέρος του πίνακα ονομάζει το σύνολο των μορφών Αγίους Βατοπεδινούς, εκείνους δηλαδή τους ασκητές που η μοναστική παράδοση της μονής συνδέει με την ιστορία, τη διακυβέρνηση και την πνευματική της υπόσταση, σύναξη που η ίδια η αδελφότητα τιμά με ιδιαίτερη ακολουθία κάθε χρόνο. Στο ανώτερο τμήμα της σύνθεσης, ανάμεσα σε πυκνά σύννεφα, δεσπόζει η Θεοτόκος με τον Χριστό στην αγκαλιά της, πλαισιωμένη από δύο πτερωτούς αρχαγγέλους που στρέφονται προς εκείνη σε στάση δέησης, ενώ μικρά κεφάλια αγγέλων διάσπαρτα στο βάθος συμπληρώνουν την ουράνια ζώνη της παράστασης. Οι δύο κατώτερες σειρές φιλοξενούν τους μοναχούς, ντυμένους με σκούρους αναχωρητικούς μανδύες, τους περισσότερους με λευκά ή γκριζωπά γένια, με το φωτοστέφανο να πλαισιώνει κάθε πρόσωπο ξεχωριστά. Ανάμεσά τους, ο ιεράρχης στέκεται με πλήρη επισκοπικά άμφια, κρατώντας κλειστό Ευαγγέλιο, στοιχείο που τον διακρίνει αμέσως από τη λιτότητα των υπολοίπων μορφών.

Η σύνθεση της εικόνας των Βατοπεδινών Αγίων

Στο βάθος του ουράνιου τμήματος διαβάζονται δυσδιάκριτα πλέον τα συνηθισμένα συντετμημένα ΜΡ ΘΥ πλάι στη μορφή της Θεοτόκου και ΙΧ ΧΡ δίπλα στο βρέφος Χριστό, επιγραφές που η αγιογραφική τέχνη αναπαρήγαγε σχεδόν αμετάβλητες επί αιώνες. Οι δύο άγγελοι, με τα φτερά ανοιχτά και τα ενδύματα σε έντονο κόκκινο και πράσινο, δεν πλαισιώνουν απλώς τη σκηνή· γέρνουν προς το κέντρο, με τα χέρια σε δέηση, θαρρείς και μεσιτεύουν οι ίδιοι στην ουράνια σύναξη που εκτυλίσσεται από κάτω τους. Ανάμεσά τους και γύρω, μικρά φτερωτά κεφάλια, χρωματισμένα σε ώχρες που σχεδόν χάνονται στο βαθύ γκριζογάλανο του βάθους, πυκνώνουν την αίσθηση του θείου πλήθους χωρίς να διεκδικούν ατομική παρουσία.

Στην πρώτη σειρά των μοναχών, η μορφή στο αριστερό άκρο κρατά στα χέρια της μια μικρή εικόνα της Θεοτόκου, χειρονομία που δηλώνει ιδιαίτερη αφοσίωση στη Μητέρα του Θεού και λειτουργεί, ταυτόχρονα, ως εικόνα μέσα στην εικόνα. Ο διπλανός του φέρει στην παλάμη ένα σκοτεινόχρωμο, στρογγυλό αντικείμενο, ίσως κρανίο, από εκείνα που η ασκητική παράδοση συνέδεε με τη διαρκή μελέτη του θανάτου. Στο κέντρο της ίδιας σειράς, ανοιχτός πάπυρος με στίχους πλέον δυσανάγνωστους μαρτυρεί την οικειότητα των μοναχών με τον γραπτό λόγο, ενώ οι δύο τελευταίοι στέκονται με τα χέρια ενωμένα, σε στάση προσευχής που δεν χρειάζεται περαιτέρω ερμηνεία.

Γύρω από τον ιεράρχη οργανώνεται η δεύτερη, κατώτερη σειρά· μεγαλύτερος σε κλίμακα εκείνος, όπως όριζε η ιεραρχική προοπτική της βυζαντινής και της μεταβυζαντινής τέχνης, όπου το μέγεθος δήλωνε τη σπουδαιότητα και όχι την απόσταση. Φορεί λευκό ωμοφόριο με μαύρους σταυρούς πάνω σε πλούσιο σάκκο βαθυκόκκινου και χρυσού χρώματος, στολισμένο με άνθη και γεωμετρικά σχήματα, ενώ στο κεφάλι φέρει επίσημη μίτρα σε σχήμα στέμματος. Στα χέρια του κρατά κλειστό Ευαγγέλιο με πολύτιμο εξώφυλλο, σύμβολο του διδακτικού του αξιώματος. Δεξιά και αριστερά του, τέσσερις ακόμη μοναχοί, με γένια λευκά ή σταχτιά, κρατούν ξεδιπλωμένους πάπυρους όπου διακρίνονται αποσπασματικά γράμματα, δίχως όμως να επιτρέπουν συνεχή ανάγνωση.

Μεταβυζαντινή τέχνη και μοναστική ταυτότητα

Η εικόνα αυτή ανήκει σε μια μακρά αγιορειτική παράδοση εικαστικής αφήγησης της τοπικής αγιότητας, όπου κάθε μονή συνέθετε το δικό της πάνθεον από πρόσωπα που πέρασαν από τους διαδρόμους και τα κελιά της. Η μεταβυζαντινή τέχνη του 19ου αιώνα, λιγότερο αυστηρή στους κανόνες από την παλαιολόγεια ζωγραφική αλλά πιστή στα βασικά της πρότυπα, διατήρησε τη σύμβαση των δύο συμμετρικών σειρών, την ενιαία χρωματική επιφάνεια του βάθους και τον χρυσό φωτισμό των φωτοστεφάνων, στοιχεία που ανάγονται αιώνες πίσω, στις μνημειακές συνθέσεις των βυζαντινών ναών.

Ανάμεσα στους τιμώμενους περιλαμβάνονται συνήθως οι τρεις κτήτορες της μονής, ασκητές από τη Θράκη που εγκαταστάθηκαν στον Άθω τον 10ο αιώνα, καθώς και μεταγενέστεροι ηγούμενοι, γέροντες και δάσκαλοι της μοναχικής ζωής, όσων η μνήμη παρέμεινε ζωντανή στην προφορική και τη γραπτή παράδοση της αδελφότητας. Η ίδια η Μονή γιορτάζει έως σήμερα τη σύναξή τους με αγρυπνία και πανηγυρική λειτουργία· γεγονός που εξηγεί γιατί μια τέτοια εικόνα, δίχως εξέχουσα καλλιτεχνική υπογραφή, φιλοτεχνήθηκε με τόση επιμέλεια για την κοινή τους μνήμη.

Ο ανώνυμος ζωγράφος δεν επιδίωξε καινοτομία. Αντέγραψε, με τον τρόπο που το έκαναν γενιές αγιογράφων πριν από αυτόν, μια σύνθεση που όφειλε να παραμείνει αναγνωρίσιμη σε κάθε μοναχό που θα στεκόταν μπροστά της, γνωρίζοντας τα πρόσωπα έναν έναν, σχεδόν όπως θα αναγνώριζε τα πρόσωπα της ίδιας του της αδελφότητας.