
Ο απόστολος Παύλος εικονίζεται φαλακρός, με μακριά σκουρόχρωμη γενειάδα και πρόσωπο βαθιά χαραγμένο, σε τοιχογραφία του καθολικού της Παναγίας του Άρακα, στο ορεινό χωριό Λαγουδερά της Κύπρου. Το έργο ανήκει στη μεγάλη διακόσμηση που, σύμφωνα με κτητορική επιγραφή πάνω από τη βόρεια είσοδο του ναού, χρηματοδότησε τον Δεκέμβριο του 1192 ο Λέων ο Αυθέντης. Η έρευνα αποδίδει το σύνολο, αν και όχι με απόλυτη βεβαιότητα, στον ζωγράφο Θεόδωρο Αψευδή, τον ίδιο καλλιτέχνη που είχε ήδη ζωγραφίσει, μια δεκαετία νωρίτερα, την Εγκλείστρα του Αγίου Νεοφύτου στην Πάφο.
Στο πρόσωπο του αποστόλου η ηλικία δεν αποδίδεται ως φθορά αλλά ως πνευματική ωριμότητα. Το βλέμμα, στραμμένο ελαφρώς προς τα πάνω, συνοδεύεται από ανασηκωμένα φρύδια που δίνουν στην έκφραση κάτι ανάμεσα στην έκσταση και τη σκέψη. Το δεξί χέρι, μισάνοιχτο, σχηματίζει χειρονομία λόγου, ενώ το αριστερό συγκρατεί τυλιγμένο κώδικα με ορατή την επιγραφή «ΑΔΕΛΦΟΙ», λέξη που παραπέμπει ευθέως στον τρόπο με τον οποίο ανοίγουν πολλές από τις επιστολές του. Ο χιτώνας σε απόχρωση ρόδινου καλύπτεται εν μέρει από ιμάτιο λευκό, πλούσιο σε πτυχώσεις που πέφτουν στον αριστερό ώμο και τυλίγονται γύρω από τον βραχίονα με σχεδόν γραμμική ακρίβεια.
Οι τοιχογραφίες αυτές συγκαταλέγονται στις πληρέστερα σωζόμενες σειρές μέσης βυζαντινής ζωγραφικής στην Κύπρο και αντανακλούν τις καλλιτεχνικές τάσεις της πρωτεύουσας της αυτοκρατορίας.
Η βυζαντινή τέχνη πίσω από την τοιχογραφία του Αποστόλου Παύλου
Το ύφος ανήκει σε ό,τι η έρευνα ονομάζει ύστερη κομνήνεια τεχνοτροπία, φάση της βυζαντινής τέχνης όπου η μορφή αποκτά αυξημένη εκφραστικότητα χωρίς να χάνει τη γεωμετρική της πειθαρχία. Τα ενδύματα δεν είναι απλώς κάλυμμα του σώματος· λειτουργούν σχεδόν ως ανεξάρτητο σχέδιο, με τις πτυχές να οργανώνονται σε παράλληλες γραμμές που φωτίζονται απότομα, δημιουργώντας την εντύπωση κίνησης πάνω σε επιφάνεια ακίνητη. Το φωτοστέφανο, βαθύ ώχρα με σκουρότερο περίγραμμα, απομονώνει το κεφάλι από τον γκριζοπράσινο βάθος χωρίς να το αποκόπτει εντελώς από αυτόν, καθώς η σκιά στο κάτω μέρος του προσώπου συνεχίζει οπτικά μέσα στο φως του κύκλου.
Δεν είναι τυχαία η επιλογή της χειρονομίας. Στην εικονογραφική παράδοση των αποστόλων, η ανοιχτή παλάμη με τα δύο δάχτυλα σε στάση ομιλίας δηλώνει τη διδασκαλία, τη μετάδοση του λόγου προς όσους ακούν αλλά δεν εικονίζονται. Παύλος δεν κρατά κλειδιά ούτε φέρει τα χαρακτηριστικά της γεροντικής, στρογγυλής γενειάδας που ταυτίζει καθιερωμένα τον Πέτρο· η δική του, μυτερή και μακριά, μαζί με το ψηλό, γυμνό μέτωπο, αποτελούν σταθερά της εικονογραφίας του σχεδόν σε κάθε μνημείο της περιόδου.
Πάνω δεξιά διακρίνεται τμήμα επιγραφής, δυσανάγνωστο σε μεγάλο βαθμό, που πιθανότατα δήλωνε το όνομα του αγίου, όπως συνηθιζόταν σε παρόμοιες μορφές. Η γραφή αυτή, μαζί με την επιγραφή στον κώδικα, συνέθετε για τον πιστό της εποχής μια οικεία, σχεδόν προφορική σχέση με το πρόσωπο του αποστόλου, ο οποίος στέκεται εδώ όχι ως απόμακρο σύμβολο αλλά ως δάσκαλος εν μέσω λόγου.
Στο σύνολο των τοιχογραφιών της Παναγίας του Άρακα, η μορφή του Παύλου δεν ξεχωρίζει για το μέγεθος ή τη θέση της. Ξεχωρίζει για την ένταση που κατορθώνει να συμπυκνώσει σε λίγες γραμμές χρώματος, κληρονομιά μιας τέχνης που στα τέλη του δωδέκατου αιώνα είχε ήδη μάθει να μιλά για την ψυχή μέσα από το πρόσωπο.
