
Ένα τοπίο απλώνεται σε δύο αντίθετους καιρούς, τη στιγμή που ο πίνακας αποτυπώνει την αρπαγή. Ζωγράφισε το έργο γύρω στο 1570 ο Niccolò dell’Abbate, ζωγράφος γεννημένος στη Μοδένα το 1509, ο οποίος πέθανε στο Φοντενεμπλό το 1571 αφού είχε συνδέσει το τελευταίο μέρος της ζωής και της τέχνης του με τη διακόσμηση των γαλλικών βασιλικών ανακτόρων. Ο καμβάς, με τίτλο Η Αρπαγή της Περσεφόνης, μετρά 196 επί 220 εκατοστά και φυλάσσεται σήμερα στο Μουσείο του Λούβρου. Από τον αρχαίο μύθο της Περσεφόνης, κόρης της Δήμητρας, αντλείται το θέμα, την οποία ο θεός του κάτω κόσμου αρπάζει ενώ εκείνη μαζεύει λουλούδια σε λιβάδι μαζί με τις συντρόφισσές της. Στο κέντρο του έργου ο δημιουργός τοποθετεί δύο κόσμους που συγκρούονται, από τη μία η ειδυλλιακή ηρεμία μιας ομάδας νεαρών γυναικών, από την άλλη η βίαιη διακοπή της, με τον απαγωγέα να τρέχει προς το άρμα του. Γύρω τους, μια απέραντη τοπιογραφία με λίμνη, πόλεις και βουνά χάνεται στον ορίζοντα, ενώ πάνω από όλα αυτά ένας ουρανός φορτωμένος με μαύρα σύννεφα προαναγγέλλει τη μεταστροφή του φυσικού σκηνικού σε σκηνή τρόμου. Η τεχνική παραμένει εκείνη της ελαιογραφίας σε καμβά, με λεπτές διαβαθμίσεις χρώματος που προδίδουν την επιρροή της σχολής της Φοντενεμπλό και εμμέσως του Correggio, στην κομψότητα των κορμιών και στη ρευστότητα της κίνησης.
Η δραματική σύνθεση της Αρπαγής της Περσεφόνης
Στη δεξιά πλευρά του πίνακα ο θεός, με σκούρα μαλλιά και γυμνασμένο κορμί ντυμένο μόνο με ένα κόκκινο ύφασμα γύρω στη μέση, ανεβαίνει τρέχοντας σε βραχώδες μονοπάτι κρατώντας στην αγκαλιά του την Περσεφόνη, η οποία φορά ρόδινο πέπλο και έχει το ένα χέρι τεντωμένο πίσω, προς τον χαμένο κόσμο που εγκαταλείπει. Πάνω από τους δύο διακρίνεται μια μικρότερη μορφή, ίσως συνοδός ή θεϊκή παρουσία που κατευθύνει την πορεία τους προς το άρμα, του οποίου τα άλογα διαγράφονται αχνά στην κορυφή του βράχου, δεξιά. Η κίνηση αυτή, γρήγορη και ασταθής, έρχεται σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει στην απέναντι πλευρά. Εκεί, πέντε νεαρές γυναίκες αντιδρούν η καθεμία διαφορετικά στην απώλεια της συντρόφισσάς τους. Δύο γυμνές μορφές τεντώνουν τα χέρια προς τα εμπρός σε χειρονομία απόγνωσης, μία τρίτη, ντυμένη σε ανοιχτό ρόδινο, σκύβει χαμηλά, σχεδόν λυγισμένη στα γόνατα, σαν να προσπαθεί να μαζέψει ό,τι έχει σκορπίσει από το πλεγμένο καλάθι με τα λουλούδια, μία τέταρτη, με λευκό ένδυμα, γονατίζει ακόμη πιο κοντά στο έδαφος, με το χέρι υψωμένο στον αέρα. Καμία τους δεν κοιτάζει προς την ίδια κατεύθυνση, και αυτή η ασυμφωνία των βλεμμάτων μεταφέρει την αναστάτωση καλύτερα από κάθε μεμονωμένη έκφραση προσώπου. Στο κάτω δεξιό άκρο της απεικόνισης, μισοβυθισμένη σε νερό, μια γυναικεία μορφή παρακολουθεί σχεδόν αδιάφορη τη σκηνή, το σώμα της ξαπλωμένο, το ένα χέρι ακουμπισμένο σε βράχο. Πρόκειται πιθανότατα για προσωποποίηση πηγής ή ποταμού, ίσως της Κυάνης, νύμφης που κατά την παράδοση αντιτάχθηκε στον Άδη και μεταμορφώθηκε σε νερό επειδή δεν κατάφερε να τον σταματήσει. Η παρουσία της εδώ λειτουργεί ως σιωπηλός μάρτυρας, σχεδόν σαν προφητεία της ίδιας της τύχης που περιμένει.
Το τοπίο και η τέχνη του μανιερισμού στο φόντο
Το πίσω πλάνο του δημιουργήματος έχει τη δική του αξία. Μια λίμνη με μικρά πλοιάρια, κτίσματα σκορπισμένα στις όχθες, ένας μοναχικός διαβάτης πάνω σε δρόμο που χάνεται στο βάθος, όλα αυτά συνθέτουν μια τοπιογραφία που κληρονομεί τη φαντασία της βορειοϊταλικής και της γαλλικής ζωγραφικής παράδοσης, όπου η φύση λειτουργεί ως συνομιλητής του μύθου. Πάνω από αυτόν τον κόσμο, τα σύννεφα σωρεύονται σκούρα και βαριά, με ένα φως που διαπερνά μόνο σε μια χαραμάδα προς τα αριστερά, εκεί όπου η θάλασσα ακόμη λάμπει, σαν η φύση να μην έχει προλάβει να καταλάβει τι συνέβη. Η τέχνη του Niccolò dell’Abbate σε αυτό το έργο συνδυάζει την κλασική ισορροπία της ιταλικής παράδοσης με μια νευρικότητα γραμμής που προαναγγέλλει το ύφος της σχολής της Φοντενεμπλό, όπου ο καλλιτέχνης θα περάσει τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Οι μορφές, επιμήκεις και ελαφρώς στριφογυριστές στη στάση τους, οφείλουν πολλά στην αιμιλιανή ζωγραφική του Correggio και του Παρμιτζανίνο, ενώ η αφηγηματική πυκνότητα της σκηνής, με πολλαπλά επεισόδια να εκτυλίσσονται ταυτόχρονα, δείχνει έναν καλλιτέχνη εξοικειωμένο με τη ρητορική της ιταλικής τοιχογραφίας. Αυτό που μένει τελικά από τη συγκεκριμένη θέαση είναι η στιγμή πριν την οριστική διάσπαση, όταν το λιβάδι είναι ακόμη λιβάδι και ο ουρανός δεν έχει σκάσει ακόμη σε βροχή.
