
Σε ένα πλευρικό παρεκκλήσιο του καθολικού της Μονής Οσίου Λουκά, στη Βοιωτία, σώζεται μια βυζαντινή τοιχογραφία που απεικονίζει τον Χριστό τη στιγμή που πλησιάζει τον Ιωάννη τον Πρόδρομο στις όχθες του Ιορδάνη, λίγο πριν από τη Βάπτιση. Η σύνθεση, γνωστή ως Συνάντηση του Χριστού με τον Πρόδρομο, χρονολογείται στο τρίτο τέταρτο του 11ου αιώνα και κοσμεί την ανώτερη ζώνη του νοτιοδυτικού παρεκκλησίου, ακριβώς πάνω από την παράσταση της Βάπτισης. Ο τεχνίτης παραμένει ανώνυμος, κάτι σύνηθες για το μεγαλύτερο μέρος της μνημειακής ζωγραφικής εκείνης της περιόδου, όμως το χέρι που σχεδίασε τη μορφή γνώριζε καλά τα πρότυπα της κωνσταντινοπολίτικης τέχνης.
Εδώ θα σταθούμε αποκλειστικά στη μορφή του Χριστού, όπως αποδίδεται στο κέντρο της σύνθεσης, όρθιος, με το ειλητό του Νόμου στο ένα χέρι και την ευλογία υψωμένη στο άλλο.
Η βυζαντινή τοιχογραφία του Χριστού στον Όσιο Λουκά
Ο Χριστός στέκεται όρθιος πάνω σε πράσινο έδαφος, με φόντο ένα βαθύ σκούρο μπλε που απορροφά κάθε λεπτομέρεια του χώρου γύρω του. Το ιμάτιο, σε σκουρόχρωμες αποχρώσεις του γκρι και του μπλε, πέφτει σε πτυχώσεις που ο ζωγράφος αποδίδει με γραμμές σχεδόν γραφικές, τονισμένες κατά τόπους με ώχρα, ώστε να δηλωθεί ο όγκος του σώματος κάτω από το ύφασμα. Με το δεξί χέρι υψωμένο σε ευλογία και το αριστερό, που κρατά το λευκό ειλητό του Νόμου, ακουμπισμένο στο στήθος, η μορφή προχωρά αργά προς τον Πρόδρομο, τα πόδια της, υποδεδεμένα με σανδάλια, μόλις αγγίζουν το πράσινο χώμα. Πλάι στη σύνθεση, γραμμένη με κεφαλαία βυζαντινά γράμματα, μια σύντομη επιγραφή αποδίδει αποσπάσματα από τον ευαγγελικό διάλογο της Βάπτισης, ενώ πάνω δεξιά διακρίνεται η σύντμηση του ονόματος του Χριστού.

Λεπτομέρεια: το πρόσωπο και η ευλογία σε μια σύνθεση υψηλής τέχνης
Στη λεπτομέρεια του προσώπου, τα μακριά μαλλιά πέφτουν κυματιστά στους ώμους, πλαισιώνοντας ένα πρόσωπο επίμηκες, με βαθουλωμένα μάτια και σφιγμένα χείλη κάτω από μουστάκι και δίχαλη γενειάδα. Το βλέμμα, στραμμένο ελαφρώς πλάγια, δεν αναζητά τον θεατή αλλά φαίνεται προσηλωμένο κάπου πέρα από τη σκηνή. Το φωτοστέφανο πίσω του, σε βαθύ κόκκινο με χρυσαφί σταυρό διάστικτο από στρογγυλούς λίθους, δίνει στη μορφή μια οπτική βαρύτητα που ισορροπεί με τη λεπτότητα των δαχτύλων του δεξιού χεριού, μισάνοιχτα σε χειρονομία ευλογίας.
Η φθορά του χρόνου, ορατή στις γρατζουνιές και στις μικρές οπές του κονιάματος, δεν αναιρεί τη σαφήνεια της σύνθεσης, ούτε την ακρίβεια με την οποία αποδόθηκε η κίνηση του σώματος και η έκφραση του προσώπου, στοιχεία που μαρτυρούν την ωριμότητα της μεσοβυζαντινής ζωγραφικής παράδοσης στα τέλη του 11ου αιώνα.
