
Ένα γυμνό ανδρικό σώμα, διπλωμένο σχεδόν στα δύο πάνω σε δέρμα λεοπάρδαλης, γεμίζει το μεγαλύτερο μέρος του καμβά στον Πληγωμένο Φιλοκτήτη, έργο που ο Δανός ζωγράφος Nicolai Abildgaard ολοκλήρωσε το 1775 στη Ρώμη, σε λάδι πάνω σε καμβά διαστάσεων 123 επί 178 εκατοστών. Σήμερα φυλάσσεται στο Statens Museum for Kunst, την εθνική πινακοθήκη της Δανίας στην Κοπεγχάγη. Ο μυθικός ήρωας του Τρωικού κύκλου, εγκαταλελειμμένος από τους συντρόφους του στη Λήμνο εξαιτίας πληγής στο πόδι που αρνιόταν να επουλωθεί, στρέφει το κορμί με κίνηση σχεδόν σπασμωδική, το πρόσωπο γυρισμένο προς τα πίσω, το βλέμμα καρφωμένο στο ίδιο του το άκρο. Δίπλα του μια φαρέτρα με βέλη ακουμπά στον βράχο, ένα γαλάζιο κορδόνι ξεφεύγει μέσα από το δέρμα του ζώου, και πίσω διαγράφεται πέτρινη πλάκα με χαράγματα που μιμούνται αρχαία επιγραφή.
Γραμμένος στη διάρκεια της πενταετούς παραμονής του καλλιτέχνη στη Ρώμη, με υποτροφία της Ακαδημίας Καλών Τεχνών της Κοπεγχάγης, ο πίνακας ανήκει στα πρώτα ώριμα έργα του και μαρτυρεί μια γενιά ζωγράφων που αναζητούσε διέξοδο από τη γαλήνια αυστηρότητα του ακαδημαϊκού νεοκλασικισμού. Το σώμα εδώ δεν λειτουργεί ως άψογο ηρωικό πρότυπο, κουβαλά όλο το βάρος του πόνου, δανεισμένο σε μεγάλο βαθμό από την πλαστικότητα του Belvedere Torso, του διάσημου ελληνιστικού γλυπτού που ο Abildgaard είχε μελετήσει επισταμένα στο Βατικανό.
Η σύνθεση του Πληγωμένου Φιλοκτήτη
Σε διαγώνιο άξονα που διασχίζει το εικαστικό πεδίο, ο Φιλοκτήτης γονατίζει με το ένα γόνατο στηριγμένο στο δέρμα και το άλλο πόδι τραβηγμένο προς το χέρι που το κρατά σφιχτά, σε στάση όπου η ραχοκοκαλιά συστρέφεται τόσο ώστε η πλάτη να παρουσιάζεται σχεδόν εξ ολοκλήρου στον θεατή, ενώ το πρόσωπο κοιτάζει αντίθετη κατεύθυνση. Η μακριά κόμη τινάζεται προς τα πίσω, το μόνο στοιχείο σε κίνηση ανάμεσα σε τόσα ακίνητα. Η αντίθεση ανάμεσα στην ηρεμία του κυρίως όγκου του σώματος και στη σχεδόν βίαιη στροφή του κεφαλιού συνοψίζει τη λογική ολόκληρου του έργου, ένα σώμα εκπαιδευμένο στους κανόνες της κλασικής αναλογίας, καλούμενο να εκφράσει κάτι που εκείνη δεν προέβλεπε ποτέ. Το φως πέφτει σχεδόν αποκλειστικά στο γυμνό δέρμα, αφήνοντας το φόντο βυθισμένο σε πράσινα και καφέ τόσο σκούρα που μοιάζουν μαύρα.
Το δέρμα, η φαρέτρα και η πέτρινη επιγραφή
Τα αντικείμενα γύρω από τον ήρωα λειτουργούν ως προϊστορία της σκηνής. Το δέρμα της λεοπάρδαλης παραπέμπει στη ζωή του κυνηγού, στην άγρια φύση όπου ο Φιλοκτήτης έμεινε τόσα χρόνια μόνος. Η φαρέτρα, μισοκρυμμένη πίσω από το γόνατο, θυμίζει το τόξο του Ηρακλή που ο ήρωας είχε κληρονομήσει και που, σύμφωνα με τον μύθο, ήταν απαραίτητο για την άλωση της Τροίας. Πίσω, λεία πέτρινη επιφάνεια φέρει χαράγματα σε κεφαλαία γράμματα που μιμούνται αρχαία ελληνική επιγραφική, συνήθης πρακτική ζωγράφων της εποχής να εντάσσουν την υπογραφή τους μέσα στη σκηνή, σε μορφή επιτύμβιας πλάκας ξεχασμένης πάνω στον βράχο.
Η νεοκλασική τέχνη ενάντια στη γαλήνη του Winckelmann
Στη Ρώμη της δεκαετίας του 1770, ο Abildgaard έγινε στενός φίλος του Ελβετού Johann Heinrich Füssli και του Σουηδού γλύπτη Johan Tobias Sergel, δύο καλλιτεχνών που δυσανασχετούσαν με το πρότυπο γαλήνης που είχε καθιερώσει ο Winckelmann ως ιδανικό της αρχαίας ελληνικής τέχνης. Ο Λαοκόων του Lessing, δημοσιευμένος μόλις εννέα χρόνια νωρίτερα, είχε ήδη ανοίξει τη συζήτηση για το πόσο μακριά μπορεί να φτάσει η τέχνη στην απόδοση του πόνου χωρίς να χάσει την ομορφιά της. Ο Φιλοκτήτης του Abildgaard δίνει απάντηση τολμηρή, αφού το πρόσωπο του ήρωα δεν συγκρατεί την οδύνη, ενώ το σώμα παραμένει πιστό στους κανόνες της κλασικής γλυπτικής. Δεν επρόκειτο για μεμονωμένη χειρονομία. Ο κύκλος γύρω από τον Füssli αναζητούσε θέματα δανεισμένα από τον Όμηρο και τον Σαίξπηρ, με έμφαση στο ακραίο συναίσθημα.
Ο καλλιτέχνης πίσω από τον πίνακα
Ο Nicolai Abildgaard γεννήθηκε στην Κοπεγχάγη το 1743 και πέθανε στο Frederiksdal, κοντά στην ίδια πόλη, το 1809. Σπούδασε στην ακαδημία της γενέτειράς του πριν αναχωρήσει, το 1772, για τη Ρώμη, όπου έμεινε πέντε χρόνια μελετώντας την αρχαία γλυπτική και τη ζωγραφική της Αναγέννησης. Επιστρέφοντας στη Δανία το 1777, ανέλαβε τη διεύθυνση της Βασιλικής Ακαδημίας Καλών Τεχνών, θέση από την οποία δίδαξε τον γλύπτη Bertel Thorvaldsen και τον ζωγράφο Christoffer Wilhelm Eckersberg. Το έργο του στέκεται ως κρίκος ανάμεσα στον όψιμο νεοκλασικισμό και στην αυγή του δανέζικου ρομαντισμού.
Στο μουσείο της Κοπεγχάγης, ο πίνακας κρέμεται σήμερα ανάμεσα σε άλλα έργα της ίδιας γενιάς Δανών ζωγράφων, ξεχωρίζει όμως με την ένταση ενός σώματος που στρέφεται πάνω στον εαυτό του, στάση που κανένα ακαδημαϊκό εγχειρίδιο της εποχής δεν θα είχε συστήσει. Το βλέμμα του Φιλοκτήτη, καρφωμένο στην πληγή, παραμένει το μόνο σημείο του πίνακα όπου η αφήγηση σταματά και μένει μόνο ο πόνος.
