
Σκυφτή πάνω από τον εαυτό της, με το πρόσωπο χαμένο κάτω από τις πτυχές ενός λευκού πέπλου, μια γυναικεία μορφή τυλιγμένη σε πυκνό ύφασμα βαθιάς ώχρας σωριάζεται στο έδαφος, τα χέρια σφιγμένα το ένα μέσα στο άλλο, τα γυμνά της πόδια να προεξέχουν κάτω από το γκριζογάλανο φόρεμα. Ψηλότερα και πιο πίσω, μέσα σε πυκνά σύννεφα φωτισμένα από ένα δρεπανοειδές φεγγάρι, ένα νεανικό γυμνό σώμα απλώνεται οριζόντια στον αέρα, τα χέρια ανοιχτά στο πλάι, το κεφάλι γερμένο, τα μακριά μαλλιά να κυματίζουν από άνεμο που πουθενά αλλού μέσα στη σύνθεση δεν αγγίζει τίποτε.
Αυτή τη σκηνή ζωγράφισε γύρω στο 1794 ο Δανός Nicolai Abildgaard, δίνοντάς της τον τίτλο Το Φάντασμα του Κούλμιν Εμφανίζεται στη Μητέρα του: πίνακας μετρίων διαστάσεων, εξήντα δύο επί εβδομήντα οκτώ εκατοστά, φιλοτεχνημένος με λάδι σε καμβά, που φυλάσσεται σήμερα στο Nationalmuseum της Στοκχόλμης. Το θέμα προέρχεται από τον όσσιανικό κύκλο, τις ραψωδίες δηλαδή που ο Σκωτσέζος James Macpherson παρουσίασε στη δεκαετία του 1760 ως μεταφράσεις αρχαίων γαελικών ποιημάτων, ισχυρισμός που αμφισβητήθηκε έντονα ήδη από συγχρόνους του, ανάμεσά τους ο Samuel Johnson, χωρίς ωστόσο αυτό να εμποδίσει το κείμενο να συνεπάρει επί δεκαετίες ζωγράφους, ποιητές και μουσουργούς σε ολόκληρη την Ευρώπη. Ο Abildgaard υπήρξε από τους πρώτους που στράφηκαν συστηματικά σε αυτό το υλικό, συνθέτοντας μια ολόκληρη σειρά έργων εμπνευσμένων από τους στίχους του Όσσιαν, ανάμεσά τους και τους ήρωες του Fingal και της Temora.
Το φάντασμα του Κούλμιν στη ζωγραφική τέχνη του Αμπίλγκααρντ
Στο βάθος του σκοταδιού, όπου το φεγγάρι διαγράφεται μόλις, λεπτή γραμμή φωτός, το σώμα του νεκρού νέου φωτίζεται από πηγή που καμιά λάμπα ή δάδα δεν δικαιολογεί μέσα στη σύνθεση, λες και το ίδιο το φάντασμα παρήγε το φως που το καθιστά ορατό. Δεξιά, μισοκρυμμένος στην αχλή, διακρίνεται ένας στρογγυλός, ασπιδόμορφος όγκος με ανάγλυφη παράσταση πτερωτής μορφής, πιθανή υπόμνηση της πολεμικής δόξας που ο νέος δεν πρόλαβε να χαρεί ολόκληρη. Η ζωγραφική τέχνη του Abildgaard εδώ δεν επιδιώκει τη λεπτομερή αφήγηση. Προτιμά την υπαινικτική νύξη, το μισοφωτισμένο, το ημιδιάφανο, χτίζοντας την ατμόσφαιρα με πινελιές που διαλύονται η μία μέσα στην άλλη αντί να οριοθετούνται καθαρά.
Η μητέρα, οι σκύλοι και το ασύλληπτο
Χαμηλά, στη γη, η γυναικεία μορφή παραμένει συσπειρωμένη, σχεδόν σε στάση εμβρύου, χωρίς να στρέφει το βλέμμα προς το γιο της που αιωρείται από πάνω της. Η αδυναμία της να αντιληφθεί αυτό που ο θεατής βλέπει καθαρά δίνει στη σκηνή μια ένταση που καμιά κραυγή δεν θα μπορούσε να αποδώσει καλύτερα. Δύο σκύλοι πλαισιώνουν τη σύνθεση. Ο ένας, ήρεμος, στέκεται σε απόσταση και παρατηρεί. Ο άλλος, με το στόμα ανοιχτό και το τρίχωμα σηκωμένο, γαβγίζει προς κάτι που ο θεατής δεν βλέπει, ίσως ακριβώς προς τη σκιά του νεκρού. Η αντίθεση ανάμεσα στα δύο ζώα, το ένα ατάραχο και το άλλο ταραγμένο, αφήνει να εννοηθεί πως κάτι ασύλληπτο για τον άνθρωπο περνά αδιόρατα μέσα στο σκηνικό, κάτι που μόνο τα ζώα, με την πρωτόγονη οξύτητα των αισθήσεών τους, μπορούν ίσως να μαντέψουν.
Ο όσσιανικός μύθος και ο βίος του Nicolai Abildgaard
Ο θρύλος πίσω από τον πίνακα βρίσκεται στο πέμπτο βιβλίο της Temora, όπου ο νεαρός Κούλμιν, γιος της Κουλ-άλιν, ορμά ασυγκράτητος εναντίον του Ρόθμαρ και σκοτώνεται, ενώ η μητέρα του παραμένει στο αρχοντικό με το βλέμμα στραμμένο στο ρέμα της Στρούθα, καθώς γύρω από το πνεύμα του παιδιού της στροβιλίζεται ανεμοστρόβιλος. Ο Abildgaard δεν εικονογραφεί κατά γράμμα τους στίχους. Τους φαντάζεται, τους μεταφέρει σε οπτική γλώσσα, τους δίνει σώμα και σκιά. Γεννημένος στην Κοπεγχάγη το 1743, σπούδασε στην εκεί Ακαδημία προτού μετακομίσει στη Ρώμη το 1772, όπου η συναναστροφή του με τον Σουηδό γλύπτη Johan Tobias Sergel και τον ζωγράφο Henry Fuseli τον απομάκρυνε σταδιακά από τον ακαδημαϊκό κλασικισμό των νεανικών του χρόνων. Ο Όμηρος, ο Σαίξπηρ και ο δήθεν αρχαίος Όσσιαν τον οδήγησαν σε μια εικαστική γλώσσα που τον τοποθέτησε ανάμεσα στους πρωτοπόρους του σκανδιναβικού προρομαντισμού. Διετέλεσε διευθυντής της Ακαδημίας της Κοπεγχάγης από το 1789 έως το 1791, δίδαξε, σχεδίασε έπιπλα και κτίρια, και αποβίωσε στο Φρέντερικσνταλ το 1809.
