
Στο μνημειώδες λάδι σε καμβά που κοσμεί σήμερα την Εθνική Πινακοθήκη του Λονδίνου, ο Niccolò dell’ Abbate παραδίδει τη μυθολογική αφήγηση στην απεραντοσύνη του χώρου, αφήνοντας το τοπίο να καταπιεί τους πρωταγωνιστές του δράματος. Εκτελεσμένο κατά την ύστερη περίοδο δημιουργίας του Ιταλού καλλιτέχνη, μεταξύ 1552 και 1571, το έργο συνιστά το απόγειο μιας βαθιά μανιεριστικής αντίληψης, όπου το φυσικό περιβάλλον παύει να λειτουργεί ως απλό, συνοδευτικό σκηνικό. Τα σώματα σε πρώτο πλάνο δονούνται υποταγμένα σε μια χορογραφία φυγής, το μάτι συλλαμβάνει αμέσως τη γυμνότητα, την ορμή του Αρισταίου που καταδιώκει, τα υφάσματα που ανεμίζουν, τις μορφές των νυμφών που αντιδρούν στην απειλή.
Τεράστιες γεωλογικές μάζες, απόκρημνοι σκοτεινοί βράχοι, μια ολόκληρη πόλη κρυμμένη στο βάθος, η θάλασσα που ξεθωριάζει και χάνεται στον ορίζοντα συνθέτουν την κοσμική αδιαφορία της πλάσης. Μιας πλάσης που στέκει σιωπηλή, ακίνητη μπροστά στο εφήμερο. Στη δεξιά πλευρά, πεσμένη πια στο έδαφος, η γυναικεία φιγούρα έχει ήδη παραδοθεί. Το δηλητηριώδες φίδι έχει επιτεθεί, ο χρόνος για εκείνη σταμάτησε.
Πιο πέρα, ψηλά σε έναν καταπράσινο λοφίσκο, ο Ορφέας, απορροφημένος αποκλειστικά στη δική του μελωδία, γητεύει ανίδεος τα ζώα, εντελώς ξένος προς τη σιωπή που ετοιμάζεται να κατακλύσει τον βίο του. Η τεράστια απόσταση ανάμεσα στην τέχνη του που εξημερώνει τη φύση και το μοιραίο γεγονός στο δάσος, ενισχύει την αίσθηση του αναπόδραστου.
Θάνατος της Ευρυδίκης: Η τέχνη της πανοραμικής ψευδαίσθησης
Τα χρώματα ακολουθούν μια αυστηρή διαδρομή, από τις γήινες, βαριές ώχρες του πρώτου πλάνου προς τις ψυχρές, ατμοσφαιρικές αποχρώσεις ενός βάθους που διαρκώς υποχωρεί. Εδώ ακριβώς, ο ζωγράφος από τη Μοδένα, έχοντας αφομοιώσει οργανικά τις φλαμανδικές επιρροές της πανοραμικής τοπιογραφίας κατά τη μακρά παραμονή του στη γαλλική αυλή του Φοντενεμπλό, χτίζει αλλεπάλληλα επίπεδα απόστασης. Αποστάσεις που μοιάζουν αχανείς, σχεδόν απρόσιτες.
Μια γυναίκα τρέχει ρίχνοντας σπασμωδικές ματιές πίσω της, τα ρούχα της, μπλε και εκτυφλωτικά λευκά, συστρέφονται. Συστρέφονται παγιδεύοντας τον αέρα, επιβάλλοντας έναν φρενήρη ρυθμό στην προσπάθειά της να ξεφύγει. Δίπλα, άλλες μορφές συνδέονται με τον διώκτη σε μια περίπλοκη αλυσίδα χειρονομιών, ενώ τα σώματα, ελαφρώς επιμηκυσμένα κατά τις επιταγές του ρεύματος, διατηρούν μια παραδοξότητα, φαίνονται ελαφριά, άυλα σχεδόν, παρά την ένταση της καταδίωξης. Ο Αρισταίος, ορμητικός, με τον μανδύα του να φουσκώνει απειλητικά, εισβάλλει στο κάδρο φέρνοντας τη φυσική αναταραχή.
Η τραγωδία κατακερματίζεται γρήγορα, διαλύεται μέσα στο τοπίο. Ο αναπάντεχος θάνατος στη σκιά των δέντρων δεν προκαλεί καμία ουσιαστική διατάραξη στην υπόλοιπη, φωτεινή πλάση. Η σχολαστική απεικόνιση των φύλλων, τα περίτεχνα κτίρια που διαγράφονται με αρχιτεκτονική ακρίβεια στις όχθες του νερού, τα καράβια που περιμένουν αραγμένα, η μακρινή οροσειρά που λιώνει μέσα στα σύννεφα, όλα συνεχίζουν την αέναη, παγερή λειτουργία τους. Η φύση, έτσι όπως συλλαμβάνεται, στέκει κυριαρχική, πανοραμική, απόλυτη.
Αποφεύγοντας την εύκολη συναισθηματική φόρτιση, ο καλλιτέχνης μεταθέτει το πραγματικό βάρος στην οπτική, ψυχρή εξερεύνηση του θεατή. Το βλέμμα ταξιδεύει αντανακλαστικά από τα αναστατωμένα σώματα του προσκηνίου στα ήρεμα βοσκοτόπια, από εκεί στα τειχισμένα κάστρα και τελικά καταλήγει, εξαντλημένο ίσως, στο μακρινό, αχνό φως του ορίζοντα. Είναι μια οργανική μετάβαση από τον θόρυβο της τραγωδίας στην απόλυτη χωρική ησυχία, ένας κάθετος διαχωρισμός που αντανακλά το χάσμα ανάμεσα στον παλμό της ζωής και το κενό που φυσιολογικά ακολουθεί, χωρίς ηθικολογίες, δίχως καμία υπόσχεση για τεχνητή λύτρωση.
