
Ένα πρόσωπο νεανικό, πλαισιωμένο από πυκνά σγουρά μαλλιά δεμένα με λευκή ταινία, προβάλλει μέσα σε φωτοστέφανο βαθιάς ώχρας. Πρόκειται για τον αρχάγγελο που είχε άλλοτε τη θέση του στο νότιο τμήμα μιας σύνθεσης της Αναλήψεως, ζωγραφισμένης σε βυζαντινό ναό από αγιογράφο του οποίου το όνομα δεν διασώθηκε. Η Ανάληψη, μία από τις δώδεκα μεγάλες γιορτές του εκκλησιαστικού έτους, εικονίζει τη στιγμή κατά την οποία ο Χριστός ανυψώνεται στους ουρανούς μπροστά στους μαθητές του, σαράντα ημέρες μετά την Ανάσταση. Στην καθιερωμένη βυζαντινή σύνθεση, ο Χριστός τοποθετείται ψηλά, μέσα σε κυκλική δόξα που βαστάζουν δύο φτερωτοί άγγελοι, ενώ χαμηλότερα δεσπόζει η μετωπική μορφή της Θεοτόκου, δεόμενης, με δύο αγγέλους εκατέρωθέν της να απευθύνονται στο πλήθος των αποστόλων, μοιρασμένο συνήθως σε δύο ημιχόρια. Η μορφή που εξετάζεται εδώ ανήκει ακριβώς σε αυτό το σχήμα, μέσα στο νότιο ημιχόριο, ανάμεσα σε αποστόλους που παρακολουθούν έκθαμβοι την αποχώρηση του Διδασκάλου τους. Σώζεται σήμερα το άνω τμήμα της μορφής, το κεφάλι, τμήμα της φτερούγας και μέρος του ενδύματος, αρκετά όμως για να διαγραφεί καθαρά η ζωγραφική ποιότητα του συνόλου. Ζωγραφισμένη με νερόχρωμα πάνω σε νωπό ασβεστοκονίαμα, σύμφωνα με την τεχνική που κυριάρχησε στην εντοίχια βυζαντινή ζωγραφική, η μορφή δεν φέρει καμία γραπτή επωνυμία ευανάγνωστη σήμερα που να επιτρέπει την ταύτισή της με συγκεκριμένο αρχάγγελο, Μιχαήλ ή Γαβριήλ, κάτι που άλλωστε δεν αλλάζει την αξία της ως τεκμηρίου ζωγραφικής παράδοσης πολλών αιώνων.
Η μορφή του αρχαγγέλου στη βυζαντινή Ανάληψη
Το κεφάλι γέρνει ελαφρά, με το βλέμμα στραμμένο προς τα κάτω και προς το πλάι, σε έκφραση συλλογισμένη που απέχει από τη συνηθισμένη μετωπικότητα των αγγελικών μορφών. Τα μαλλιά, βαθυκόκκινα σχεδόν στη σκιά τους, οργανώνονται σε πυκνούς, συμμετρικούς βοστρύχους που καλύπτουν τα αυτιά και συγκρατούνται από λευκή ταινία, στοιχείο που παραπέμπει σε αρχαιότερα, ελληνιστικής καταγωγής πρότυπα φτερωτών μορφών, όπως εκείνα της Νίκης, τα οποία η βυζαντινή τέχνη προσάρμοσε στην εικονογραφία των αγγέλων. Ο κορμός φέρει σκουρόχρωμο, σχεδόν γκριζοπράσινο χιτώνα, πάνω από τον οποίο πέφτει ρόδινο ιμάτιο με πυκνές πτυχώσεις, φωτισμένες με λευκά, γρήγορα πινελίσματα που αποδίδουν την κίνηση του υφάσματος. Στο ένα άκρο της σύνθεσης διακρίνεται τμήμα της φτερούγας, αποδοσμένο με γκριζοπράσινες, γραμμικές πινελιές που παραπέμπουν σε πτέρωμα πραγματικού πουλιού περισσότερο παρά σε συμβατικό διακοσμητικό στοιχείο.
Το βάθος του φωτοστέφανου, σε έντονη ώχρα που φτάνει στο πορτοκαλί, αγκαλιάζει τη μορφή με φως που δεν διακόπτεται από περίγραμμα, εκτός από τη λεπτή λευκή γραμμή που το οριοθετεί, τεχνική συνήθης στην ώριμη βυζαντινή τοιχογραφία, όπου το χρυσό των ψηφιδωτών αντικαθίσταται από τη ζεστασιά της ώχρας. Η φθορά είναι εμφανής. Ρωγμές διατρέχουν το επίχρισμα, αποφλοιώσεις έχουν αφαιρέσει τμήματα του χρώματος γύρω από το αυτί και στο κάτω μέρος του λαιμού, ίχνη του χρόνου που δεν αναιρούν ωστόσο τη διαύγεια του σχεδίου.

Το πρόσωπο σε λεπτομέρεια και η αγιογραφική τέχνη της εποχής
Πλησιάζοντας στο πρόσωπο, η τεχνική του ζωγράφου αποκαλύπτεται με μεγαλύτερη ακρίβεια. Τα μάτια, αμυγδαλωτά, με βαριά βλέφαρα, κοιτάζουν λοξά προς τα κάτω, δίνοντας στη μορφή μια εσωστρέφεια που δεν συναντάται συχνά στους αγγέλους της Δεήσεως ή της Δόξας, όπου η ματιά συνήθως στρέφεται προς τον θεατή ή προς το θείο πρόσωπο που υπηρετούν. Τα φρύδια, τοξωτά και σκούρα, ενώνονται σχεδόν πάνω από τη ρίζα της μύτης, η οποία σχεδιάζεται ίσια, μακριά, με ελαφρά διόγκωση στο σημείο του ρουθουνιού. Το στόμα παραμένει μικρό, τα χείλη σφιχτά, χωρίς το χαμόγελο που αποδίδεται κάποτε σε νεαρές αγγελικές μορφές της εποχής.
Στα μάγουλα διακρίνεται η μέθοδος του προπλασμού, ένα σκουρόχρωμο υπόστρωμα πάνω στο οποίο χτίζονται, με διαδοχικά και ολοένα πιο φωτεινά στρώματα, οι όγκοι του προσώπου, τεχνική που η βυζαντινή αγιογραφική τέχνη κληρονόμησε από την ύστερη αρχαιότητα και διατήρησε ουσιαστικά αμετάβλητη επί αιώνες. Η γραμμική απόδοση των βοστρύχων γύρω από το μέτωπο, πυκνή και σχεδόν διακοσμητική, αντιπαραβάλλεται με τη μαλακότητα των φωτισμένων επιφανειών στο πρόσωπο, δύο τεχνοτροπίες που συνυπάρχουν στο ίδιο έργο δίχως να συγκρούονται. Ένας άγγελος που δεν φαίνεται πια να απευθύνεται σε κανέναν, μόνο στο βάθος του δικού του φωτοστέφανου.
