
Σε προτομή και μετωπικός, με το βλέμμα καρφωμένο απευθείας στον θεατή, εικονίζεται ο ιερομάρτυς Βενέδικτος πάνω στον τοίχο της τράπεζας της μονής Κωνσταμονίτου, ανάμεσα στις μορφές των αγιορειτών πατέρων που έδωσαν τη ζωή τους στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Ο μοναχός φορά βαθυγάλανο κάλυμμα κεφαλής που πέφτει σε φαρδιές πτυχώσεις πάνω από τους ώμους, ενώ από κάτω διακρίνεται πορφυρός μανδύας με σκουρόχρωμο εσωτερικό ένδυμα, κλειστό στο στήθος με σειρά μικρών κομβίων. Με το αριστερό χέρι κρατά διπλό σταυρό ευλογίας, χειροποίητο στην κατασκευή του, ενώ το δεξί υψώνεται με την παλάμη ανοιχτή προς τον προσκυνητή, χειρονομία που στην αγιορειτική εικονογραφία παραπέμπει συχνά στην παρθενία και τον ασκητικό βίο του εικονιζόμενου. Το πρόσωπο, με πυκνά καστανοκόκκινα μαλλιά και γένια που πλαισιώνουν αυστηρά χαρακτηριστικά, εντάσσεται μέσα σε φωτοστέφανο κίτρινο με διπλή περιμετρική γραμμή, κόκκινη και λευκή. Δεξιά και αριστερά της κεφαλής διατηρούνται τμήματα επιγραφής με το όνομά του, ενώ χαμηλότερα διαβάζεται η μοναστική του ιδιότητα ως Κωνσταμονίτου. Η τοιχογραφία, μεταβυζαντινή στην τεχνοτροπία της, συνεχίζει μια μακρά παράδοση αγιορειτικής ζωγραφικής χωρίς να υπογράφεται από γνωστό ζωγράφο, κάτι που άλλωστε αποτελεί συνήθη πρακτική στα εργαστήρια των μονών. Ο βίος του αγίου συνδέεται με τα χρόνια πριν από την επανάσταση του 1821, όταν οι διωγμοί εναντίον των χριστιανών στη Μακεδονία πύκνωσαν, χωρίς όμως η εικόνα να αφήνει κάτι από αυτό να διαφανεί στην απόδοση του προσώπου, γαλήνιου και αμετακίνητου παρά τη γνώση του τέλους του.
Η μορφή του ιερομάρτυρα και η τεχνική της τοιχογραφίας
Ό,τι πρώτα τραβά το βλέμμα στην τοιχογραφία της τράπεζας δεν είναι το πρόσωπο αλλά η αντίθεση των χρωμάτων γύρω του, το βαθύ πράσινο-γαλάζιο του καλύμματος πάνω στο σκούρο φόντο, το πορφυρό του μανδύα που ζεσταίνει τη σύνθεση. Η τεχνική ακολουθεί τους κανόνες της ύστερης μεταβυζαντινής τοιχογραφίας, με σχέδιο σταθερό και χρωματικά επίπεδα που δεν αναζητούν τον νατουραλισμό της δυτικής ζωγραφικής παρά μένουν πιστά στην αφαιρετική λογική της βυζαντινής παράδοσης. Παρατηρώντας κανείς προσεκτικά το χέρι που κρατά τον σταυρό, διακρίνει πώς ο ζωγράφος έχει αποδώσει τα δάχτυλα με μακρόστενες, σχεδόν γραμμικές πινελιές, τεχνική συνηθισμένη στα αγιορειτικά εργαστήρια όπου η ανατομική ακρίβεια υποχωρεί μπροστά στη συμβολική λειτουργία της χειρονομίας. Ο σταυρός που κρατά, με το διπλό σκέλος, παραπέμπει σε τύπο ευλογητικού σταυρού κοινό στην τελετουργική χρήση των μοναχών, όχι απλό διακοσμητικό στοιχείο αλλά αντικείμενο που συνδέεται με την καθημερινή λατρευτική πράξη. Το φωτοστέφανο, κιτρινωπό και λαμπερό, δεν φέρει ανάγλυφη διακόσμηση, στοιχείο που δείχνει προς μια απλούστερη, λιτότερη εκδοχή της τοιχογραφικής παράδοσης, ίσως λόγω της λειτουργικής θέσης του χώρου, μιας τράπεζας όπου οι μορφές των αγίων δεν προορίζονταν για προσκύνηση αλλά για καθημερινή θέαση από τους μοναχούς κατά τα γεύματα.
Ο ίδιος ο άγιος γεννήθηκε στο χωριό Έζοβα, τη σημερινή Δάφνη Σερρών, και σε νεαρή ηλικία οδηγήθηκε από τον πατέρα του στο Άγιον Όρος, στη μονή Κωνσταμονίτου, όπου έμελλε να μονάσει και ο ίδιος για το υπόλοιπο της ζωής του. Στάλθηκε στον Πολύγυρο της Χαλκιδικής για να διδαχθεί τα ιερά γράμματα, επέστρεψε στη μονή και έλαβε το μοναχικό σχήμα, υπηρετώντας έπειτα σε διάφορα διακονήματα του κοινοβίου, από τραπεζάρης έως νοσοκόμος. Σε προχωρημένη ηλικία χειροτονήθηκε ιερέας. Ανάγκες της μονής τον οδήγησαν στο μετόχι της Καλαμαριάς, όπου συνελήφθη από τους Οθωμανούς και μεταφέρθηκε αιχμάλωτος στη Θεσσαλονίκη. Εκεί, ύστερα από δοκιμασίες, αποκεφαλίστηκε στις 12 Ιουνίου μαζί με άλλους χριστιανούς. Η παράδοση αναφέρει ότι το βράδυ εκείνο πάνω από τα λείψανα των μαρτύρων φάνηκε φωτεινός σταυρός, θέαμα που έπεισε τους μωαμεθανούς να επιτρέψουν την ταφή του λειψάνου. Η ακριβής χρονολογία του μαρτυρίου παραμένει άγνωστη στους παλαιότερους συναξαριστές, στοιχεία όμως διασώθηκαν από τον συμμοναστή του Δοσίθεο Κωνσταμονίτη τον Λέσβιο, πηγή από την οποία αντλούν και οι νεότερες καταγραφές του βίου του.
