Η Ύψωση Τιμίου Σταυρού στο Μηνολόγιο Βασιλείου Β΄

Ύψωση Τιμίου Σταυρού Σε Βυζαντινή Μικρογραφία Του Μηνολογίου Βασιλείου Β΄, Φύλλο 35
Ο Πατριάρχης Υψώνει Τον Τίμιο Σταυρό Επάνω Σε Μαρμάρινο Άμβωνα, Σε Βυζαντινή Μικρογραφία Του Μηνολογίου Βασιλείου Β΄ Γύρω Στο 985, Με Χρυσό Βάθος.

Μια μικρογραφία στο φύλλο 35 του χειρογράφου Vaticanus graecus 1613, γνωστού ως Μηνολόγιο του Βασιλείου Β΄, χρονολογημένη γύρω στο 985, αναπαριστά την τελετή της Ύψωσης του Τιμίου Σταυρού όπως τελούνταν στην Κωνσταντινούπολη επί της Μακεδονικής δυναστείας. Ο πατριάρχης, ντυμένος με φαιοπόρφυρο άμφιο και λευκό ωμοφόριο, υψώνει με τα δύο χέρια έναν σκουρόχρωμο σταυρό επάνω σε μαρμάρινο άμβωνα με βιβλιόσχημες φλεβώσεις, ενώ δύο κληρικοί συγκρατούν εκατέρωθεν τα κιγκλιδώματα της υπερυψωμένης εξέδρας. Η σκηνή, δουλεμένη σε χρυσό βάθος με λεπτό πινέλο, ανήκει σε ένα σύνολο τετρακοσίων περίπου μικρογραφιών που κοσμούν το χειρόγραφο, έργο οκτώ κατονομαζόμενων ζωγράφων που εργάστηκαν για λογαριασμό του αυτοκράτορα. Η καταγωγή της εορτής συνδέεται με δύο ξεχωριστά επεισόδια, την εύρεση του Σταυρού από την Αγία Ελένη τον 4ο αιώνα και την ανάκτησή του από τον αυτοκράτορα Ηράκλειο περίπου τρεις αιώνες αργότερα, όμως η μικρογραφία δεν εικονογραφεί κανένα από τα δύο, παρουσιάζοντας αντ’ αυτού τη σύγχρονη λειτουργική πράξη όπως τελούνταν στον καιρό της συγγραφής. Η ταυτότητα του ιεράρχη παραμένει ανοιχτό ερώτημα για την έρευνα, αν και ορισμένοι μελετητές αναγνωρίζουν σε αυτόν τον Πατριάρχη Νικόλαο Β΄ τον Χρυσοβέργη, σύγχρονο της συγγραφής του χειρογράφου. Η μικρογραφία λειτουργεί έτσι ως οπτικό τεκμήριο μιας αυτοκρατορικής τελετουργίας, που η εξουσία της εποχής επιθυμούσε να αποτυπώσει με ακρίβεια και μεγαλοπρέπεια, πέρα από κάθε πρόθεση λατρευτικής χρήσης.

Η αρχιτεκτονική σκηνογραφία της Ύψωσης του Σταυρού

Πίσω από τον πατριάρχη ανοίγεται μια κόγχη με ημικυκλική καμάρα, στοιχείο που παραπέμπει σε αψίδα ναού ή σε προεξέχουσα κόγχη ανακτορικού χώρου, ενώ εκατέρωθεν διακρίνονται κιονοστοιχίες με κιονόκρανα και υφασμάτινα παραπετάσματα δεμένα γύρω από τους κίονες. Το χρυσό βάθος, κοινό σχεδόν σε όλες τις μικρογραφίες του Μηνολογίου, αναιρεί κάθε αίσθηση συγκεκριμένου τόπου, μολονότι η μαρμάρινη εξέδρα με τις βιβλιόσχημες φλεβώσεις παραπέμπει ευθέως σε πραγματικό λειτουργικό έπιπλο, ανάλογο του άμβωνα της Αγίας Σοφίας. Δεν είναι άσχετη με αυτό η επιμέλεια που δείχνει ο ζωγράφος στην απόδοση του άμβωνα, καθώς εκεί, στην κορυφή μιας σκάλας, ο πατριάρχης έδειχνε τον σταυρό διαδοχικά προς τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, ενώ ο λαός επαναλάμβανε το «Κύριε ελέησον».

Η εορτή, που καθιερώθηκε στην Ιερουσαλήμ γύρω στο 335 με αφορμή τα εγκαίνια του ναού της Αναστάσεως, εξαπλώθηκε σταδιακά σε ολόκληρη την αυτοκρατορία και είχε αποκτήσει καθολικό χαρακτήρα ήδη προς το 720, ενσωματώνοντας τη μνήμη της εύρεσης του Σταυρού με εκείνη της επιστροφής του από την περσική αιχμαλωσία. Ο ζωγράφος δεν αφηγείται τίποτα απ’ αυτά. Ζωγραφίζει μόνο την τελετή, με ακρίβεια που μαρτυρά τη γνωστή στροφή προς κλασικά πρότυπα της τέχνης της Μακεδονικής αναγέννησης, μια περίοδο κατά την οποία η αυλή της Κωνσταντινούπολης αναζήτησε ξανά, συνειδητά, τα πρότυπα της ελληνιστικής ζωγραφικής.

Ο Πατριάρχης Υψώνει Τον Τίμιο Σταυρό Σε Βυζαντινή Μικρογραφία, Λεπτομέρεια Προσώπων
Λεπτομέρεια Της Ύψωσης Τιμίου Σταυρού: Το Γεροντικό Πρόσωπο Του Πατριάρχη, Το Λευκό Ωμοφόριο Και Οι Δύο Νεότεροι Κληρικοί Που Συνοδεύουν Την Τελετή.

Η λεπτομέρεια των προσώπων στην Ύψωση του Τιμίου Σταυρού

Του πατριάρχη το πρόσωπο, γεμάτο βαθιές ρυτίδες γύρω από τα μάτια και μακριά λευκή γενειάδα, στρέφεται ελαφρά προς τα πάνω, ακολουθώντας την κίνηση του χεριού που κρατά τον σταυρό, ενώ γύρω από το κεφάλι διαγράφεται φωτοστέφανο με κόκκινη περίγραμμη γραμμή πάνω σε χρυσό δίσκο. Στα αριστερά, ένας κληρικός με αραιά, ασπρισμένα μαλλιά και κοντή γενειάδα κρατά σφιχτά το κιγκλίδωμα, ντυμένος με σκουρόχρωμο επενδύτη πάνω από λευκό χιτώνα· στα δεξιά, ένας νεότερος βοηθός, με σγουρά καστανά μαλλιά και ροδαλά μάγουλα, στρέφει το βλέμμα προς τα πάνω με έκφραση σχεδόν έκπληξης. Η αντίθεση ανάμεσα στα δύο αυτά πρόσωπα, το γερασμένο και το εφηβικό, δίνει στη σύνθεση μια ανθρώπινη διαβάθμιση ηλικιών που σπάνια απαντά με τέτοια σαφήνεια σε μικρογραφίες αντίστοιχου μεγέθους. Η απόδοση των σαρκών, με το χαρακτηριστικό πρασινωπό υπόστρωμα και τα ρόδινα φωτίσματα των εργαστηρίων της Κωνσταντινούπολης, δίνει στα πρόσωπα πλαστικότητα που ξεπερνά τη συνήθη σχηματοποίηση της εποχής.

Κλίμακα μικρή, εντύπωση μεγάλη. Η σελίδα δεν ξεπερνά σε μέγεθος μία ανοιχτή παλάμη, κάτι που δεν εμποδίζει καθόλου τη μνημειακότητα της σύνθεσης, ζήτημα που έχει απασχολήσει επανειλημμένα τους μελετητές των μακεδονικών χειρογράφων. Ο σταυρός, με το σκούρο ξύλο και τις διακριτικές μεταλλικές απολήξεις στα άκρα του, παραμένει το μόνο στοιχείο της σύνθεσης χωρίς αντίστοιχο στην αρχιτεκτονική γύρω του, το μόνο δηλαδή που δεν ανήκει ούτε στον χώρο ούτε στους ανθρώπους, παρά μόνο στην ίδια την τελετή.