Η Συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (1774): οι όροι, το ζήτημα της προστασίας των Ορθοδόξων και ο ελληνικός κόσμος

Επιχρωματισμένη καρτούσα χάρτη του 1788 με την Αικατερίνη Β΄ και Οθωμανούς αξιωματούχους, που απηχεί τη ρωσοοθωμανική διαμάχη για την Κριμαία μετά τη Συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή
Η Αικατερίνη Β΄ και ο σουλτάνος Αμπντούλ Χαμίτ Α΄ στην καρτούσα του χάρτη «Charte von den oberhalb und seitwärts dem Schwarzen Meere gelegenen Russischen und Türkischen Ländern» του Ντ. Φ. Ζότσμαν. Βερολίνο, 1788. Βιβλιοθήκες του Πανεπιστημίου του Λέιντεν.

Η Συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή, η οποία υπογράφηκε στις 10 Ιουλίου 1774 κατά το ιουλιανό ημερολόγιο, ήτοι στις 21 Ιουλίου κατά το γρηγοριανό, έθεσε τέρμα στον ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1768-1774 και μετέβαλε ριζικά τους όρους της παρουσίας της Ρωσίας στον Εύξεινο Πόντο και των σχέσεών της με τους χριστιανούς υπηκόους του σουλτάνου. Το χωριό, από το οποίο έλαβε η συνθήκη το όνομά της, βρισκόταν νοτιοανατολικά της Σιλίστρας, στη σημερινή Βουλγαρία, ενώ η οθωμανική αντιπροσωπεία είχε εγκατασταθεί στο γειτονικό Μπουγιούκ Καϊναρτζή, λίγα μόλις χιλιόμετρα μακριά (κιουτσούκ και μπουγιούκ σημαίνουν στα τουρκικά «μικρό» και «μεγάλο»), όπως σημειώνει ο Κεμάλ Μπεϊντιλί στο λήμμα του για τη συνθήκη στην Ισλαμική Εγκυκλοπαίδεια του τουρκικού Ιδρύματος Θρησκευτικών Υποθέσεων. Οι περισσότεροι όροι της συνθήκης ήταν σαφείς και δεν προκάλεσαν αμφισβητήσεις. Δύο όμως άρθρα της, το 7ο και το 14ο, αποτέλεσαν επί σχεδόν έναν αιώνα πεδίο διπλωματικής αντιπαραθέσεως, γι’ αυτό και η συνθήκη συνδέθηκε στη συνείδηση των μεταγενεστέρων με τη γένεση του Ανατολικού Ζητήματος.

Ο πόλεμος του 1768-1774 και η οδός προς την ειρήνη

Η Υψηλή Πύλη κήρυξε τον πόλεμο το φθινόπωρο του 1768, ανησυχώντας για τη ρωσική ανάμειξη στις υποθέσεις της Πολωνίας και για τις παραβιάσεις της μεθορίου της, οι οποίες συνδέονταν με τις συγκρούσεις που είχαν ξεσπάσει στο πολωνικό έδαφος. Η εξέλιξη των επιχειρήσεων υπήρξε σχεδόν από την αρχή δυσμενής για τους Οθωμανούς. Οι ρωσικές στρατιές κατέλαβαν τη Μολδαβία και τη Βλαχία, προωθήθηκαν προς τον Δούναβη και εισήλθαν το 1771 στην Κριμαία, ενώ ρωσικός στόλος, ο οποίος είχε αποπλεύσει από τη Βαλτική, εμφανίστηκε στη Μεσόγειο και υποκίνησε, με πρωτοβουλία των αδελφών Ορλώφ, την εξέγερση της Πελοποννήσου του 1770, γνωστή στην ελληνική ιστοριογραφία ως Ορλωφικά. Η εξέγερση καταπνίγηκε με βαριές συνέπειες για τον πληθυσμό. Τον Ιούλιο του ίδιου έτους ο ρωσικός στόλος κατέστρεψε τον οθωμανικό στον όρμο του Τσεσμέ, απέναντι από τη Χίο, και διατήρησε επί τέσσερα περίπου χρόνια τον έλεγχο μεγάλου μέρους των Κυκλάδων.

Η ανακωχή του 1772 οδήγησε στα συνέδρια του Φωξάνι και του Βουκουρεστίου, τα οποία απέτυχαν, αφού η Ρωσία επέμενε στην ανεξαρτησία των Τατάρων της Κριμαίας και στην παραχώρηση φρουρίων της χερσονήσου, οι δε εχθροπραξίες επαναλήφθηκαν την άνοιξη του 1773. Την ανάγκη της ειρήνης την αισθάνονταν τελικώς και οι δύο πλευρές. Η Πετρούπολη αντιμετώπιζε στο εσωτερικό την εξέγερση του Πουγκατσόφ, ενώ η Πύλη, στον θρόνο της οποίας είχε ανέλθει τον Ιανουάριο του 1774 ο Αμπντούλ Χαμίτ Α΄, γνώρισε τον Ιούνιο του ίδιου έτους την ήττα του Κοζλουτζά, μετά την οποία ο μεγάλος βεζίρης Μουχσινζαντέ Μεχμέτ πασάς βρέθηκε αποκλεισμένος στη Σούμλα από τα στρατεύματα του στρατάρχη Πιότρ Ρουμιάντσεφ.

Οι διαπραγματεύσεις στο στρατηγείο του Ρουμιάντσεφ διήρκεσαν ελάχιστες ημέρες. Ως υπογράφων από ρωσικής πλευράς αναφέρεται σε ρωσικές πηγές ο αντιστράτηγος πρίγκιπας Νικολάι Ρέπνιν, ενώ την οθωμανική αντιπροσωπεία συγκροτούσαν ο Αχμέτ Ρεσμί εφέντης και ο Ιμπραήμ Μουνίμπ εφέντης, οι οποίοι ενεργούσαν με την έγκριση του μεγάλου βεζίρη. Το κείμενο συντάχθηκε στα ρωσικά, στα τουρκικά και στα ιταλικά, πολυγλωσσία που έμελλε να αποκτήσει απρόβλεπτη σημασία για την ερμηνεία των θρησκευτικών όρων. Αποκλίσεις υπάρχουν άλλωστε και στη χρονολόγηση: στις οθωμανικές καταγραφές επικράτησε η 26η Ιουλίου, η οποία συνδέεται με την ανταλλαγή των επικυρωμένων κειμένων.

Οι κύριοι όροι της συνθήκης

Η συνθήκη περιλαμβάνει προοίμιο, είκοσι οκτώ άρθρα και χωριστό μυστικό άρθρο για την πολεμική αποζημίωση. Ορισμένα άρθρα ρύθμιζαν ζητήματα συνήθη σε συνθήκες ειρήνης, όπως η γενική αμνηστία ή η ανταλλαγή των αιχμαλώτων, άλλα εισήγαγαν ρυθμίσεις χωρίς προηγούμενο στις ρωσοοθωμανικές σχέσεις.

Η «ανεξαρτησία» της Κριμαίας

Το 3ο άρθρο αναγνώριζε τους Τατάρους της Κριμαίας και των γειτονικών περιοχών ως ελεύθερους και ανεξάρτητους από κάθε ξένη εξουσία, με χάνη εκλεγόμενο από τους ίδιους μεταξύ των απογόνων του Τζένγκις Χαν. Η πολιτική αποκοπή από την Πύλη δεν συνοδεύτηκε από θρησκευτική, αφού ο σουλτάνος διατηρούσε ως χαλίφης τη θρησκευτική του αυθεντία επί των μουσουλμάνων της χερσονήσου και το κήρυγμα της Παρασκευής (χουτμπέ) θα εκφωνείτο στο όνομά του. Η διάκριση αυτή πολιτικής κυριαρχίας και θρησκευτικής εξουσίας άφηνε στην Πύλη ένα έρεισμα επιρροής, το οποίο αποδείχθηκε ανεπαρκές. Βραχύβια υπήρξε η ανεξαρτησία του χανάτου. Η ρωσική επιρροή επί των διαδοχικών χανών εντάθηκε έως την προσάρτηση της Κριμαίας από την Αικατερίνη Β΄ το 1783. Το ζήτημα επανήλθε με τον νέο ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1787-1792, τον οποίο έκλεισε η Συνθήκη του Ιασίου επικυρώνοντας τη ρωσική κυριαρχία στη χερσόνησο. Την ένταση εκείνων των χρόνων απηχεί η διακοσμητική καρτούσα του χάρτη των παρευξείνιων χωρών που εξέδωσε το 1788 στο Βερολίνο ο χαρτογράφος Ντάνιελ Φρίντριχ Ζότσμαν, όπου κατά την περιγραφή των Βιβλιοθηκών του Πανεπιστημίου του Λέιντεν η Αικατερίνη Β΄ και ο Αμπντούλ Χαμίτ Α΄ εικονίζονται αντιμέτωποι.

Φρούρια, σύνορα και ναυσιπλοΐα

Με τα άρθρα 18 έως 21 η Ρωσία απέκτησε το φρούριο του Κινμπούρν στις εκβολές του Δνείπερου, τα φρούρια του Κερτς και του Γενί Καλέ, τα οποία εξασφάλιζαν τη διέλευση από την Αζοφική Θάλασσα στον Εύξεινο Πόντο, την πόλη του Αζόφ με την περιοχή της και την Καμπαρδά στον Καύκασο, ενώ το σύνορό της μετατέθηκε έως τον Νότιο Βούγο. Μακροπρόθεσμα μεγαλύτερη σημασία είχε το 11ο άρθρο, με το οποίο τα ρωσικά εμπορικά πλοία αποκτούσαν το δικαίωμα ελεύθερου διάπλου του Ευξείνου Πόντου και των Στενών με τα προνόμια των πλέον ευνοούμενων δυνάμεων, ενώ η Ρωσία αποκτούσε το δικαίωμα να διορίζει προξένους όπου το έκρινε αναγκαίο. Το δικαίωμα περιοριζόταν στα εμπορικά πλοία, ενώ τα πολεμικά εξακολουθούσαν να αποκλείονται από τα Στενά. Ο Εύξεινος Πόντος έπαυε εντούτοις να αποτελεί κλειστή οθωμανική θάλασσα. Η Ρωσία απέκτησε επιπλέον μόνιμη διπλωματική αντιπροσωπεία στην Κωνσταντινούπολη και η Πύλη δεσμεύτηκε να αποδίδει στην αυτοκράτειρα τον τίτλο του παντισάχ. Το μυστικό άρθρο προέβλεπε, τέλος, την καταβολή αποζημιώσεως 15.000 πουγγιών, ήτοι 7.500.000 γροσίων, σε τρεις δόσεις.

Οι Ηγεμονίες και το Αιγαίο

Η Μολδαβία και η Βλαχία, όπως και τα φρούρια της Βεσσαραβίας, επιστράφηκαν στην Πύλη υπό όρους, μεταξύ των οποίων η αμνηστία και η ελεύθερη άσκηση της χριστιανικής λατρείας, το δε 16ο άρθρο παρείχε στους αντιπροσώπους της Ρωσίας το δικαίωμα να μεσολαβούν υπέρ των δύο ηγεμονιών. Ανάλογες δεσμεύσεις προέβλεπε το 17ο άρθρο για τα νησιά του Αρχιπελάγους, τα οποία η Ρωσία απέδωσε με την υποχρέωση της Πύλης να παράσχει αμνηστία σε όσους είχαν συνταχθεί με τον ρωσικό στόλο και να μην καταπιέζει τη χριστιανική θρησκεία. Για τους Έλληνες ενδιαφέρον παρουσιάζει και το 25ο άρθρο, το οποίο όριζε την απελευθέρωση χωρίς λύτρα των αιχμαλώτων και των σκλάβων και απαριθμούσε ρητά, μεταξύ των χριστιανών που έπρεπε να ελευθερωθούν, τους Πελοποννησίους και τους νησιώτες, όπως φαίνεται στο κείμενο του άρθρου που δημοσίευσε ο Χάουαρντ Λίβι στη σειρά International Law Studies του Ναυτικού Πολεμικού Κολεγίου των Ηνωμένων Πολιτειών.

Τα άρθρα 7 και 14 και το ζήτημα της «προστασίας»

Με το 7ο άρθρο η Πύλη υποσχόταν να προστατεύει σταθερά τη χριστιανική θρησκεία και τις εκκλησίες της και επέτρεπε στους αντιπροσώπους της ρωσικής αυλής να προβαίνουν σε παραστάσεις υπέρ του νέου ναού της Κωνσταντινουπόλεως, τον οποίο προέβλεπε το 14ο άρθρο, και υπέρ των λειτουργών του, παραστάσεις τις οποίες η Πύλη δεσμευόταν να λαμβάνει υπόψη ως προερχόμενες από εκπρόσωπο γειτονικής και φίλης δυνάμεως. Το 14ο άρθρο επέτρεπε στη Ρωσία να ανεγείρει, πέραν του παρεκκλησίου της πρεσβείας, δημόσιο ναό στον Γαλατά, στην περιοχή του Πέραν (Μπέγιογλου), όπου κατοικούσαν οι περισσότεροι Ευρωπαίοι, ο οποίος θα τελούσε υπό την προστασία του Ρώσου πρέσβη.

Πρόκειται για δύο διατάξεις διαφορετικής εμβέλειας, αφού η γενική υπόσχεση προστασίας της χριστιανικής θρησκείας διατυπωνόταν ως δέσμευση του σουλτάνου, ενώ το δικαίωμα παραστάσεων της Ρωσίας αναφερόταν ρητά σε έναν μόνο ναό και στους ιερείς του. Αναγνώριζε όμως η συνθήκη στη Ρωσία δικαίωμα προστασίας επί του συνόλου των Ορθοδόξων υπηκόων της Πύλης; Η ρωσική διπλωματία του 19ου αιώνα απάντησε θετικά και επικαλέστηκε επανειλημμένως τη συνθήκη για να δικαιολογήσει διαβήματα υπέρ των χριστιανών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η αξίωση κορυφώθηκε με την αποστολή του πρίγκιπα Μένσικοφ στην Κωνσταντινούπολη το 1853, η απόρριψη δε των ρωσικών απαιτήσεων από την Πύλη οδήγησε στον Κριμαϊκό Πόλεμο.

Τη συστηματική κριτική της ρωσικής ερμηνείας επιχείρησε ο Αμερικανός ιστορικός Ρόντερικ Ντέιβισον, ο οποίος σε μελέτη του 1976 στο περιοδικό Slavic Review εξέτασε εκ νέου τα κείμενα και τις διπλωματικές μαρτυρίες. Ο τίτλος της μελέτης του αντλείται από την αποτίμηση του Αυστριακού διπλωμάτη Φραντς Τούγκουτ, ο οποίος υπηρετούσε τότε στην Κωνσταντινούπολη και έβλεπε στη συνθήκη το αποτέλεσμα της ρωσικής δεξιοτεχνίας και της τουρκικής ανικανότητας, εκτίμηση την οποία υιοθέτησαν και ορισμένοι μεταγενέστεροι ιστορικοί. Σε δεύτερη μελέτη του ο Ντέιβισον επεσήμανε ότι ο ναός του 14ου άρθρου χαρακτηρίζεται στο ρωσικό και στο ιταλικό κείμενο ως ναός ελληνικού τυπικού, ενώ το τουρκικό, όπως το παραδίδει ο ιστορικός Αχμέτ Τζεβντέτ πασάς, τον κατονομάζει ως ναό «Ντοσογκράφα», χωρίς αναφορά σε ελληνικό τυπικό, και ότι οι μεταγενέστερες ρωσικές αξιώσεις υπερέβαιναν όσα όριζε η συνθήκη. Κατά τον Μπεϊντιλί, η επίσημη γαλλική μετάφραση του 1775 απέδωσε τον ναό ως δημόσιο ναό ελληνικής πίστεως, διατύπωση που διευκόλυνε τη διάδοση της ευρύτερης ερμηνείας στην Ευρώπη.

Η αναθεώρηση αυτή δεν αρνείται βεβαίως την πολιτική βαρύτητα του 7ου άρθρου, αφού και μόνη η δέσμευση του σουλτάνου έναντι ξένης δυνάμεως για την προστασία των χριστιανών υπηκόων του προσέφερε στη Ρωσία αφορμή για παρεμβάσεις. Περιορίζει όμως το νομικό του περιεχόμενο σε όσα ρητώς αναγράφονται. Τις σχετικές αξιώσεις τερμάτισαν τυπικώς η Συνθήκη των Παρισίων και το οθωμανικό διάταγμα μεταρρυθμίσεων του 1856.

Η συνθήκη και ο ελληνικός κόσμος

Για τους Έλληνες η συνθήκη είχε διπλή όψη. Η αποχώρηση του ρωσικού στόλου άφησε τους κατοίκους της Πελοποννήσου και των νησιών, όσοι είχαν συνταχθεί με τους Ρώσους, εκτεθειμένους, με μόνη εγγύηση τις διατάξεις περί αμνηστίας, η δε Πελοπόννησος δοκιμάστηκε επί χρόνια από τα αλβανικά σώματα που είχαν χρησιμοποιηθεί για την καταστολή της εξεγέρσεως.

Οι ρυθμίσεις για τη ναυσιπλοΐα άνοιξαν, αντιθέτως, δυνατότητες, οι οποίες αξιοποιήθηκαν σταδιακά. Ο Βασίλης Κρεμμυδάς, ο οποίος εξέτασε τους όρους της επικοινωνίας του ελληνικού εμπορίου με τη ρωσική ακτή του Ευξείνου Πόντου στο περιοδικό Ο Ερανιστής, εντοπίζει στη ρωσοτουρκική συνθήκη του 1774 την αφετηρία της οικονομικής σχέσεως Ρωσίας και ελληνισμού, με το σκεπτικό ότι τα ελληνικά πλοία μπορούσαν πλέον να υψώνουν τη ρωσική σημαία και να διέρχονται ελεύθερα από τα Στενά, μεταφέροντας ρωσικό σιτάρι. Χαρακτηρίζει όμως τον όρο αυτόν πολιτικό, του οποίου η μετατροπή σε εμπορική πραγματικότητα απαίτησε χρόνο. Η ρωσική σημαία ήταν συγκριτικά δαπανηρή και τα ελληνικά πλοία δεν δραστηριοποιήθηκαν ουσιαστικά στον Εύξεινο Πόντο πριν από το 1789, όταν οι πόλεμοι της Γαλλικής Επαναστάσεως και κατόπιν οι ναπολεόντειοι πόλεμοι αύξησαν τη ζήτηση σιτηρών στις ευρωπαϊκές αγορές. Στα χρόνια εκείνα τα ελληνικά πλοία έφτασαν να μεταφέρουν σχεδόν το σύνολο του σιταριού που εξαγόταν από την Οδησσό, γι’ αυτό και ο Κρεμμυδάς συνδέει την άνοδο της ελληνικής εμπορικής ναυτιλίας στη Μαύρη Θάλασσα με το 1789 και όχι με τη συνθήκη, η οποία την είχε απλώς καταστήσει νομικά δυνατή.