Πάργα: τοπίο και ιστορία έως την ένωση με την Ελλάδα το 1913

Πολύχρωμα σπίτια της Πάργας πάνω από την προκυμαία με τις ομπρέλες των καταστημάτων και τη βραχώδη θωράκιση της ακτής.
Η παραλιακή ζώνη της Πάργας, με τα σπίτια να ανεβαίνουν στην πλαγιά πίσω από τα καταστήματα της προκυμαίας.

Η Πάργα, παραλιακή πόλη της Ηπείρου απέναντι από τους Παξούς, απλώνεται αμφιθεατρικά στις πλαγιές πάνω από έναν κόλπο του Ιονίου. Τα σπίτια με τις κεραμοσκεπές και τις χρωματιστές προσόψεις ανεβαίνουν κλιμακωτά από την προκυμαία, ενώ το κάστρο καταλαμβάνει τη βραχώδη χερσόνησο ανάμεσα στο λιμάνι και την παραλία του Βάλτου. Από τη θάλασσα γίνεται εύκολα αντιληπτή η στενή σχέση του οικισμού με την ακτή. Μέσω αυτής διατηρούσε την επικοινωνία του με την Κέρκυρα, από την οποία εξαρτήθηκε διοικητικά κατά τους αιώνες της βενετικής κυριαρχίας.

Η θέση της στην ηπειρωτική ακτή έδινε στην Πάργα ιδιαίτερη στρατηγική αξία. Για τη Βενετία υπήρξε εμπορικός σταθμός και προκεχωρημένο στήριγμα απέναντι στην Ήπειρο, με την οθωμανική επικράτεια να εκτείνεται στην ενδοχώρα.

Η αρχαία Τορύνη και η μαρτυρία του Πλουτάρχου

Στην ευρύτερη περιοχή της Πάργας τοποθετείται συνήθως η αρχαία Τορύνη, μια παραθαλάσσια θέση που μνημονεύεται στα γεγονότα πριν από τη ναυμαχία του Ακτίου το 31 π.Χ. Η ταύτιση αυτή χρειάζεται προσοχή, καθώς η ακριβής θέση της αρχαίας εγκατάστασης παραμένει αβέβαιη. Η σύνδεσή της με την περιοχή της σημερινής πόλης δεν αποδεικνύει ότι οι δύο οικισμοί καταλάμβαναν το ίδιο ακριβώς σημείο.

Κατά τον Πλούταρχο, στον Βίο του Αντωνίου, ο Οκταβιανός διέπλευσε το Ιόνιο και κατέλαβε την Τορύνη, προκαλώντας ανησυχία στο στρατόπεδο του Αντωνίου, του οποίου οι χερσαίες δυνάμεις καθυστερούσαν ακόμη. Η Κλεοπάτρα αντιμετώπισε την είδηση με ένα λογοπαίγνιο. Επειδή η λέξη «τορύνη» σήμαινε κουτάλα, αστειεύθηκε πως δεν υπήρχε λόγος να φοβούνται επειδή ο Καίσαρ καθόταν πάνω σε μια κουτάλα.

Περισσότερο από έναν αιώνα χωρίζει τον συγγραφέα από τα γεγονότα που αφηγείται. Το επεισόδιο διασώζει τον τρόπο με τον οποίο παρουσιαζόταν η Κλεοπάτρα στη βιογραφική παράδοση, όμως δεν επιλύει το τοπογραφικό ζήτημα. Στη δυτική πλευρά του λόφου του κάστρου σώζονται κατάλοιπα αρχαίου τείχους, ένδειξη της παλαιότερης χρήσης της θέσης. Από αυτά τα αποσπασματικά ίχνη ως τη μεσαιωνική Πάργα μεσολαβούν μεγάλα κενά στην τεκμηρίωση.

Τέσσερις αιώνες υπό την προστασία της Βενετίας

Το όνομα Πάργα εμφανίζεται στις γραπτές πηγές στις αρχές του 14ου αιώνα. Καθοριστικό για τη μετέπειτα πορεία της ήταν το 1401, όταν οι κάτοικοι συνήψαν συνθήκη με τη Βενετία και ο οικισμός έγινε βενετική κτήση, διατηρώντας προνόμια. Η διοικητική σύνδεση με την Κέρκυρα εξασφάλιζε υποστήριξη από τη θάλασσα και ενέτασσε την πόλη στο δίκτυο των βενετικών εγκαταστάσεων του Ιονίου.

Στην πράξη, η προστασία αυτή δοκιμάστηκε επανειλημμένα. Οι Οθωμανοί κατέλαβαν την Πάργα το 1452, αλλά δύο χρόνια αργότερα επανήλθε στους Βενετούς, με τη συμβολή των Παργινών και των Κερκυραίων. Οι διαθέσιμοι πόροι για τις οχυρώσεις παρέμεναν περιορισμένοι, ενώ οι επιθέσεις συνεχίζονταν.

Το 1537 ο οθωμανικός στόλος του Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα κατέστρεψε την Πάργα. Ακολούθησε βενετική ανοικοδόμηση το 1567 και νέα καταστροφή το 1571, κατά τις επιδρομές που προηγήθηκαν της ναυμαχίας της Ναυπάκτου. Μετά την τελευταία αυτή επίθεση οι Βενετοί αποκατέστησαν και επέκτειναν το κάστρο, διαμορφώνοντας μεγάλο μέρος της οχύρωσης που διατηρείται σήμερα. Στον 17ο αιώνα ο οικισμός γνώρισε περίοδο ευημερίας και άρχισε να αναπτύσσεται έξω από τα τείχη, στις πλαγιές κάτω από το φρούριο.

Το κάστρο της Πάργας

Στο ανάγλυφο του λόφου προσαρμόζεται η ακανόνιστη κάτοψη του κάστρου. Τα εξωτερικά τείχη ακολουθούν τις βραχώδεις παρυφές, αξιοποιώντας τη φυσική προστασία τους, ενώ η προσβάσιμη νοτιοανατολική πλευρά ενισχύεται με ημικυκλικό πύργο. Πάνω από την εξωτερική πύλη σώζεται επιγραφή με το έτος 1707 και το όνομα του διοικητή Μάρκου Θεοτόκη.

Μια δεύτερη πύλη οδηγεί στο εσωτερικό μέσα από στενό θολωτό πέρασμα. Η επιγραφή της αναφέρεται στην εξάρτηση της Πάργας από την Κέρκυρα και λίγο ψηλότερα βρίσκεται εντοιχισμένο ανάγλυφο με τον φτερωτό λέοντα του Αγίου Μάρκου, έμβλημα της Βενετίας. Στον περίβολο διατηρούνται κατάλοιπα στρατώνων των αρχών του 19ου αιώνα και ερείπια εννέα ναών. Ένας από αυτούς, δυτικά της πύλης της ακρόπολης, ταυτίζεται πιθανώς με τον παλαιό ενοριακό ναό του Αγίου Σπυρίδωνος.

Στο ψηλότερο σημείο βρίσκεται η προσθήκη του Αλή πασά. Το 1819-1820 κατασκευάστηκε ισχυρό εσωτερικό τείχος με πολυγωνικό προμαχώνα, σχηματίζοντας αυτοτελή ακρόπολη. Οι επιγραφές στην πύλη της φέρουν το έτος 1820 και το όνομά του. Στο εσωτερικό ανεγέρθηκε διώροφο σεράι με χώρους κατοικίας και βοηθητικές εγκαταστάσεις, ανάμεσά τους μικρό λουτρό και τέμενος. Σύμφωνα με την τεκμηρίωση του υπουργείου Πολιτισμού, κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα το κάστρο παραμελήθηκε και εγκαταλείφθηκε σταδιακά.

Από την πτώση της Βενετίας στην παραχώρηση του 1817

Με την κατάλυση της Βενετικής Δημοκρατίας το 1797, η Πάργα πέρασε στους Γάλλους. Η γαλλική παρουσία διακόπηκε κατά τη ρωσοοθωμανική επέμβαση στο Ιόνιο το 1798-1799 και ακολούθησε η συνθήκη της Κωνσταντινούπολης του 1800. Η συμφωνία προέβλεπε τη συγκρότηση της Επτανήσου Πολιτείας υπό ρωσική προστασία και οθωμανική επικυριαρχία. Για τις πρώην βενετικές κτήσεις της ηπειρωτικής ακτής, στις οποίες περιλαμβανόταν η Πάργα, όριζε υπαγωγή στην Οθωμανική Αυτοκρατορία με ειδικές εγγυήσεις.

Η διάκριση είχε συνέπειες που θα φαίνονταν αργότερα. Η Πάργα διατηρούσε στενούς δεσμούς με τα Επτάνησα, αλλά το συμβατικό καθεστώς της επέτρεπε στην Υψηλή Πύλη να διεκδικεί την απόδοσή της.

Μετά τη συνθήκη του Τιλσίτ το 1807 επανήλθαν οι Γάλλοι. Το 1814 οι Παργινοί στράφηκαν στους Βρετανούς, επιδιώκοντας προστασία απέναντι στον Αλή πασά των Ιωαννίνων. Εκείνος είχε ήδη επεκτείνει τον έλεγχό του στις άλλες πρώην βενετικές βάσεις της ακτής και, μετά το Συνέδριο της Βιέννης, επικαλέστηκε τη συμφωνία του 1800 για να απαιτήσει και την Πάργα.

Τη σύγκρουση ανάμεσα στις τοπικές προσδοκίες και στους βρετανικούς στρατηγικούς υπολογισμούς εξετάζει πρόσφατη μελέτη της Rosa Maria Delli Quadri. Η βρετανική διοίκηση των Ιονίων Νήσων, υπό τον Τόμας Μέιτλαντ, προχώρησε το 1817 σε διακανονισμό για την παραχώρηση της πόλης στην οθωμανική πλευρά. Η εφαρμογή του θα την έφερνε υπό τον έλεγχο του Αλή πασά. Οι κάτοικοι μπορούσαν να παραμείνουν ή να αναχωρήσουν, λαμβάνοντας αποζημίωση για τις περιουσίες που θα εγκατέλειπαν.

Η έξοδος των Παργινών το 1819

Τον Απρίλιο του 1819, λίγο πριν από την παράδοση της πόλης, οι Παργινοί αναχώρησαν μαζικά για τα Ιόνια Νησιά, κυρίως για την Κέρκυρα. Ο αριθμός τους αναφέρεται συνήθως γύρω στις τέσσερις χιλιάδες. Για τις περιουσίες τους προβλέφθηκε αποζημίωση από την οθωμανική πλευρά, χωρίς αυτό να αναιρεί την απώλεια της κατοικίας και των τοπικών δεσμών τους.

Με την αναχώρηση συνδέεται η γνωστή διήγηση για την εκταφή και την καύση των οστών των προγόνων τους, ώστε να προφυλαχθούν από ενδεχόμενη βεβήλωση. Το επεισόδιο πέρασε στην ιστοριογραφία και στη λογοτεχνία, αν και οι επιμέρους αφηγήσεις διαφέρουν ως προς την τύχη των οστών και τον τρόπο μεταφοράς τους. Η αναχώρηση των κατοίκων απέκτησε έτσι και μια δεύτερη εικόνα, εκείνη των ανθρώπων που προσπαθούσαν να πάρουν μαζί τους ακόμη και τους νεκρούς τους.

Η παραχώρηση της Πάργας προκάλεσε αντιδράσεις στη Βρετανία και απασχόλησε το Κοινοβούλιο. Στους φιλελληνικούς κύκλους της Ευρώπης έγινε παράδειγμα εγκατάλειψης ενός πληθυσμού από τη δύναμη στην οποία είχε εμπιστευθεί την προστασία του. Ο Τζοβάννι Μπερσέ εμπνεύστηκε το ποίημα I profughi di Parga, ενώ ο Ανδρέας Κάλβος αφιέρωσε στους Παργινούς την ωδή «Εις Πάργαν», με επίκεντρο την επιλογή της ξενιτιάς αντί της υποταγής. Οι μεταγενέστερες επιστροφές κατοίκων δεν αναιρούσαν τη δημογραφική τομή του 1819.

Η ένωση με την Ελλάδα

Υπό οθωμανική διοίκηση παρέμεινε η Πάργα μέχρι τον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο. Στις 23 Φεβρουαρίου 1913, με το τότε ισχύον ημερολόγιο, ελληνικό στρατιωτικό τμήμα υπό τον ανθυπολοχαγό Άγγελο Φέτση εισήλθε στην πόλη και παρέλαβε το κάστρο. Η απελευθέρωση εντασσόταν στις επιχειρήσεις στην Ήπειρο, δύο ημέρες μετά την κατάληψη των Ιωαννίνων.

Κατά τον 20ό αιώνα, δίπλα στην ελαιοκαλλιέργεια και στις άλλες αγροτικές δραστηριότητες της περιοχής, αναπτύχθηκε σταδιακά ο τουρισμός. Η προκυμαία απέκτησε καταστήματα εστίασης και ο παραθαλάσσιος οικισμός προσαρμόστηκε στις ανάγκες των επισκεπτών. Στην απογραφή του 2011 η ίδια η πόλη είχε 2.088 μόνιμους κατοίκους. Ο αριθμός αφορά τον οικισμό και διαφέρει από τον πληθυσμό της κοινότητας ή του ευρύτερου Δήμου Πάργας.