
Στην αρχή της ιστορίας που αφηγούνταν οι Ρωμαίοι για την πόλη τους βρισκόταν ο θάνατος ενός αδελφού. Ο Ρωμύλος, ο επώνυμος ιδρυτής της Ρώμης, μένει μόνος στην εξουσία όταν ο δίδυμος αδελφός του, ο Ρώμος, σκοτώνεται κατά τη διαμάχη για τη νέα πόλη, σε ορισμένες εκδοχές από το ίδιο του το χέρι. Είχαν προηγηθεί η εγκατάλειψη των βρεφών στον Τίβερη και η σωτηρία τους από μια λύκαινα, επεισόδια που έγιναν αναπόσπαστο μέρος της ρωμαϊκής παράδοσης και αργότερα επανήλθαν στην ευρωπαϊκή τέχνη. Για τους αρχαίους συγγραφείς, ωστόσο, ούτε οι περιστάσεις του φόνου ούτε η ευθύνη του επιζώντος ήταν αυτονόητες, και οι διαφορές ανάμεσα στις αφηγήσεις τους επηρεάζουν ουσιαστικά την ανάγνωση του μύθου.
Οι πηγές του Ρωμύλου και του Ρώμου
Η καθιερωμένη ημερομηνία της ίδρυσης της Ρώμης, η 21η Απριλίου του 753 π.Χ., συνδυάζει δύο διαφορετικά στοιχεία: μια εορταστική ημέρα, κατά την οποία οι Ρωμαίοι τιμούσαν τα γενέθλια της πόλης, και μια χρονολόγηση που επικράτησε μέσα από τους υπολογισμούς των αρχαίων λογίων, συνδεδεμένη κυρίως με τον Μάρκο Τερέντιο Βάρρωνα. Στις 21 Απριλίου εορτάζονταν τα Παρίλια, ποιμενική γιορτή την οποία ο Πλούταρχος θεωρούσε παλαιότερη από την ίδρυση. Το έτος παρέμενε αντικείμενο διαφωνίας: ο Κόιντος Φάβιος Πίκτωρ, για παράδειγμα, τοποθετούσε την αρχή της Ρώμης στο 748/747 π.Χ., σύμφωνα με τη χρονολογία των Ολυμπιάδων που του αποδίδει ο Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς.
Στα τέλη του 3ου αιώνα π.Χ. έγραφε ο Φάβιος Πίκτωρ, ο πρώτος γνωστός Ρωμαίος ιστορικός, χρησιμοποιώντας την ελληνική γλώσσα και απέχοντας περισσότερο από πέντε αιώνες από την υποτιθέμενη εποχή των ιδρυτών. Ο Πλούταρχος αναφέρει ότι ακολούθησε σε πολλά σημεία τον Διοκλή τον Πεπαρήθιο, ενώ στις αρχές του επόμενου αιώνα ο Έννιος επεξεργάστηκε ποιητικά τη ρωμαϊκή παράδοση στα Annales. Από το έργο του σώζονται αποσπάσματα, ανάμεσά τους η σκηνή της οιωνοσκοπίας που παραθέτει ο Κικέρων στο Περί μαντικής. Οι εκτενείς αφηγήσεις που διαθέτουμε είναι μεταγενέστερες: ο Λίβιος και ο Διονύσιος γράφουν στα χρόνια του Αυγούστου, ο Οβίδιος πραγματεύεται τον μύθο στα Fasti, και ο Πλούταρχος συνθέτει τον Βίο του Ρωμύλου στις αρχές του 2ου αιώνα μ.Χ.
Για τη διαμόρφωση αυτής της παράδοσης έχουν προταθεί διαφορετικές ερμηνείες. Ο T. P. Wiseman συνέδεσε την ανάπτυξη της ιστορίας των διδύμων, ιδιαίτερα της μορφής του Ρώμου, με τις πολιτικές μεταβολές ανάμεσα στο 367 και το 295 π.Χ., διακρίνοντας στον δεύτερο αδελφό μια αναφορά στην πληβειακή πλευρά της ρωμαϊκής κοινότητας. Η πρόταση έχει αμφισβητηθεί, όπως έχει συζητηθεί και η χρονολόγηση ορισμένων πρώιμων εικονιστικών μαρτυριών. Ασφαλέστερο σημείο αναφοράς μέσα στη γραπτή παράδοση αποτελεί η πληροφορία του Λιβίου ότι το 296 π.Χ. οι αγορανόμοι αδελφοί Ογούλνιοι τοποθέτησαν ομοιώματα των βρεφών κάτω από τους μαστούς μιας λύκαινας, κοντά στη ficus Ruminalis.
Στον Παλατίνο, από την άλλη, οι ανασκαφές έχουν αποκαλύψει κατάλοιπα κατοίκησης της Εποχής του Σιδήρου. Ο Andrea Carandini ερμήνευσε επίσης ευρήματα στη βόρεια κλιτύ ως τμήμα οχύρωσης του 8ου αιώνα π.Χ., συνδέοντάς τα με την παράδοση της ίδρυσης. Η αρχαιολογική συζήτηση αφορά τη χρονολόγηση και τη λειτουργία αυτών των κατασκευών· η απόδοσή τους στον ίδιο τον Ρωμύλο παραμένει ερμηνευτική πρόταση, χωρίς να τεκμηριώνει τα πρόσωπα ή τα επεισόδια του μύθου.
Από την Άλβα Λόγκα στη σπηλιά της λύκαινας
Στην Άλβα Λόγκα, στους Αλβανούς λόφους νοτιοανατολικά της Ρώμης, τοποθετείται η αρχή της δυναστικής σύγκρουσης. Ο Αμούλιος εκθρονίζει τον μεγαλύτερο αδελφό του, τον Νουμίτορα, και αναγκάζει την κόρη εκείνου, τη Ρέα Σιλβία, να γίνει ιέρεια της Βέστας, της ρωμαϊκής θεότητας που αντιστοιχεί στην Εστία. Η υποχρεωτική παρθενία της εξυπηρετεί την ασφάλεια του σφετεριστή, καθώς αποκλείει τη γέννηση απογόνων που θα μπορούσαν να διεκδικήσουν τον θρόνο. Όταν εκείνη γεννά δίδυμα, ονομάζει πατέρα τους τον Μαρς, τον ρωμαϊκό Άρη· ο Λίβιος, αφού αναφέρει ότι είχε υποστεί βιασμό, αντιμετωπίζει με επιφύλαξη τη θεϊκή πατρότητα και παραθέτει περισσότερες από μία εξηγήσεις για τον ισχυρισμό της.
Να ριχτούν στον ποταμό διατάζει ο Αμούλιος τα βρέφη. Επειδή όμως ο Τίβερης έχει πλημμυρίσει και η κύρια κοίτη του είναι απρόσιτη, οι υπηρέτες αφήνουν το δοχείο που τα μεταφέρει στα νερά της πλημμύρας, όπου αργότερα η υποχώρησή τους το αποθέτει στη στεριά. Η σωτηρία συνδέεται με τη συκιά Ruminalis και, στην ευρύτερη ρωμαϊκή παράδοση, με το σπήλαιο Lupercal στους πρόποδες του Παλατίνου. Μια λύκαινα πλησιάζει και τα θηλάζει, ώσπου ο βοσκός Φαυστύλος τα βρίσκει και τα παραδίδει στη γυναίκα του, την Άκκα Λαρεντία, για να τα αναθρέψει.
Στον Πλούταρχο εμφανίζεται και ένας δρυοκολάπτης που βοηθά στη διατροφή τους, ζώο επίσης συνδεδεμένο με τον Άρη. Ο Λίβιος καταγράφει μια διαφορετική εξήγηση για τη λύκαινα: σύμφωνα με ορισμένους, έτσι αποκαλούσαν οι βοσκοί τη Λαρεντία λόγω της εκδιδόμενης ζωής της, καθώς η λατινική λέξη lupa χρησιμοποιούνταν και για την πόρνη. Η συνύπαρξη αυτών των εκδοχών δείχνει ότι ήδη στην αρχαιότητα η αφήγηση μπορούσε να διαβαστεί με διαφορετικό βαθμό αποδοχής του θαυμαστού.
Όταν μεγαλώνουν, ο Ρωμύλος και ο Ρώμος ανακαλύπτουν την καταγωγή τους, ανατρέπουν τον Αμούλιο και αποκαθιστούν τον Νουμίτορα στον θρόνο. Η απόφαση να ιδρύσουν δική τους πόλη τούς επιστρέφει στην περιοχή όπου είχαν εγκαταλειφθεί, αυτή τη φορά με ακολούθους και με τη δυνατότητα να διεκδικήσει ο καθένας την αρχηγία.
Η οιωνοσκοπία: έξι γύπες, δώδεκα γύπες
Η διαφωνία αφορά τον τόπο της εγκατάστασης και το ποιος θα δώσει το όνομά του στη νέα πόλη. Καθώς η δίδυμη γέννηση δεν προσφέρει σαφές προβάδισμα αρχαιότητας, οι αδελφοί καταφεύγουν στην οιωνοσκοπία, αναζητώντας στα πουλιά τη θεϊκή έγκριση. Στη ρωμαϊκή τελετουργική πρακτική η παρατήρηση γινόταν μέσα σε οριοθετημένο πλαίσιο, το templum, όρο που μπορούσε να δηλώνει τόσο τον καθορισμένο χώρο όσο και τον αντίστοιχο τομέα του ουρανού.
Κατά το κείμενο του Λιβίου, ο Ρωμύλος επιλέγει τον Παλατίνο και ο Ρώμος τον Αβεντίνο. Πρώτος βλέπει ο Ρώμος έξι γύπες, αλλά όταν ανακοινώνεται το σημείο εμφανίζονται στον Ρωμύλο δώδεκα. Οι ακόλουθοί τους ανακηρύσσουν βασιλιά τον δικό τους αρχηγό, επικαλούμενοι διαφορετικό κριτήριο: την προτεραιότητα της εμφάνισης ή το μεγαλύτερο πλήθος των πουλιών. Η προσφυγή στους θεούς αφήνει έτσι ανοιχτό το ζήτημα της εξουσίας, επειδή οι δύο πλευρές διαφωνούν για την ερμηνεία της απάντησης.
Οι παραλλαγές φτάνουν μέχρι τη θέση των παρατηρητών. Στο απόσπασμα του Έννιου που διασώζει ο Κικέρων, ο Ρωμύλος βρίσκεται στον ψηλό Αβεντίνο, ενώ ο Πλούταρχος γνωρίζει εκδοχή κατά την οποία ανακοίνωσε ψευδώς ότι είχε δει δώδεκα γύπες και τους είδε πραγματικά μόνο αργότερα, όταν ο Ρώμος είχε ήδη έρθει κοντά του. Η υποψία εξαπάτησης προστίθεται εδώ στην αντιπαράθεση για τα σημεία.
Το άλμα πάνω από τα τείχη: οι εκδοχές του θανάτου του Ρώμου
Δύο αφηγήσεις παραθέτει ο Λίβιος για τον θάνατο του Ρώμου. Στην πρώτη, η λογομαχία που ακολουθεί την οιωνοσκοπία εξελίσσεται σε συμπλοκή, μέσα στην οποία σκοτώνεται ο ένας αδελφός χωρίς να κατονομάζεται ο δράστης. Στη δεύτερη, την οποία ο ιστορικός χαρακτηρίζει περισσότερο διαδεδομένη, ο Ρώμος πηδά χλευαστικά πάνω από τα καινούργια τείχη και ο εξοργισμένος Ρωμύλος τον σκοτώνει, προσθέτοντας: «sic deinde, quicumque alius transiliet moenia mea» — «Έτσι να πάθει στο εξής όποιος άλλος πηδήξει τα τείχη μου».
Στον βίο του Ρωμύλου, ο Πλούταρχος περιγράφει τον Ρώμο να περιγελά και να παρεμποδίζει τις εργασίες, ώσπου πηδά πάνω από την τάφρο που σκάβεται στη γραμμή του μελλοντικού τείχους. Κατά ορισμένους τον χτυπά ο ίδιος ο Ρωμύλος, κατά άλλους ο σύντροφός του Κέλερ· στην ίδια σύγκρουση, προσθέτει ο βιογράφος, σκοτώνονται ο Φαυστύλος και ο αδελφός του, ο Πλειστίνος, που είχαν συμμετάσχει στην ανατροφή των παιδιών.
Τον Κέλερ κατονομάζει ως φονιά και ο Οβίδιος στο τέταρτο βιβλίο των Fasti, όπου ο Ρώμος υπερπηδά περιφρονητικά το χαμηλό τείχος και δέχεται θανατηφόρο χτύπημα με φτυάρι. Εδώ όμως ο Ρωμύλος έχει προηγουμένως δώσει εντολή να θανατώνεται όποιος περάσει το τείχος ή την τάφρο· επομένως η αφήγηση απομακρύνει από τα χέρια του το άμεσο χτύπημα, διατηρώντας τη σύνδεσή του με τη θανατηφόρα απαγόρευση. Στην κηδεία αφήνει τελικά να φανεί ο θρήνος που είχε συγκρατήσει δημόσια. Η σκηνή αποκτά πολιτικό βάρος μέσα στο αυγούστειο περιβάλλον, όταν η εικόνα του ιδρυτή μπορούσε να συνδεθεί με τον νέο ηγεμόνα της Ρώμης· ο Σουητώνιος αναφέρει άλλωστε ότι είχε προταθεί να ονομαστεί ο Οκταβιανός «Ρωμύλος», ως δεύτερος ιδρυτής της πόλης. Η συσχέτιση βοηθά την ερμηνεία, χωρίς να αποδεικνύει από μόνη της την πρόθεση του ποιητή.
Αυλάκι, τείχος και pomerium
Στη νεότερη αφήγηση του μύθου το άλμα συνδέεται συχνά με το ιερό αυλάκι, το sulcus primigenius, που χάραζε ο ιδρυτής με αλέτρι γύρω από την πόλη. Ο Πλούταρχος περιγράφει την τελετή αποδίδοντας τις οδηγίες σε ειδικούς από την Ετρουρία: σε αλέτρι με χάλκινο υνί ζεύονται ένας ταύρος και μια αγελάδα, ενώ όσοι ακολουθούν στρέφουν προς το εσωτερικό τους βώλους που ανασηκώνονται. Στις θέσεις των πυλών το αλέτρι σηκώνεται, αφήνοντας διακοπή στη χάραξη, ώστε η διέλευση να παραμένει δυνατή χωρίς την παραβίαση που θα συνεπαγόταν το πέρασμα πάνω από το απαραβίαστο τείχος.
Στη σειρά των γεγονότων υπάρχει μια λεπτομέρεια με σημασία: ο Πλούταρχος τοποθετεί αυτή την τελετή μετά τον θάνατο και την ταφή του Ρώμου. Ο Λίβιος, στην περιγραφή του φόνου, μιλά για τα νέα τείχη, ενώ ο Οβίδιος διακρίνει το αυλάκι από το τείχος και αναφέρει ρητά ότι ο Ρώμος υπερπήδησε το δεύτερο. Η γνωστή εικόνα του αδελφού που πηδά πάνω από το ίδιο το τελετουργικό αυλάκι χρειάζεται, επομένως, προσοχή όταν αποδίδεται σε συγκεκριμένο συγγραφέα.
Με τη χάραξη των ορίων συνδέεται και το pomerium, το θρησκευτικά καθορισμένο όριο της πόλης, το οποίο ο Πλούταρχος εξηγεί ετυμολογικά από το post murum, «πίσω από το τείχος». Στη ρωμαϊκή τοπογραφία, ωστόσο, το θρησκευτικό όριο και η πραγματική οχύρωση μπορούσαν να ακολουθούν διαφορετική πορεία. Η σημασία του pomerium αφορούσε τις δημόσιες τελετουργίες και τη διάκριση ανάμεσα στην πολιτική και τη στρατιωτική σφαίρα, με κανόνες που γνώρισαν εξαιρέσεις και μεταβολές. Ως ερμηνεία του μύθου, ο θάνατος του Ρώμου μπορεί να συνδεθεί με τη βίαιη επιβολή του ορίου της νέας κοινότητας· η ανάγνωσή του όμως ως «πρώτης εφαρμογής του νόμου» παραμένει ερμηνευτική διατύπωση, ιδίως όταν εξετάζεται δίπλα στην οργή και στον ανταγωνισμό των αδελφών.
Η αδελφοκτονία στη ρωμαϊκή μνήμη
Το αίμα του Ρώμου επανέρχεται στη ρωμαϊκή ποίηση όταν οι εμφύλιοι πόλεμοι ζητούν εξήγηση. Στην έβδομη Επωδό ο Οράτιος συνδέει τη σύγκρουση των πολιτών με την αρχαία αδελφοκτονία και με το αίμα του αθώου Ρώμου που βαραίνει τους μεταγενέστερους. Ο Λουκανός, γράφοντας τον 1ο αιώνα μ.Χ. για τον πόλεμο του Καίσαρα και του Πομπηίου, θυμίζει επίσης ότι τα πρώτα τείχη είχαν ποτιστεί με αδελφικό αίμα. Πρόκειται για αναγνώσεις της πολιτικής βίας μέσα από μια ιστορία ήδη γνωστή στους αναγνώστες τους, με τον νεκρό αδελφό να επιστρέφει στο παρόν της πόλης.
Στο πέμπτο βιβλίο των Fasti, ο Οβίδιος δίνει στον Ρώμο και μεταθανάτια φωνή. Η σκιά του εμφανίζεται στον Φαυστύλο και στην Άκκα Λαρεντία, ζητώντας να μεσολαβήσουν στον Ρωμύλο για την καθιέρωση τιμών· από τα υποτιθέμενα Remuria ο ποιητής παράγει το όνομα των Λεμουρίων, της γιορτής του Μαΐου για τα πνεύματα των νεκρών. Η ετυμολογία ανήκει στην ποιητική εξήγηση του εορτολογίου και χρειάζεται να διαβάζεται μέσα σε αυτό το πλαίσιο.
Αργότερα, στο Περί της Πόλεως του Θεού (15.5), ο Αυγουστίνος παραλληλίζει τον Ρωμύλο με τον Κάιν, που παρουσιάζεται στη Γένεση ως ιδρυτής πόλης και έχει επίσης σκοτώσει τον αδελφό του. Διατηρεί όμως μια θεολογική διάκριση: η σύγκρουση Ρωμύλου και Ρώμου φανερώνει τη διαίρεση της επίγειας πόλης εναντίον του εαυτού της, ενώ η σύγκρουση Κάιν και Άβελ εντάσσεται στην αντιπαράθεση της επίγειας και της ουράνιας πόλης.
Η λύκαινα στον χαλκό και στο χαρτί
Από τις εικόνες του μύθου, ευρύτερα αναγνωρίσιμη έμεινε η λύκαινα που θηλάζει τα δίδυμα. Το περίφημο χάλκινο άγαλμα του Καπιτωλίου περιλαμβανόταν στη δωρεά αρχαίων χαλκών του Λατερανού που πραγματοποίησε ο Πάπας Σίξτος Δ΄ προς τον ρωμαϊκό λαό το 1471. Η παραδοσιακή απόδοσή του σε ετρουσκικό εργαστήριο του 5ου αιώνα π.Χ. έχει αμφισβητηθεί: η χρονολόγηση με ραδιοάνθρακα οργανικών καταλοίπων από τους πυρήνες χύτευσης, σε μελέτη του Lucio Calcagnile και συνεργατών που δημοσιεύθηκε το 2019, υποστηρίζει κατασκευή τον 11ο–12ο αιώνα μ.Χ. Η διαφωνία παραμένει ορατή και στην παρουσίαση του έργου, καθώς η διαδικτυακή καταχώριση των Μουσείων του Καπιτωλίου διατηρεί την αρχαία χρονολόγηση. Τα δύο βρέφη αποτελούν μεταγενέστερες προσθήκες της αναγεννησιακής περιόδου και αποδίδονται παραδοσιακά, χωρίς βεβαιότητα, στον Antonio del Pollaiuolo.
Στο χαρακτικό του Hollar που συνοδεύει το άρθρο, ο θηλασμός καταλαμβάνει σχεδόν ολόκληρη την επιφάνεια. Η οξυγραφία χρονολογείται στο 1652 και ανήκει σε σειρά έξι πλακών που ο Βοημός χαράκτης Wenceslaus Hollar εκτέλεσε κατά σχέδια του Giulio Romano από τη συλλογή του Nicolas Lanier, προορισμένα για στουκένια μετάλλια του Palazzo Te στη Μάντοβα. Το φύλλο του Metropolitan Museum of Art έχει διαστάσεις 10,9 × 14,6 εκ. και φέρει αριθμό καταλόγου 17.50.18-119.
Προς τα δεξιά εκτείνεται το σώμα της λύκαινας, με ένα πίσω πόδι στηριγμένο στον βράχο αριστερά και το κεφάλι στραμμένο λοξά προς τον θεατή. Τα όρθια αυτιά και το ανοιχτό στόμα, από το οποίο προβάλλει η γλώσσα, δίνουν στο ζώο έκφραση εγρήγορσης, ενώ οι πυκνές χαράξεις βαθαίνουν τη σκιά κάτω από την κοιλιά του. Μπροστά κάθεται το ένα βρέφος, με την πλάτη προς εμάς, το ένα χέρι στο έδαφος και το άλλο υψωμένο προς τον μαστό· πίσω του το δεύτερο είναι ξαπλωμένο και στρέφεται προς το σώμα της λύκαινας για να θηλάσει. Τον χώρο χαμηλά δεξιά καταλαμβάνει η επιγραφή με τα ονόματα του Romano και του Hollar, τη χρονολογία και την αναφορά στη συλλογή Lanier, έξω από τη σκοτεινή περιοχή όπου συμπλέκονται οι μικρές μορφές.